Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

Μια προσέγγιση στις «Χυδαίες ορχιδέες» της Έλενας Μαρούτσου


γράφει και επιμελείται η Διώνη Δημητριάδου*



από τις εκδόσεις Κίχλη


Μπορούμε να φανταστούμε ένα βιβλίο-δέντρο; Να απλώνει βαθιά τις ρίζες του σε αρχετυπικές μορφές της λογοτεχνίας, να δένει ψηλό κορμό με συστρεφόμενα τα κλαδιά του, έτσι ώστε να συμπλέκεται το ένα με το άλλο σε αγκαλιά σφιχτή, να φυτρώνουν πάνω τους πολύχρωμα φύλλα με αποτυπώσεις προσώπων αντί για νεύρα; Και όλο αυτό το γήινο σώμα να πάλλεται από την ηδονή εσωτερικών χυμών από τη ρίζα του ως την πιο ψηλή του κορυφή;
Αυτή την εικόνα δημιουργεί το πρόσφατο βιβλίο της Έλενας Μαρούτσου, που μας παρουσιάζεται με τη μορφή 11 διηγημάτων. Δεν μας ξαφνιάζει, φυσικά, το γεγονός ότι αυτές οι έντεκα ιστορίες έχουν  κάτι κοινό. Έτσι επιτάσσει η φόρμα μιας συλλογής διηγημάτων, να υπάρχει κάποια νοηματική (ρητή ή υπόρρητη) συνάφεια. Εδώ, ωστόσο, η σχέση είναι περισσότερο μια συγγένεια αίματος. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι κυριολεκτούμε, αν δεν μας υπενθύμιζε το ανά χείρας βιβλίο πως μιλάμε με όρους λογοτεχνικούς. Έτσι, λοιπόν, η αληθοφάνεια των χαρακτήρων υποστηρίζεται με την εισχώρηση του πλασματικού, του επινοημένου, και με αυτόν τον τρόπο “το ψέμα σώζει το ψέμα”.
Συνομιλούν οι ιστορίες μεταξύ τους, όπως τα κλαδιά του δέντρου, με την επίγνωση της κοινής ρίζας. Η αρχετυπική μορφή της Λαίδης Τσάτερλι, της εμβληματικής περσόνας του Ντ. Χ. Λώρενς, είναι που συνδέει τα νήματα των ιστοριών μέσω της ζωής των γυναικών-απογόνων της. Το νήμα που οδηγεί έξω από τον Λαβύρινθο απλώνει το μήκος του ως το σήμερα. Χωρίς να λησμονούμε ότι στο βάθος της ύπαρξης είναι ο Μινώταυρος που καιροφυλακτεί να μας επιστρέψει πίσω.
«Τα όνειρα είναι μηνύματα από αυτό το τέρας που βρίσκεται στο βάθος, στο σκοτάδι, όχι σινιάλα από την Αριάδνη που μας περιμένει έξω, στο μέλλον, στο φως».
Μια συνομιλία της κάθε ιστορίας με όλες τις άλλες αλλά και με τα λογοτεχνικά πρότυπά τους, που άλλοτε είναι ο Κάφκα και ο Ουάιλντ, άλλοτε ο Καβάφης και η Γουλφ, ή ακόμη ο Σαίξπηρ, ο Πόε, ο Τζαίημς  και ο άλλος αρχετυπικός Παπαδιαμάντης. Μια ολόκληρη αποθηκευμένη λογοτεχνική ανάγνωση, ένα σύμπαν ιδεών, ηρώων και λέξεων που αγγίζουν με το βάρος τους τις σημερινές ιστορίες και τους προσδίδουν άλλες διαστάσεις.
Οι ηρωίδες των ιστοριών αυτών επαληθεύουν την  απόλυτη  κυριαρχία της γυναίκας στον λογοτεχνικό κόσμο της συγγραφέως. Γύρω από τη ζωή τους υφαίνεται η πλοκή, με τις αρσενικές παρουσίες να συστρέφονται γύρω τους σε αδιάκοπη μαγνητισμένη κίνηση, περιστρεφόμενων δερβίσηδων. Είναι οι “γυναίκες-γέφυρες”, πρόθυμες να διαμορφώσουν τις συνδέσεις με το παρελθόν και το μέλλον, να νοηματοδοτήσουν το παρόν, να χτιστούν οι ίδιες για να στεριώσουν τα γεφύρια, αν χρειαστεί. Να αποχωρήσουν από το σκηνικό, αν η φυγή τους οδηγεί σε λύσεις την προσωπική τους ζωή, καταργώντας έτσι οι ίδιες τις συνδέσεις που προσεκτικά έχτισαν.
Αυτός ο πολύμορφος θίασος αναζητά με διάφορους τρόπους το εσώτερο νόημα της ύπαρξης, και ανακαλύπτει εκεί στη ρίζα, στο “κουκούτσι”, τον σπόρο που ρίχτηκε και βλάστησε όλο το σώμα: τον έρωτα. Όχι με τη ρομαντική εκδοχή του αλλά με την πιο ρεαλιστική μορφή του, απογυμνωμένη εντελώς από οτιδήποτε θα μπορούσε να τον εξωραΐσει στα μάτια των σεμνότυφων. Εντούτοις δεν διακρίνεται από ωμότητα και ζωώδη ένστικτα. Ο έρωτας εδώ, η σεξουαλική πράξη παρουσιάζεται με απόλυτη συνείδηση ότι είναι δρόμος προς την αυτογνωσία και τη λύτρωση. Αρκεί να εισχωρήσεις στα μυστήριά του απεκδυόμενος την “πανοπλία” σου. Διαφορετικά μένεις χαμένος στο αδιέξοδο του εσωτερικού σου αποκομμένου δρόμου.
«Σαν δυο Σίσυφοι καταδικασμένοι να κάνουν έρωτα, σκαρφαλωμένοι στην ανηφορική πλαγιά, χωρίς να μπορούν να αφήσουν για λίγο το φορτίο τους; Αυτή ήταν λοιπόν η ουσία της πανάρχαιης αυτής πράξης Απαιτούσε να μη βγάλεις ούτε στιγμή την πανοπλία σου μήπως και συντριβείς;»
 Εμφανίζεται απενοχοποιημένος στα μάτια μας, ακόμη και στις πιο ακραίες εξάρσεις του, με τη σύμπραξη της τέχνης που περιβάλλει τον αρχέγονο ερωτισμό με τη δική της ακραία φυσική απογείωση. Τέχνη και έρωτας λειτουργούν καταλυτικά και διευκολύνουν κάθε φορά την πλοκή οδηγώντας προς την προσωπική διάσωση των ηρώων. Όσο κι αν ένας ήρωας τοποθετεί κάποια στιγμή αλλιώς τα πράγματα:
«…οι καλλιτέχνες κάθε είδους μού γεννούσαν πάντα μια μικρή επιφύλαξη. Πίστευα πως καταστρατηγούσαν την άμεση σχέση που μας δένει με τη ζωή και τα αισθήματα, αναγορεύοντας την τέχνη σε διερμηνέα».


Η πρώτη ιστορία, οδηγός των υπολοίπων, δίνει και τον τίτλο σε όλο το βιβλίο. Έναν τίτλο που περιπαίζει λεκτικά αλλά και νοηματικά το περιεχόμενο. Χυδαίες οι ορχιδέες. Δηλαδή ετυμολογικά, με την πρωταρχική σημασία της λέξης “χύδην”, χύμα, ριγμένες, ασυγκρότητα καλλιεργημένες, σκόρπιες και άρα, με τη μετέπειτα σημασία χλευαστικά απαίδευτες και αμόρφωτες, αποδιοπομπαίες από τα υπόλοιπα σεμνά και συμμαζεμένα άνθη. Πώς κατέληξε το ασυγκρότητο να ταυτίζεται με το προσβλητικό και το ανίερο σεξουαλικά; Αναμενόμενο δεν ήταν σε μια κοινωνική δομή που υπαγορεύει τους κανόνες και τους ρυθμούς, ώστε όλα να λειτουργούν “εν τάξει” για να μη θέτουν σε κίνδυνο τα ασφαλή της δεδομένα; Ήταν ποτέ δυνατόν να ξεφύγει από τον έλεγχο η απόλαυση του σώματος; Τώρα, όποιος έστω και λίγο γνωρίζει από κηπουρική, χαμογελά, γιατί ξέρει καλά πως οι ορχιδέες απαιτούν φροντίδα ιδιαίτερη, προσεκτική καλλιέργεια και υπομονή για να αποδώσουν την τελειότητά τους. Καθόλου “χύδην” λοιπόν και αυτές και ο έρωτας που υπαινίσσονται. Καθόλου χυδαίο και το περιεχόμενο των ιστοριών. Ίσα ίσα γεμάτες από σκηνές που υμνούν το σώμα και τις πιο γνήσιες επιθυμίες του. Παρά τοχυδαίον του τίτλου οι ορχιδέες θάλλουν απτόητες.
Ένα βιβλίο για τον αναγνώστη που μέσα στα πολλά του διαβάσματα συχνά ψυχανεμίστηκε πως κάποια πρόσωπα διασώζονται από τον λογοτεχνικό μύθο και επικοινωνούν με τις δικές του προσωπικές καταβολές. Αλλά και γι’ αυτόν που βλέποντας τους ήρωες  των διηγημάτων να δρασκελίζουν τα όρια της κάθε ιστορίας για να συναντηθούν κρυφά με τα λογοτεχνικά τους “γονίδια”, κατανοεί  ότι κάποτε κι αυτοί επιθυμούν μια δεύτερη ζωή, μια δεύτερη ευκαιρία σε νεότερα αναγνώσματα.
Τις ποικίλες ενδιαφέρουσες αυτές συνδέσεις τις αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης όσο προχωρεί στην ανάγνωση των ιστοριών. Φθάνοντας στην τελευταία όλα φωτίζονται και “δένουν”, με συνδετικό ιστό όχι πια τα πρόσωπα αλλά την παρουσία του απρόσκλητου επισκέπτη στη ζωή τους, που με το απόλυτο λευκό του (εδώ δεν χωρούν αποχρώσεις) αγγίζει σώματα και πράγματα υπογραμμίζοντας τα πιο σημαντικά στοιχεία αυτού του παζλ που συνιστά το συγκεκριμένο βιβλίο. Είναι το χιόνι, φερμένο από μια ιστορία του διαχρονικά μαγικού Παπαδιαμάντη. Με τη λευκότητά του και την ανεπαίσθητη σχεδόν παρουσία των νιφάδων του περιβάλλει με την  αθωότητά του πρόσωπα, λόγια, εικόνες, ορχιδέες και λοιπά άνθη.

Διώνη Δημητριάδου


Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά κατοικεί στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία και δίδαξε σε δημόσια λύκεια. Ασχολείται με τη συγγραφή και με την κριτική λογοτεχνίας. Βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Νοών». Συμμετείχε σε συλλογικές εκδόσεις (εκδόσεις Σιδέρης, Μικρές εκδόσεις, Διάνυσμα). Έχει στο διαδίκτυο το προσωπικό ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»(http://meanoihtavivlia.blogspot.gr/2015/10/blog-post_24.html)

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

«Μάρμαρα στη μέση» του Δημήτρη Νόλλα


γράφει και επιμελείται η Διώνη Δημητριάδου*


Μια προσέγγιση στο μυθιστόρημα «Μάρμαρα στη μέση» του Δημήτρη Νόλλα,
εκδόσεις Ίκαρος

Η αληθοφάνεια της μυθοπλασίας είναι ένας στόχος προς επίτευξη για κάθε εργάτη της λογοτεχνίας, στην προσπάθεια να ισοσταθμιστεί ο μύθος με την αλήθεια, το ψέμα με  τη ρεαλιστική απεικόνιση της ζωής. Υπάρχουν οπωσδήποτε πολλοί τρόποι να αποτυπωθεί αυτή η μεταμόρφωση του επινοημένου σε φαινομενικά υπαρκτό. Άλλοτε είναι διακριτά τα ρούχα της μεταμφίεσης άλλοτε πιο δυσδιάκριτα. Πόσο σπάνια, όμως, συναντάμε την αρχική πρόθεση του συγγραφέα -εκεί στις αρχικές αράδες- πως πρόκειται «για την αληθοφάνεια και το ρεαλισμό»;
Κι αν αυτή η δήλωση κρύβει κάτι το κοινότοπο για τον προσεκτικό αναγνώστη της λογοτεχνίας, μια κοινή παραδοχή, ας πούμε, ένα κοινό μυστικό, που του επιτρέπει να βυθίζεται στις σελίδες ενός μυθιστορήματος με την ψευδαίσθηση της επινοημένης αλήθειας  των γεγονότων, πόσο θα ξαφνιαστεί στην προκειμένη περίπτωση, όταν στις πρώτες δέκα σελίδες θα μείνει εκστατικός μπροστά στη περιγραφή μιας τοιχογραφίας, που ξεδιπλώνει τις απίστευτες λεπτομέρειές της σε διαστάσεις έξι μέτρα πλάτος, τρία ύψος; Μια αφηγημένη πλοκή που μοιράζεται στα δύο, απεικονίζοντας στο ένα μέρος το κίνημα των Ζηλωτών, στη Θεσσαλονίκη(1342-1349), και στο άλλο το κίνημα των Αναβαπτιστών, στα 1535. Δύο στασιαστικά κινήματα, με θεολογική αφορμή και κοινωνικές διαστάσεις. Ποια ενδόμυχη σκέψη του καλλιτέχνη τον ώθησε στο ταυτόχρονο της παρουσίας αυτών των δύο σκηνών (με πρόταξη μάλιστα του υστερόχρονου κινήματος των Αναβαπτιστών, σαν να θέλει να τονίσει τον κάπως πρωτόγονο χαρακτήρα του σε σχέση με αυτό των Ζηλωτών), γιατί όλο αυτό να απαθανατιστεί στον τοίχο μιας ταβέρνας στο Μύνστερ της Γερμανίας;
Έχει νόημα εδώ να ανιχνεύσουμε την αλήθεια των πραγμάτων πίσω από τις ζωγραφικές απεικονίσεις που επιχείρησε ο δημιουργός αυτής της τοιχογραφίας, ο Αρίστος Καραμπίνης; Ο συγγραφέας θα μας προλάβει:
«Ο δημιουργός τους είχε αποφασίσει να ζωγραφίσει και να αναδείξει πράγματα και ανθρώπους, όχι όπως ήταν, αλλά όπως θα έπρεπε να ήταν, προκειμένου να χρησιμεύσουν ως υπόδειγμα αρετής των επερχομένων. Αρκεί το έργο να μην ξεπέσει σε μαλθακό κι ακαλλιέργητο αναγνώστη…
…η τέχνη της αλήθειας, όπως και η αληθινή ζωή, απεχθάνονται το στερεότυπο»
Έτσι μας ανοίγει τον κόσμο του νέου του βιβλίου «Μάρμαρα στη μέση» ο Δημήτρης Νόλλας, δεύτερου μέρους (μετά το «Ταξίδι στην Ελλάδα») μιας τριλογίας υπό τον γενικό τίτλο «Δύσκολοι καιροί».
Ο ήρωας αυτού του δεύτερου μέρους, ο Αρίστος  Καραμπίνης, ζωγράφος της επιβλητικής τοιχογραφίας αλλά και συγγραφέας ενός μυθιστορήματος με τον παράδοξο τίτλο «999», που αποτυπώνει τις μέρες που χρειάστηκε για να το γράψει. Μέσα απ’ αυτό θα δούμε τον «βίο και την πολιτεία» των υπολοίπων προσώπων που δένουν τη ζωή τους με τη δική του. Διαβάζουμε έτσι ένα μυθιστόρημα μέσα σ’ ένα άλλο. Κι αυτή είναι άλλη μια υπονόμευση της αληθοφάνειας από τον συγγραφέα. Σαν να μας αποκαλύπτει ότι όλα όσα γράφονται από το λογοτεχνικό του ετερώνυμο είναι απολύτως μυθοπλαστικά. Το μυθιστόρημα απεκδύεται το αληθοφανές  του περίβλημα.

Μπορεί ένα λογοτεχνικό είδος να υπεισέρχεται μέσα σ’ ένα άλλο; Πώς ο μυθιστοριογράφος χειρίζεται το θέμα του δοκιμιακά ξεφεύγοντας από το πλαίσιο της πλοκής για να σχολιάσει τα πρόσωπα, την ιστορία αλλά και τη γραφή του την ίδια; Αυτό ακριβώς γίνεται σε μερικά σημεία της ιστορίας, εκεί που ο συγγραφέας παρεμβαίνει και από παντογνώστης αφηγητής μετατρέπεται σε υπερκειμενικό πρόσωπο υποδεικνύοντας, φωτίζοντας, εξηγώντας και καθοδηγώντας τον αναγνώστη.
Τα πρόσωπα που μπερδεύουν τις προσωπικές τους ιστορίες με τα κοσμοϊστορικά γεγονότα στην Ευρώπη στα τέλη της δεκαετίας του 1990, συνιστούν ένα θίασο απίθανων χαρακτήρων, ο μικρόκοσμος των οποίων παλεύει να συνταιριάξει τα βήματά του με τον κόσμο που καταρρέει. Οι επιδιώξεις τους, οι διαμάχες τους, οι απατεωνιές τους, οι μηχανορραφίες τους, η αλήθεια του καθενός απ’ αυτούς σε αρμονία με την απώλεια του ονείρου στον σοσιαλιστικό κόσμο, με την αυγή μιας άλλης πραγματικότητας που καταξιώνει τη μικρότητα και την κουτοπονηριά. Πρώην κομμουνιστές, μαφιόζοι τώρα, ο Κοζάκος-Καζάκος που για όλα έχει μια τιμή, η Ουρανία που θα αναζητήσει τη λύτρωση σε φιλανθρωπίες και μοναστήρια, απογοητευμένη από την υποκρισία των άλλων και διεκδικώντας τη διαφορετικότητά της, μέσα από διαχρονικές αλήθειες.


«τα λόγια εκείνου του παραγνωρισμένου σοφού της Ανατολής από μάνα Αρμένισσα και κατά το ήμισυ Έλληνα απ’ την πλευρά του Πόντιου πατέρα του, που δίδασκε πως ό,τι δωρίζεις είναι δικό σου για πάντα και πως ό,τι δικό σου κρατάς σφιχτά προόρισται να πεθάνει μαζί σου. Αυτό που χάρισες θα μνημονεύει το όνομά σου εις τον αιώνα, διότι αυτός που το αποδέχτηκε το κουβαλάει πάνω του σαν μυστικό τρομερό που όσο βαθιά κι αν το καταχωνιάζει δεν μπορεί ποτέ να το ξεχάσει. Ακόμη και εκείνοι που ευεργετήθηκαν και δεν μπόρεσαν να το αντέξουν, ακόμη κι από αυτών την αχαριστία αδιακόπως επιβεβαιώνεται η αλήθεια των λόγων του Γκουρτζίεφ: χάρισε και ποτέ δεν θα ξεχαστείς, αφού ό,τι χαρίζεις παραμένει δικό σου για πάντα

 Και μέσα σε όλα αυτά μια παρτίδα ελληνικού μάρμαρου που περιφέρεται απούλητο και διεκδικούμενο, για να καταλήξει στην τελευταία σκηνή αυτού του βιβλίου να στέκει ακριβώς στη μέση ενός πασχαλιάτικου πανηγυριού. Αψευδής μάρτυρας της ευτέλειας των σημείων, με τα οποία οι άνθρωποι γύρω του ορίζουν την αισθητική τους και την ιδεολογία τους.
Ένα βιβλίο δομημένο πάνω στην αντίθεση: ο ευτελής κόσμος των ηρώων απέναντι στο μεγάλο σκηνικό που καταρρέει αποκαλύπτοντας με τη σειρά του τα αδύναμα θεμέλιά του, που κάποτε φάνταζαν ισχυρά.
Νιώθεις τελειώνοντάς το πως θέλεις να ξαναδιαβάσεις εκείνες τις εξαιρετικές δέκα πρώτες σελίδες. Πόσο τώρα τα πράγματα αποδιώχνουν τις σκιές τους και φανερώνουν την εικόνα πιο καθαρή, με την πολυμορφία των προσώπων να υποδεικνύει και έναν τρόπο ανάγνωσης.
Ως εδώ, όμως. Ο συγγραφέας δεν προτίθεται να αποκαλύψει περισσότερα για την ερμηνεία των σημείων του. Αυτό αφορά πλέον τον αναγνώστη, σ’ αυτόν τον ‘άγνωστο’ για τον οποίο θα έπρεπε «να ενσελιδιστεί μια αναθυμητική πλακέτα ‘τω αγνώστω αναγνώστη’».
Αυτός θα πρέπει να προσέξει «συντασσόμενος στο ίδιο παραμύθι μαζί με την ιστορία» να συνεχίσει με το «περισκόπιο υψωμένο», ανοιχτό σε ερμηνείες και ενδοσκοπήσεις αναπόφευκτα. Είναι μια πρόταση ανάγνωσης της λογοτεχνίας αυτή που μας προτείνει ο Δημήτρης Νόλλας. Να το εννοήσουμε: δεν αφορά τον αναγνώστη που βολεύεται με τις εύκολες, έτοιμες αναλύσεις. Ο αναγνώστης εδώ εισέρχεται στον κόσμο του συγγραφέα μέσα από τα ίχνη που βλέπει από την πρώτη σελίδα μέχρι την τελευταία, διάσπαρτα μέσα από εικόνες και λόγια. Η τοιχογραφία στον τοίχο της ταβέρνας στο Μύνστερ και το μάρμαρο με τον λευκό του όγκο μες στη μέση. Η αρχή και το τέλος της ιστορίας. Σε αναμονή για τη ολοκλήρωση της τριλογίας.


Διώνη Δημητριάδου



Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά κατοικεί στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία και δίδαξε σε δημόσια λύκεια. Ασχολείται με τη συγγραφή και με την κριτική λογοτεχνίας. Βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Νοών». Συμμετείχε σε συλλογικές εκδόσεις (εκδόσεις Σιδέρης, Μικρές εκδόσεις, Διάνυσμα). Έχει στο διαδίκτυο το προσωπικό ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»(http://meanoihtavivlia.blogspot.gr/2015/10/blog-post_24.html)


Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

"Η Φεγγαρόπετρα",Γουίλκι Κόλλινς/"The Moonstone",Wilkie Collins




γράφει και επιμελείται η Βιβή Γεωργαντοπούλου*



Το αστυνομικό ή το σταυρόλεξο θέλεις να λύσεις;


Ο Γουίλκι Κόλλινς (1824-1889)γνωστός και δημοφιλής στην Ελλάδα από το έξοχο  "Αρμαντέιλ"  υπογράφει και την "Φεγγαρόπετρα",ένα εκτενές αστυνομικό μυθιστόρημα που γράφτηκε σε συνέχειες και το οποίο δημιουργεί σχολή με τον "Ζοφερό Οίκο"του Κάρολου Ντίκενς (1852 -1853) και αργότερα την "Σπουδή σε Κόκκινο"(1887) του Κόναν Ντόυλ (ο οποίος έκτοτε με τον Σέρλοκ σαν ήρωα κρατά τα σκήπτρα του είδους).Οι τρεις τους φέρνουν πανηγυρικά την αγγλική αστυνομική λογοτεχνία από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα στο προσκήνιο μετά την καθιέρωσή της σε κατηγορία, βασικά από τον Πόε και το δικό του κλασικό μυθιστόρημα "Φόνοι στην Οδό Μόργκαν" το 1841 .

Ο Κόλλινς βάζει συχνά πυκνά σε πειρασμό τον αναγνώστη να δρασκελίσει την αφήγηση και να πάει στις τελευταίες σελίδες να δει τι στο καλό έγινε και ποιος έχει βουτήξει και για ποιο λόγο το γνωστό ως καταραμένο διαμάντι (την θρυλική φεγγαρόπετρα,το πετράδι των σκοτεινών ινδικών μύθων που φτάνει  κλεψιμαίικο στην πάλαι ποτέ αποικιοκρατόρισσα Αγγλία ,αυτήν που δεν άφησε αρχαίους ναούς, τους κουβάλησε ολόκληρους και τους έστησε στα μουσεία της οπότε σιγά μην άφηνε ένα διαμάντι που χωράει και σ΄ένα σακούλι) μα αν ο αναγνώστης την κάνει την ζαβολιά, αυτή θα πάει στράφι διότι απλούστατα δεν θα λύσει τον γρίφο.
Γιατί;Διότι ο Κόλλινς είναι επινοητικότατος μάστορας,ευφυής,διαυγής (κι όχι μόνον επειδή κατέβαζε το όπιο με το κιλό),ικανός να προσθέτει με μεγάλη άνεση καινούργιες κλωστές ,να ξηλώνει νήματα και να τυλίγει όλο τον ιστό της ιστορίας από την αρχή και να τον κουβαριάζει, να τον ξαναμπερδεύει ή να τον ξετυλίγει ξαφνικά μα όλα τα παραπάνω τα φροντίζει με μέτρο και τόσο όσο να σου αρκεί να πάρεις ίσα ίσα μιαν ανάσα καθώς και πάλι σε λίγο δεν σε αφήσει σε χλωρό κλαρί.
Το μυθιστόρημα του  Γουίλκι Κόλλινς εκδόθηκε αρχικά το 1868 και μετά είχε αναθεωρημένες από τον ίδιο τον Κόλλινς εκδόσεις με τελευταία εκείνην του 1871.Παρά την μεγάλη του έκταση -αυτό έχει να κάνει με το συνήθειο της εποχής τα μυθιστορήματα να δημοσιεύονται σε άπειρες συνέχειες, μάλιστα η "Φεγγαρόπετρα δημοσιευόταν στο περιοδικό του Ντίκενς το "All the Year Round"-και τις απανωτές προσθήκες γρίφων στην πλοκή του δεν κουράζει τον αλλιώς και σε άλλα διαβάσματα εθισμένο, γρηγορομπούχτιστο (sic) σημερινό αναγνώστη,συλλέκτη και τιτλοβιβλιοφάγο που δεν θέλει ναπάει βήμα παραπέρα από την απόλαυση,το φετίχ και το χόμπυ,το σκότωμα της ώρας κτλ κτλ και,ναι, μπηχτές *είναι όλα αυτά προς απάσας τας κατευθύνσεις. 

Από τα περιεχόμενα -που εδώ έκρινα χρήσιμο να συμπληρώσω με μερικές λεπτομέρειες- μπορούμε να καταλάβουμε σε γενικές γραμμές τι πραγματεύεται,ποια είναι τα πρόσωπα που θα μας αφηγηθούν και ποια τεχνική εισάγει ο Κόλλινς:την ομολογουμένως ευφυή της πολλαπλής αφήγησης (δεν ξέρω αν υπάρχει στα ελληνικά σχετικός όρος,οι αγγλόφωνοι την λένε multiple narrative)από τον κάθε ήρωα ξεχωριστά προκειμένου να συνδράμουν όλοι στην μυθοπλασία.
Ο συγγραφέας συντονίζει,σαν να σκηνοθετεί έναν θίασο,έναν ικανό αριθμό λιγότερο ή περισσότερο εμπλεκομένων να καταθέτουν,χωρίς να βρίσκονται μπροστά σε Ανακριτή αλλά σ΄ ένα χαρτί στην (όποια)θαλπωρή του σπιτιού τους.Με τις καταθέσεις/αφηγήσεις/εκδοχές τους συμμετέχουν ενεργά στην πλοκή  αλλά και στην λύση του μυστηρίου φωτίζοντας κάθε δυσπρόσιτο σημείο.
Η επιστολική αυτή και multiple narrative αφήγηση του Κόλλινς γίνεται γραμμικά και σε μερικές περιπτώσεις κάποιοι από τους αφηγητές επανέρχονται με δεύτερες διηγήσεις και τελικά όλοι μαζί, κεντρικοί και περιφερειακοί, με πειθαρχημένο τρόπο και σαν να κάνουν σκυταλοδρομία εξιστόρησης ,χωρίς να λείπουν οι έξυπνοι διάλογοι και οι εγκιβωτισμένες ιστορίες που δίνουν πληροφορίες για τους ίδιους σε διάφορες φάσεις  της ζωής τους ως τότε,συμπληρώνουν τα κομμάτια του παζλ της κλοπής της Φεγγαρόπετρας: 

        ΠΡΟΛΟΓΟΣ
  •   Η Έφοδος του Σερινγκαπατάμ(4 Μαΐου 1799).Απόσπασμα από οικογενειακό ντοκουμέντο.Ο Τζων Χερνκάστλ,αδελφός της ευγενικής Λαίδης Βέριντερ, μπροστά στα μάτια συγγενούς του ενώ υπηρετούν κι οι δυο στον αγγλικό στρατό της εποχής, ορμάει κατά την έφοδο των Άγγλων εναντίον του Σερινγκαπατάμ της Ινδίας και ανάμεσα στους πολλούς στρατιώτες που κάνουν ανελέητο  πλιάτσικο παρά τις διαταγές του διοικητή τους αυτός μετά το νικηφόρο πέρας της μάχης βουτάει το θρυλικό διαμάντι βάφοντας με αίμα τα χέρια του ,επιπλέον αίμα και όχι πια σε συνθήκες μάχης και γράφοντας στα παλαιά του υποδήματα τον μύθο που το συνοδεύει για την πικρή κατάληξη όποιου βρεθεί να το έχει στην κατοχή του έχοντας παραβεί την θέληση της ινδικής θεότητας που το προστατεύει.



        ΠΡΩΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
  •     Η απώλεια του Διαμαντιού (1848) όταν κοντά 50 χρόνια μετά έχει πλέον φτάσει στην Βόρεια Αγγλία.Λεπτομερείς περιγραφές από τον πιστό καμαριέρη της φλεγματικής και συνετής Λαίδης Τζούλια Βέριντερ,τον αειθαλή Γκάμπριελ Μπέτερετζ,τον πανταχού παρόντα άνδρα ,που έχει ευαγγέλιό του τον "Ροβινσώνα Κρούσο" ** και σ΄αυτόν καταφεύγει για να αντλήσει δύναμη και παραδείγματα και να δώσει συμβουλές και λύσεις στα πρόσωπα που κινούνται στο σπίτι των Βέριντερ στην ακτή του Γιορκσάιρ.



       ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
  •   Η ανακάλυψη της Αλήθειας (1848-1849),τα γεγονότα όπως περιγράφονται σε διάφορες αφηγήσεις:



ΠΡΩΤΗ ΑΦΗΓΗΣΗ: γίνεται γραπτώς από τη μις Κλακ, ανηψιά του μακαρίτη λόρδου Τζων Βέριντερ. Μεγάλη μα συμπαθής ψωνάρα η Κλακ,φτωχοσυγγενής που τριγυρίζει στο τραπέζι των πλούσιων μπας και γλείψει κάνα κοκαλάκι.Η ανύπανδρος μεγαλοκοπέλα Δρουσίλα Κλακ είναι θρησκευόμενη και μέλος επιτροπών του στυλ "Επιτροπή Μητέρων για την Μετατροπή Μικρών Ρούχων",ε,δεν το σχολιάζω,ο Κόλλινς κεντάει τον χαρακτήρα της με παραδειγματική, λεπτότατη ειρωνεία που προκαλεί γέλιο μα  δεν μετατρέπεται σε καμία περίπτωση σε φτηνή προσβολή των ανθρώπων αυτού του τύπου.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΦΗΓΗΣΗ: γίνεται από τον δικηγόρο Μάθιου Μπραφ,άνθρωπο φίλα προσκείμενο στην οικογένεια των Βέριντερ και στον Μπλέηκ,έντιμο και ξύπνιο,που στα δύσκολα στέκεται σαν πατέρας στην Ρέητσελ. 

ΤΡΙΤΗ ΑΦΗΓΗΣΗ: από τον Φράνκλιν Μπλέηκ,κεντρικό ήρωα του Κόλλινς για τον οποίο ο Μπέτεριτζ στην δική του κατάθεση/αφήγηση μας έχει προειδοποιήσει πόσο καλός ,αφελής αλλά και σπάταλος και "παιδί" είναι,που ταξιδεύοντας για σπουδές στην Ευρώπη ανακατεύει άτσαλα μα πάντα καλοπρόθετα τις κουλτούρες που έχει γνωρίσει,την ανέμελη γαλλική,την πειθαρχημένη γερμανική και την χαρούμενη και... ναζιάρα ιταλική .

ΤΕΤΑΡΤΗ ΑΦΗΓΗΣΗ:είναι απόσπασμα από το ημερολόγιο του βοηθού του γιατρού Κάντυ,του αινιγματικού Έζρα Τζένιγκς,που κουβαλάει τα συγκινητικά μυστικά του χρόνια ολόκληρα.

ΠΕΜΠΤΗ ΑΦΗΓΗΣΗ: έχουμε την συνέχιση της ιστορίας ξανά από τον Φράνκλιν Μπλέηκ,τον νεαρό άνδρα που εμπνέεται αλλά και πισωγυρίζει στις αποφάσεις του από τον έρωτά του για την ξαδέλφη του,την παρορμητική 18χρονη Ρέητσελ Βέριντερ(βρε λύσσα αυτοί οι άνθρωποι με τα ξαδέλφια τους).Ο Μπλέηκ είναι τύπος όπως είπαμε ρομαντικός και παρορμητικός,ευαίσθητος και αντιλαμβάνεται αρχικά το μέγεθος του μπλεξίματος όλων τους με το σατανικό πετράδι αλλά στην συνέχεια τα κάνει μαντάρα,δεν θα πω βεβαίως γιατί και πως.

ΕΚΤΗ ΑΦΗΓΗΣΗ: είμαστε στο 1848 και η αφήγηση γίνεται από τον παρατηρητικό και δαιμόνιο-τι άλλο;- αρχιφύλακα Καφ που έχει εμμονή με τις τριανταφυλλιές και ονειρεύεται να αποσυρθεί και να τους αφιερωθεί αλλά προηγουμένως πρέπει να λύσει το μυστήριο του κλεμμένου διαμαντιού.Ο Καφ γράφει επιστολή στην οποία ξεκαθαρίζει και εξηγεί ολιγόλογα και καθαρά και τις δικές του ενέργειες.

ΕΒΔΟΜΗ ΑΦΗΓΗΣΗ:έναν χρόνο μετά,το1849,έρχεται το γράμμα του κυρίου Κάντυ να προστεθεί στις αφηγήσεις.Ο Κάντυ είναι ο ας πούμε οικογενειακός τους γιατρός και συνδέεται με την ιδιότητά του κι όχι μόνον μ΄αυτήν με όλη την οικογένεια ,τους φίλους ,τους συγγενείς και γενικώς το παρελαύνον γύρω από το πετράδι ανθρωπομάνι .

ΟΓΔΟΗ ΑΦΗΓΗΣΗ: ο Γκάμπριελ Μπέτερετζ επανέρχεται να συνδράμει με επιπλέον λεπτομέρειες μα και σχόλια -τίποτα δεν του ξεφεύγει- από τα πολλά γεγονότα που τελικά τα έχει συγκρατήσει αναλυτικά στην μνήμη του.

    ΕΠΙΛΟΓΟΣ
  •     Η ανεύρεση του Διαμαντιού


1. Η αναφορά του πράκτορα που έχει αφήσει στο πόδι του ο Καφ  (1849)
2. Η ολιγόλογη αλλά καταλυτική αναφορά του καπετάνιου (1849)του πλοίου "Μπιούλυ Καστλ"που ετοιμάζεται να αποπλεύσει από το λιμάνι του Πλύμουθ με προορισμό την Βομβάη για την παρουσία πάνω στο πλοίο τριών μυστηριωδών  Ινδών που εικάζεται ότι κι αυτοί κυνηγούν το αφιερωμένο στον θεό τους πετράδι . 
3. Η μαρτυρία του κυρίου Μέρθγουεητ (1850)με γράμμα του που στέλνει στον Μπραφ. Ο Μέρθγουεητ είναι ένας διάσημος και πεπειραμένος περιηγητής που έχει ζήσει επί χρόνια στην Ινδία και ξέρει καλά τι σημαίνει η αρπαγή του διαμαντιού,ποιες είναι οι κάστες και τι είναι ικανοί και πράγματι αδίστακτα κάνουν οι πιστοί Βραχμάνοι για να το πάρουν πίσω.

Παράλληλα με την επίμονη αναζήτηση του πετραδιού όμως και το ωραίο και αψεγάδιαστο ζύμωμα του μυθοπλαστικού υλικού σαν ένα ελκυστικό και πνευματώδες αστυνομικό μυστήριο ο Κόλλινς κάνει και μιαν εξαιρετική αναζήτηση της αγάπης και του μίσους,του έρωτα και του οίκτου,της ζήλιας,της απληστίας,της ανοησίας,του εγωισμού,της πονηρίας,της αθωότητας, της αίσθησης του καθήκοντος,της χρείας της λογικής,τα καμώματα τύχης και της ατυχίας και των συνθηκών και των αιτίων που από όλα αυτά τα παραπάνω τα συναισθήματα, κυρίως όταν θεριεύουν στις ψυχές των ανθρώπινων πλασμάτων, μετατρέπουν τις ζωές τους σε παράδεισο ή κόλαση.
Εκτός από τα πρόσωπα των οποίων διαβάζουμε τα ονόματα στα περιεχόμενα ο Γουίλκι Κόλλινς δίνει σημαντικό ρόλο και σε κάμποσους ακόμα καλοδουλεμένους χαρακτήρες:

  •    την Ροζάνα Σπέρμαν πρώην τρόφιμο του αναμορφωτηρίου που δουλεύει σαν καμαριέρα στις εχέμυθες και συμπονετικές Βέριντερ υπό την πατρική εποπτεία του Μπέτεριτζ, εννοείται,και περιγράφεται σαν μια άχαρη καμπουρίτσα νεαρή κοπέλα που σαν να μην της έφταναν τα πρότερα βάσανά της πάει κι ερωτεύεται τον όμορφο Μπλέηκ που ούτε καν την προσέχει.Η Ροζάνα θα προβεί σε ορμητικές,δραματικές πράξεις εξαιτίας του χωρίς ανταπόκριση έρωτά της.Η απελπισία και η μοναξιά θα την βρουν αδύναμη και οι εξελίξεις θα τσακίσουν την όποια ελπίδα είχε να ξεφύγει.
  •    την Πηνελόπη Μπέτερετζ ,την χαριτωμένη και καλόκαρδη  κόρη του αρχιυπηρέτη που αν και έχει μορφωθεί και μπορεί θεωρητικά να φύγει από το αρχοντικό αυτή δεν το κουνάει ρούπι βολεμένη σε μια κατάσταση ημι-ανεξαρτησίας που όμως κάνει την προσωπική της ζωή περίπου ανύπαρκτη.
  •    την οικογένεια του φτωχού μεροκαματιάρη ψαρά Γιόλαντ που ζει στην περιοχή και η ανάπηρη και αντικοινωνική κόρη του,η κουτσή Λούσυ, γίνεται η μοναδική φίλη της Ροζάνα.Η οικογένεια είναι, παρά την λίγη έκταση που δίνει ο Κόλλινς στα πραγμένα της, σταράτη και ακριβής αποτύπωση της Αγγλίας των φτωχών και των κατώτερων τάξεων και της προδιαγεγραμμένης μοίρας τους.Μόνος βλαξ αναγνώστης μένει στο αστυνομικό μυστήριο και δεν βλέπει την κοινωνική αδικία που ο Κόλλινς δεν παραλείπει, με τον τρόπο του, να του αποκαλύψει.
  •    τον Γκόντφρεϋ Έημπλγουάητ,κοσμικό λιμοκοντόρο και σκάρτο τύπο που εγκλωβίζεται στα πάθη του,ξάδελφο (κι αυτόν) του Μπλέηκ και της Ρέητσελ την οποία τριγυρίζει οσμιζόμενος λεφτά και καταφέρνει αρχικά να την αρραβωνιαστεί και μετά να διαλύσει το ίδιο άνετα τον αρραβώνα που καταλαβαίνει ότι δεν θα του αποδώσει εισόδημα
  •   τους επίμονους Ινδούς που πάση θυσία επιχειρούν ξανά και ξανά την ανάκτηση της ιερής γι αυτούς Φεγγαρόπετρας




Δίκαια η "Φεγγαρόπετρα" του  Κόλλινς,κολλητού του Ντίκενς πλην αυτόφωτου και πραγματικά ταλαντούχου,θεωρείται ως ένα από τα εναργέστερα αστυνομικά με το εντυπωσιακό βικτωριανό της φόντο να παραμένει το ίδιο γοητευτικό και ανθρωποκεντρικό και σήμερα,συγγραφικό πρότυπο για εκατοντάδες εγχειρήματα αμέτρητων άλλων "υπηρετών" της αστυνομικής λογοτεχνίας.

Τέλος, αν και τα ορθογραφικά και συντακτικά λάθη είναι πολλά στην ελληνική έκδοση κι αυτό με ξένισε, η μετάφραση του Τάσου Δαρβέρη είναι πραγματικά καλή.Έτσι ας μετρήσει περισσότερο η θετική πλευρά,δηλαδή το ότι είχαμε την δυνατότητα να γνωρίσουμε τον Γουίλκι Κόλλινς ήδη από το 1991 χάρη στην έκδοση αυτή της Μέδουσας. 

**Συνεχίζω να απορώ προς τι τόσο διάβασμα αφού καταντήσαμε αδιάφορες στρουθοκάμηλοι στην αληθινή ζωή,κάνοντας ότι δεν μας αφορά η άθλια επικαιρότητα που είμαστε χωμένοι εντός της. Προφανώς δεν μας έχουν εμπνεύσει επαρκώς ή και καθόλου τα μεγαλοστόχαστα και καλά βιβλία που διαβάσαμε,έχουμε περάσει απλώς όμορφα και το μόνο που θέλουμε είναι άλλοι να κάνουν τον Δον Κιχώτη για λογαριασμό μας κι εμείς να τους ασκούμε κριτική.

*** Ελάχιστες αλλά στιβαρές οι βιβλιοφιλικές αναφορές του Κόλλινς(νομίζω πως δεν συνηθίζονταν τότε,μετά έγιναν ψωμοτύρι)και πάντως μεγαλοπρεπής εκείνη στον εκπληκτικό Τόμας Ντε Κουίνσυ και τις "Εξομολογήσεις Ενός Άγγλου Οπιοφάγου" ,βεβαίως όχι τυχαία.



* Η Βιβή Γεωργαντοπούλου γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα.Σπούδασε στη Νομική, όμως επαγγελματικά ασχολήθηκε με την αργυροχρυσοχοΐα (ως το 2004) και το εικαστικό βιβλιοπωλείο «Degas» (ως το 2012). Διατηρεί το μπλογκ lesxianagnosisbiblioudegas.blogspot.gr και την ομώνυμη λέσχη Ανάγνωσης από το 2009 μέχρι τώρα.


"Το Διπλό Πρόσωπο του Νου", Γιάννης Παπαγιάννης




γράφει και επιμελείται η Βιβή Γεωργαντοπούλου*





Πού αρχίζει και πού (μπορεί να) τελειώνει σαν πηγή έμπνευσης για τον συγγραφέα της εποχής μας αυτή η πολυεπίπεδη πραγματικότητα/καθημερινότητα που εντός της ζούμε ,η τόσο κοινή στα μάτια μας αλλά γεμάτη αγκάθια στην ατομική και συλλογική βίωσή της; Άραγε είναι πράγματι καλό υλικό για να είναι πειστική μια σύγχρονη λογοτεχνική αφήγηση που παίρνει στοιχεία απ΄ αυτήν;
Που αρχίζει και πού σταματά επομένως η συγγραφική φαντασία και πόσο αναγκαία είναι η τεχνική δεινότητα,προτερήματα που επιστρατεύονται για να ειπωθεί με σωστή, αψεγάδιαστη γλώσσα αυτό που (μοιάζει εξ αρχής να) είναι το ζητούμενο στην όλη αφήγηση/διαδρομή; Ποιο είναι σε τούτες τις συγκυρίες το ζητούμενο για το σύγχρονο ελληνικό μυθιστόρημα έτσι όπως σαν είδος πορεύεται σε συγκλονιστικές (αρνητικά και θετικά ιδωμένες ταυτοχρόνως) μέρες;

Εμείς γενικότερα τι κάνουμε ως άνθρωποι /αναγνώστες;Μας απασχολεί και σε πιο βαθμό η φυσική μας διττότητα,αντιλαμβανόμαστε το αμφίσημο,το διπλό,το ενίοτε επιμελώς κι άλλοτε όχι πάντως κρυμμένο ιανικό μας είναι,το κάτω από την μάσκα που φοράμε στην καθημερινότητα αυτή που εδώ δίνει το υλικό στον συγγραφέα;Την σκοτεινή,άλλη πλευρά,την βαθιά χωμένη στην ψυχή και  το νου, αυτή που πιθανόν έχει συνθλιβεί με τους ρόλους που επωμιζόμαστε από παιδιά περνώντας από τις μυλόπετρες του σχολείου και της οικογένειας;
Ποιο άραγε είναι το πιο κρίσιμο,το καταλυτικό που μας καθορίζει ως ενήλικους έχοντας αρχίσει από την εύθραυστη κι ανελέητη παιδική και νεανική ηλικία ήδη να δρα και που αυτό κυρίως παλεύουμε να αντιμετωπίσουμε στις αναζητήσεις ταυτότητας και ύστερα κάθαρσης του εσωτερικού μας κόσμου όταν,στην πρώτη και τις κατοπινές, ωριμότητα,φτάνουμε στο κλείσιμο κύκλων και απολογισμών και στην απόπειρα αρχής κάποιων άλλων,όταν πλέον πρόσωπα του περιβάλλοντός μας, καταστάσεις μέσα στις ευρύτερες συγκυρίες και σχέσεις κάθε είδους έχουν αποδειχτεί ή καταντήσει από μύριους ετερόκλητους παράγοντες ανεπαρκείς και φθοροποιές; Εμείς σαν άτομα μέσα στους μικρόκοσμους του μεγάλου μας κόσμου πόσο και σε τι,πώς έχουμε συμβάλει ή φταίξει λόγω της διττότητας;
Ένα μυθιστόρημα όπως ετούτο του Παπαγιάννη που έχει, και με το παραπάνω, λογοτεχνικές αρετές (αψεγάδιαστη γλώσσα,συνεχή ροή,έξοχη τεχνική,σύγχρονο θέμα κά) μπορεί να καταδείξει αυτήν την άλλη καθημερινότητα και την διττότητά της;

Θα πω με σιγουριά πως ναι,μπορεί και αυτό κάνει όντως και με έξοχο τρόπο.Ο Γιάννης Παπαγιάννης στο μυθιστόρημά του "Το Διπλό Πρόσωπο του Νου",εκδόσεις Κριτική 2015 -ένα από τα πιο καλά κατά την γνώμη μου και ενδιαφέροντα βιβλία της ελληνικής πεζογραφίας το οποίο δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τα επαινούμενα βιβλία της ευρωπαϊκής λογοτεχνικής σκηνής των τελευταίων ετών, βιβλίο απαιτήσεων και όχι απαραιτήτως δυσνόητο αν και όχι ευκολοδιάβαστο (διότι σε μονοπωλεί, πρέπει να το διαβάσεις όχι μόνον με τα μάτια αλλά και το μυαλό), βραδείας καύσεως που θα αντέξει στον χρόνο -εκεί λοιπόν φτιάχνει έναν εκπληκτικό ήρωα στον οποίο δίνει έναν ιδιαιτέρως ελκυστικό,δισυπόστατο ρόλο με έντονα τα χαρακτηριστικά του κριτή και του κρινόμενου την ίδια στιγμή χωρίς να πλατιάζει σε βάρος της αρμονίας και της οικονομίας του λόγου.Μας ιντριγκάρει κιόλας εξ αρχής δίνοντάς του και το όνομά του .
Ο εντός του μυθιστορήματος Παπαγιάννης είναι ο ένας από τους δυο κεντρικούς χαρακτήρες της αφήγησης κι εκείνος που εμπλέκεται παρεμβατικά στην ζωή τού άλλου ήρωα,του ψυχίατρου Βασίλη Ζώη,του οποίου τα αλλοπρόσαλλα(που δεν είναι και τόσο αλλοπρόσαλλα,αντιθέτως έχουν βαθιές ρίζες και αιτίες) καμώματα στην μεσήλικη ζωή του είναι η αφορμή για να υφάνει ο πραγματικός Παπαγιάννης ιδανικό κουκούλι που να  χωράει το ίδιο καλά περιγραφές συμβατικών γεγονότων και επινοημένα περιστατικά,υπαινιγμούς και παρωδίες,σχόλια και διακειμενικές αναφορές-κλειδιά για την πρόσληψη της ιστορίας που (μας)αφηγείται.

Η λακωνική περίληψη στο οπισθόφυλλο εστιάζει στα εξωκειμενικά και ενδοκειμενικά στοιχεία που σχηματίζουν το ορατό σώμα του κειμένου που είναι εμπνευσμένο μεν από την πεζή πραγματικότητα, μπολιασμένο όμως με στοιχεία ονείρου και βέβαια επινόησης,μετασχηματισμένο σε μιαν αφήγηση δομημένη με τρόπο τέτοιο από τεχνικής πλευράς έτσι ώστε αυτή να περάσει στο τέλος χωρίς μεγάλη απώλεια τα βαθύτερα,τα κύρια υπαρξιακά νοήματά της σε μας τους αναγνώστες,ξεχωριστά βεβαίως για τον καθένα μας:

  •   985: Ο έφηβος Βασίλης ερωτεύεται την Ευγενία. Σχεδιάζει να την παντρευτεί, όμως εκείνη αρραβωνιάζεται με άλλον. Η εκδίκησή του θα είναι δαιμονική.
  •   Χειμώνας 2009: Ο Βασίλης,έπειτα από είκοσι χρόνια, επιστρέφει στον τόπο του και ερωτεύεται για δεύτερη φορά την Ευγενία. Όμως δεν είναι η Ευγενία. Η παθιασμένη σχέση ξυπνάει εφιάλτες.
  •   Καλοκαίρι 2009: Ο συγγραφέας συναντάει τον Βασίλη και τρεις κοπέλες σε διακοπές. Το πρωί η μία κοπέλα βρίσκεται δολοφονημένη κι οι υπόλοιποι έχουν εξαφανιστεί.
  •    2011: Ο συγγραφέας συναντά τον Βασίλη,μ’ένα σχέδιο στο μυαλό του.


Στην αναλυτικότατη και επίσης πολιτική ανάγνωση της Μαρώς Τριανταφύλλου (εδώ ολόκληρη η παρουσίαση την οποία θεωρώ εξαιρετική και με κάλυψε 100%) διαβάζουμε:

  • Τόσο στην "Ασθένεια της Πεταλούδας" (Άγκυρα, 2009) και πιο πολύ τώρα, στο μυθιστόρημα "Το Διπλό Πρόσωπο του Νου",η φροντίδα της μορφής,η έγνοια της επιλογής μιας πρωτότυπης και πειραστικής για τον ψαγμένο αναγνώστη αφήγησης είναι μεγάλη. Φαίνεται να έλκεται από το αστυνομικό μυθιστόρημα, που τα τελευταία χρόνια έχει χάσει ουσιαστικά τον αστυνομικό χαρακτήρα, και αποτελεί πλέον μια άλλη μορφή του κοινωνικού μυθιστορήματος.Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκεται ένας φόνος, από τον οποίο σαν ιστός αράχνης εξυφαίνεται ένα τεράστιο, πολύπλοκο δίχτυ προσώπων, καταστάσεων και σχέσεων. Λόγω του τρόπου αφήγησης, οι σχέσεις και οι καταστάσεις μοιάζουν να έχουν μια υδάτινη, ονειρική ή καλύτερα εφιαλτική διάσταση. Μια προσεκτικότερη όμως ανάγνωση αποδεικνύει ότι είναι πολύ στέρεα δομημένες και καρφωμένες στην πραγματικότητα. Καρφωμένες στη σύγχρονη Ελλάδα με τις αβεβαιότητες και τις πολλαπλές κρίσεις, την μπερδεμένη και φοβισμένη Ελλάδα, και γι’ αυτό ο πόνος των ανθρώπων και των πραγμάτων κινείται ζωντανός στους δρόμους και διηγείται ιστορίες τρέλας και μίσους ή, στην καλύτερη περίπτωση, ιστορίες ποτισμένες σε οντολογική ειρωνεία.
  • Πρόσωπο μέσα στο κείμενο είναι ο ίδιος ο συγγραφέας, που εμπλέκεται ως ήρωας μέσα στο ίδιο του το έργο, χωρίς όμως να υπάρχει η ελάχιστη αυτοβιογραφικότητα, με επιμελημένη παραμόρφωση του προσώπου ώστε σε τίποτε να μη θυμίζει τον πραγματικό Παπαγιάννη. Παραβιάζει έτσι με ενδιαφέροντα τρόπο τα πιραντελικά όρια της ζωής και της τέχνης, της ζωής που γίνεται αντικείμενο τέχνης, για να μη μοιάζει σε τίποτε με το πραγματικό αντικείμενο αλλά να είναι έτσι που πάντα να το θυμίζει. Η τελική επίγευση από την ανάγνωση του μυθιστορήματος μοιάζει με αυτήν που αφήνει ένας πίνακας του Λούσιεν Φρόιντ.
  • Τα κεφάλαια και τα υποκεφάλαια της ιστορίας του συναιρούν εσκεμμένα τεχνικές διαφόρων ρευμάτων και συγγραφέων. Ένα προσεκτικό μάτι αναγνωρίζει διαφορετικές υφολογικές επιλογές από κεφάλαιο σε υποκεφάλαιο, ακούει υπόγεια γνωστές φωνές, ενώ ο συγγραφέας κλείνει το μάτι βοηθώντας ως έναν βαθμό τον αναγνώστη του να ανακαλύψει τα παιχνίδια αυτά, να τα ξεσκεπάσει με ευχαρίστηση, δίνοντας ένα νέο αναγνωστικό βάθος. 
  • Το "Διπλό Πρόσωπο του Νου" είναι ένα κατεξοχήν μεταμοντέρνο μυθιστόρημα, που μιλά για την περιπέτεια της γραφής, περιγράφει με τον εαυτό του αυτή την περιπέτεια.  Διαχειρίζεται έμμεσα έναν πλούτο σύγχρονων φιλοσοφικών θεωριών για τη γλώσσα και τη χρήση της, με αφετηρία τον Βιτγκενστάιν του Tractatus, ενώ συνομιλεί ευθέως με την ντεριντιανή θεωρία της αποδόμησης. Η γλώσσα, ζωντανή και χυμώδης, αλλάζει από κεφάλαιο σε κεφάλαιο ανάλογα με τις συγκεκριμένες κάθε φορά ανάγκες και τις αναφορές, άλλοτε ακύμαντη, στεγνά περιγραφική, άλλοτε κοφτερή και ειρωνική, άλλοτε στα όρια της προφορικότητας, πράγμα που επιτρέπει στον συγγραφέα να παρασύρει τον αναγνώστη σε συνδημιουργικές αναγνώσεις και στην ψευδαίσθηση ότι αυτό που διαβάζει γράφεται εκείνη τη στιγμή και το γράφει ο αναγνώστης μαζί με τον συγγραφέα.

Για το μυθιστόρημα του Γιάννη Παπαγιάννη γράφει θετικά σχόλια και ο Διονύσης Μαρίνος -με ένα εξαιρετικό στυλ γραψίματος κι εκείνος οφείλω να πω- εδώ και η συνήθης ύποπτη Κατερίνα Μαλακατέ στο μπλογκ τηςμε κείνον τον φοβερό τρόπο που έχει:πέντε σταράτα,εύστοχα σχόλια,κατ΄ευθείαν στο ψαχνό και χωρίς μεσοβέζικες διπλωματοσύνες (αν διαβάσετε την κριτική της θα καταλάβετε τι εννοώ).Τέλος ο ίδιος ο συγγραφέας δίνει μερικές απαντήσεις για το έργο του στην στήλη "στο εργαστήριο του συγγραφέα" του Fractal.
Bρείτε το,παρακαλώ,αυτό το μυθιστόρημα,αγοράστε το αν μπορείτε -διότι δεν είναι ακριβό, ειδικά σε σχέση με την ποιότητα της έκδοσης θα έλεγα καθόλου- δανειστείτε το (όπως έκανα κι εγώ με το προηγούμενό του που κάπου έδωσα και ποτέ δεν μου επέστρεψαν και τώρα το βρήκα στην δημοτική βιβλιοθήκη της γειτονιάς μου),εν ολίγοιςδιαβάστε το, είναι κρίμα το τόσο καλό αυτό βιβλίο να χαθεί στην εκδοτική μας πλημμυρίδα.



* Η Βιβή Γεωργαντοπούλου γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα.Σπούδασε στη Νομική, όμως επαγγελματικά ασχολήθηκε με την αργυροχρυσοχοΐα (ως το 2004) και το εικαστικό βιβλιοπωλείο «Degas» (ως το 2012). Διατηρεί το μπλογκ lesxianagnosisbiblioudegas.blogspot.gr και την ομώνυμη λέσχη Ανάγνωσης από το 2009 μέχρι τώρα.

«Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου» του Δημήτρη Αγγελή


γράφει και επιμελείται η Διώνη Δημητριάδου*


Μια προσέγγιση στην ποιητική συλλογή
«Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου»
του Δημήτρη Αγγελή,
εκδόσεις Πόλις

Ο ποιητικός κόσμος του Δημήτρη Αγγελή. Ένας κόσμος τόσο παράξενος στις εικόνες του. Σε γοητεύει, θέλεις να εισχωρήσεις, σαν να ανοίγεις μια πόρτα παραμυθιού, και ξαφνικά αντιλαμβάνεσαι πως το τοπίο είναι σκληρό, το έδαφος πετρώδες.
Αυτή η ποίηση έχει μέσα της πόνο, κι όμως δεν σε απωθεί. Αντιθέτως, σε παίρνει απ’ το χέρι και μέσα σε τριάντα τρία στιχουργήματα (τα περισσότερα άτιτλα, μόνο με αρίθμηση) που συμπληρώνουν το ένα το άλλο συναποτελώντας ένα ποιητικό όλον, σε οδηγεί στο σύμπαν του ποιητή, που αποδεικνύεται περίεργα οικείο.
Λέξεις δυναμικά αυτόνομες (συνοδευόμενες από υπερρεαλιστικές εικόνες σε μερικά από τα ποιήματα) κυριαρχούν και θέτουν τα όρια της ανάγνωσης. Η ποίηση του Δημήτρη Αγγελή δεν σου επιτρέπει πολλές ερμηνείες. Είναι μονοσήμαντος  ο κόσμος του, χωρίς αυτό να αφαιρεί κάτι από την αξία του. Σε κατευθύνει ο ίδιος ο ποιητής στους χώρους που επιθυμεί και σου δίνει το ελάχιστο που χρειάζεσαι για να κατανοήσεις. Γιατί αυτός ο δυνατός λόγος είναι απλός στα στιχουργικά του μέσα.
Παράλληλες εικόνες που μοιάζουν αυτόνομες στη σημασία τους, τελικά συναντώνται και δίνουν την πλήρη εικόνα. Μόνο που πρέπει να τις ‘διαβάσεις’ μία μία ανοίγοντας το περίβλημά της για να ανακαλύψεις τα ενδότερα, το νήμα που τη συνδέει με τις υπόλοιπες.
Παιδικές μνήμες συνεχίζουν την ιστορία τους στα σύγχρονα πάθη του ενήλικα, μια θηλυκή παρουσία στοιχειώνει εδώ κι εκεί τον ποιητικό λόγο, η κοινωνία της κρίσης μοιάζει να αποτελεί τον εξωτερικό χώρο για να κινητοποιηθεί η έμπνευση, χωρίς ωστόσο να τοποθετείται πολιτικά. Ο εσωτερικός κόσμος κυριαρχεί και δημιουργεί τοπία χιονισμένα, ακτές που ξεβράζουν ημιθανείς φάλαινες, πρωινά Κυριακής με απόγνωση του ποιητή για το ‘καταφύγιο’ της ποίησης:

«Γράψε και γι’ αυτόν τον καθημερινό μου φόβο μήπως χαθεί για πάντα η
Μαρία
σ’ ένα μέρος χωρίς βροχή, ένα πρωινό χωρίς στίχους.»

Πρόσωπα του λογοτεχνικού σύμπαντος του ποιητή ζουν μέσα στους δικούς του στίχους, ένας ελάχιστος Κάφκα κρυμμένος πίσω από τον Χωρομέτρη του δικού του ποιήματος σαν να ξέφυγε από τον ‘Πύργο’ για να συνδράμει το “παράλογο” των προσωπικών του εικόνων:

«Να γράψω ένα ποίημα για τη σιωπηλή Κυριακή που να λέει τους λύκους
λύκους και τους φονιάδες φονιάδες
Να βγω στον ακάλυπτο και να φωνάξω ό χ ι σαν κάτι να με πνίγει
Να διαβάσω Γιόζεφ Ροτ, να ξαναθυμηθώ τον μεσοπόλεμο του Λεοντάρη
Να χορέψω με το Riders on the storm στο πικάπ σα να επίκειται πάλι το τέλος
Να είσαι εσύ το τέλος μου, να είμαι ο δικός σου μεσοπόλεμος
Να βγω από το σπίτι, να βγω επιτέλους από τον εαυτό μου,
Ν’ αγοράσω εφημερίδα, να δω τους συνταξιούχους που παίζουν σκάκι στα παγκάκια της προκυμαίας
Να φανταστώ έναν βυζαντινό άγγελο να κατεβαίνει στα νερά ψιθυρίζοντας ακατάληπτες λέξεις
Να περάσω απ’ το καφενείο που συζητάνε πολιτική και ποδόσφαιρο
Να τηλεφωνήσω στον ηλεκτρολόγο
Να τηλεφωνήσω στον χωρομέτρη
Να ζητήσω ζάχαρη απ’ τον γείτονα
Να μην είναι σιωπηλή η Κυριακή, να μην γράφω ποιήματα.»

Και το ελάφι, λες και βγαίνει από τα παιδικά Χριστούγεννα όπως οι ήρωες των παραμυθιών, για να υπογραμμίσει ότι ο κόσμος των ενηλίκων δεν είναι παρά η συνέχεια εκείνου του αλλοτινού:

«Για να ζεσταθείς κάλεσε για επίσκεψη το κοριτσάκι με τα
σπίρτα. Φαντάσου ζαχαρωτά σε φωτισμένες βιτρίνες. Αντί για
κουβέρτα χρησιμοποίησε τους επτά νάνους.»

«Απόψε η παραμονή της Πρωτοχρονιάς μαζί σου
δεν είναι γιορτή στη μεγάλη πλατεία. Είναι
οι τράπεζες που μας πνίγουν κι ένα σώμα – οδόφραγμα.
Είναι το μουχλιασμένο ψωμί της Αχμάτοβα.
Είναι εκείνο το λευκό ελάφι που δακρύζει
πάνω στο κρεβάτι μου.»

Η ποίηση του Δημήτρη Αγγελή αυτοσχολιάζεται, και έτσι μας δίνει και τη δική του άποψη για τις ποιητικές απόπειρες:

«Αυτό δεν είναι ποίημα. Το ποίημα είναι τρία χιλιόμετρα μακριά,
πίσω απ’ τους αμμόλοφους κι έρχεται…
Το ποίημα είναι ένα παγωμένο κουκούτσι:

Σου σπάει τα δόντια.
Σου ξεσχίζει το λαιμό.
Κι αυτό δεν είναι ποίημα.»

Εδώ, λοιπόν, έχουμε ποίηση με δόντια, με την ιδιαίτερη δύναμη που αποκτά ο λόγος, όταν ξεφεύγει από τα τετριμμένα και καταθέτει την αλήθεια του με γλώσσα απλή αλλά αρματωμένη με πόνο, απώλεια, βίωση του μέγιστου νοήματος (το εξαιρετικό -με τον αριθμό 29- στιχούργημα, με την εικόνα του παιδιού που ονειρεύεται και μας τρομάζει με απειλές), έρωτα:
«…ο ‘Μπλε Λωτός’, πλοιάριο ρυπαρό και μεθυσμένο. Τώρα θυμάμαι:
Ανάμεσα στους επιβάτες του υπήρξα κάποτε κι εγώ,
άδειασα τη ζωή μου στα νερά σου.»

αλλά και θάνατο, δοσμένο μέσα σε μια μοναδική στην έμπνευσή της λέξη:

«Διόδια βιαστικά ν’ αποδοθεί ο οβολός στον Άδη. Κερβερίζουν
τριγύρω κάτι αδέσποτα σκυλιά».

Τελικά μια ποίηση που δεν επαίρεται για τον οίστρο της αλλά δείχνει τα ‘εργαλεία’ της με την αθωότητα που αρμόζει στον ποιητή:

«Έγραφα τότε νοερώς ένα ποίημα, όμως ακόμα δεν το ήξερα
γιατί καθένας έχει μέσα του έναν που κλαίει και φεύγει χτυπώντας
την πόρτα
κι έτσι μπορείς να μένεις κάπου ενώ στην πραγματικότητα είσαι ήδη
πολύ μακριά,
να γράφεις κάτι μέσα σου ενώ δεν γράφεις τίποτα»

Στην συγκεκριμένη περίπτωση τα ποιήματα μιλούν και μας αγγίζουν όπως ένα σύννεφο που υπερίπταται αλλά το προσεγγίζεις με τη δύναμη του λόγου:

«Θα με αναγνωρίσετε
γιατί θα κρατάω παραμάσχαλα ένα στυμμένο σύννεφο»

φέρνοντάς μας στο μυαλό τον άλλο ποιητή:

«Μέγας ο κόσμος με της φωνής τη δύναμη
…δεν είμαι άντρας εγώ, είμαι ένα σύννεφο με παντελόνια»
( Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκυ, «Σύννεφο με παντελόνια»)

Αυτοί που  συνταιριάζουν με το ασαφές νεφέλωμα δεν είναι όλοι ίδιοι. Άλλοι ξαπλώνουν πάνω του και νιώθουν να τυλίγονται όμορφα από την πάχνη του, προνομιούχοι τάχα αυτοί της άνωθεν εξαίσιας εποπτείας. Περιφρονούν τους ταπεινούς εργάτες της γραφής που ούτε λίγο γκρίζο χιόνι αξιώθηκαν στις λέξεις τους επάνω. Και αδιαφορούν για όλους τους αμέτοχους κι ανίδεους των πλούσιων νεφών.  Μα είναι κι άλλοι που, κομμάτι σύννεφο κι οι ίδιοι, στύβουν σκληρά το υδάτινο το σώμα τους για να γευτούν μια στάλα ουρανό όλοι της γης οι κουρασμένοι, επαίτες της ζωής. Αυτοί  οι ποιητές έχουν το σύννεφο αναγνωριστικό σημάδι, βαρύ φορτίο αέρινο, ωστόσο εκλεκτό.

Το ελάφι που δακρύζει πάνω στο κρεβάτι του ποιητή, μας κοιτάζει από τον πίνακα του Κώστα Σιαφάκα στο εξώφυλλο του βιβλίου. Σε ασπρόμαυρη εκδοχή, μακριά από εκείνο του παραμυθιού αλλά και τόσο κοντά στο πνεύμα της ποίησης που παρουσιάζει ο Δημήτρης Αγγελής:

«Τριγύρω χιόνι. Παραμονεύουν
Βοριάς λυσσάρης, Ιούδας, μάγισσα γριά»


Διώνη Δημητριάδου


*Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά κατοικεί στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία και δίδαξε σε δημόσια λύκεια. Ασχολείται με τη συγγραφή και με την κριτική λογοτεχνίας. Βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Νοών». Συμμετείχε σε συλλογικές εκδόσεις (εκδόσεις Σιδέρης, Μικρές εκδόσεις, Διάνυσμα). Έχει στο διαδίκτυο το προσωπικό ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»(http://meanoihtavivlia.blogspot.gr/2015/10/blog-post_24.html)