Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

"Η Λάσπη", Χρήστος Αρμάντο Γκέζος




 γράφει και επιμελείται η  Βιβή Γεωργαντοπούλου*

                                                          lesxianagnosisdegas@gmail.com





Κλείνω συγκινημένη το καλαίσθητο και φροντισμένο βιβλίο των εκδόσεων Μελάνι με τίτλο «Η Λάσπη» και σκέφτομαι ότι ο συγγραφέας του, ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, για τον οποίο διαβάζω λίγα λόγια στο εσώφυλλο όταν το έγραψε ήταν μόλις 26 χρόνων, μοναχά 26,26 χρόνων,αιφνιδιάζομαι ευχάριστα,τόσο νέος και ήδη ξεχωριστός. Ενθουσιάζομαι και απ΄αυτό.
Ο Γκέζος είχε κάνει αίσθηση με την καλημέρα που είπε ή μάλλον έγραψε, με  μια ποιητική συλλογή για την οποία ειπώθηκαν από τους σωστούς ανθρώπους στις σωστές στιγμές, στις σωστές φάσεις και στους σωστούς τόπους τα καλύτερα  -τα άφτιαχτα εκείνα,τα αληθινά και τα από καρδιάς ειπωμένα- και να που τώρα έφτιαξε, έπλασε κυριολεκτικά σαν εικαστικός και όχι γραφιάς αυτήν την  υπέροχη, παραληρηματική νουβέλα, με τις λίγες σχετικά σελίδες που δεν μπαίνουν, δεν χωράνε,δραπετεύουν εύκολα και αμέσως από το ανατομικό φιλολογικό τραπέζι γιατί είναι κάτι άλλο, πολύ περισσότερο από ένα ακόμη ελπιδοφόρο κείμενο, είναι από αυτά τα λιγοστά,τα ανέλπιστα, είναι κόσμοι ολόκληροι λέξεων που ενώνονται και σε βρίσκουν απροετοίμαστο, δυσκολεύεσαι να πιστέψεις αμέσως ότι έγιναν λογοτεχνία αυτής της κλάσης από έναν νεαρό άνθρωπο-γιατί ποιες είναι,λες, οι εμπειρίες του πια, πού τα ξέρει όλα αυτά,πότε τα έζησε. Μα φυσικά πολλά θα τα έζησε,ναι, το καταλαβαίνεις αυτό, άλλα θα του τα αφηγήθηκαν και προφανώς ήταν η ψυχή του ανοιχτή και κατάλαβε τον πόνο των ανθρώπων και κουβάλησε με σεβασμό τα φορτία τους μα και πάλι,πως στο καλό,τι τον πυροδότησε πέρα από το ολοφάνερο ταλέντο να τα καταγράψει με τόση αγάπη, πίκρα, θυμό, οργή, αμεσότητα και να τα μοιραστεί με σεμνότητα, νομίζω, μαζί και τέλεια γνώση της γλώσσας και του ιερού της μυστηρίου;
Λάτρεψα την νουβέλα του Γκέζου και δεν με ενδιέφεραν οι τεχνικές -αν έχει, μπορεί να έχει,εγώ αυτήν την φορά δεν ασχολήθηκα- μικροατέλειές της. Μιλούσα με γνωστό μου, άνθρωπο με κοφτερό μάτι, αυστηρό κριτή και πολύ φειδωλό στους επαίνους του ειδικά για την σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία και μου έλεγε ότι στο δεύτερο μέρος της "Λάσπης" ο συγγραφέας σαν να  πλατιάζει κάπως βάζοντας τον ήρωά του να εστιάζει υπέρ του δέοντος στην συνάντηση με την πρώην κοπέλα του. Έτσι του φάνηκε και επιπλέον, μού είπε, δεν έβγαινε σαφής άκρη τι έγινε με τον πατέρα τού ήρωα, έγινε ή δεν έγινε το τρομερό που αφήνει ο Γκέζος να εννοηθεί και κάμποσα ακόμα και κοντολογίς αναρωτιόταν για ψιλολολόγια  ο φίλος μου λέγοντας όμως όλη την ώρα είναι αναμφίβολα μεγάλο ταλέντο.
Κι αν αναρωτιέστε τι έκανα εγώ, θα σας πω:υπονόμευα αθελά μου, δίχως να το΄χω σκοπό την συζήτηση με σφήνες τύπου ποιος νοιάστηκε για την τεχνική αρτιότητα όταν επείγει να διαβάζουμε με ανοιχτό μυαλό τα ουσιαστικά κι ανθρώπινα ενός κειμένου και να παίρνουμε από τα πολύτιμα εντός του και τι θες κι εσύ πια όταν η «Λάσπη»ανήκει σίγουρα στην κατηγορία αυτή, τι καθόμαστε τώρα και ψάχνουμε σαν γεροντοκόρες να γκρινιάξουμεΑς διαβάζουμε και με τα μάτια της ψυχής μας καμιά φορά!
Κλέβω -γιατί βαριέμαι αφόρητα να σκαρώσω μια - την περίληψη από την βάση της βιβλιονέτ, που τα λέει όλα όσα χρειάζεται και μαζί  δεν λέει τίποτα, δεν μπορεί να πει  γιατί μόνον αν διαβάσει κανείς την νουβέλα του Γκέζου θα καταλάβει, θα νιώσει:
Ο 28χρονος Αλέξανδρος, ή Σάντο, επιστρέφει στην Αθήνα έπειτα από έναν χρόνο στο εξωτερικό αποφασισμένος να αυτοκτονήσει. Καθώς προσπαθεί να υλοποιήσει τις τελευταίες λεπτομέρειες του σχεδίου του, περιπλανάται στους δρόμους της πόλης παρα-παίοντας αδιάκοπα ανάμεσα στο παρελθόν και το αποπνικτικό παρόν, αναμετράται με τις προσωπικές του αδυναμίες και το σκληρό ανθρωπογενές περιβάλλον, παλεύοντας με τους ασθματικούς του μονόλογους να ορίσει τη θέση του στον κόσμο.
Καθώς δε παραμένω,και με βολεύει αυτό,στην φάση του with a little help from my friends, παίρνω κι από το εργαστήρι του συγγραφέα στο περιοδικό Fractal  το κομμάτι στο οποίο ο ίδιος ο συγγραφέας μιλά, προσέξτε πώς και τι λέει,για το βιβλίο του/μας (η χρήση τής ξεχασμένης, καθέτου φυσικά από εκείνον ξεσηκωμένη ):
Ο Άμος Οζ λέει κάπου στην Ιστορία Αγάπης και Σκότους ότι για να γραφτεί ένα μυθιστόρημα 80.000 λέξεων πρέπει σταδιακά να πάρεις 1.000.000 αποφάσεις. Η Λάσπη αποτελείται από περίπου 50.000 λέξεις, όμως οι αποφάσεις που χρειάστηκε να ληφθούν κατά τη συγγραφή της δεν ήταν και πολύ λιγότερες. Στην αρχή τα βασικά: ο σκελετός, η οπτική, τα πρόσωπα.Τα σημαντικότερα όμως στη συνέχεια: η μορφή των διαλόγων στο παροντικό επίπεδο αφήγησης, χωρίς παύλες και με τη διχαστική παρείσφρηση του εσωτερικού λόγου του Σάντο, στο παρελθοντικό επίπεδο η ενσωμάτωσή τους στον μονόλογο, η πυρετική γλώσσα και το λαχάνιασμα, η χρήση καθέτων σε ορισμένες λέξεις παραπλήσιου ή και ίδιου νοήματος, όλα προέκυψαν αυθόρμητα καθώς γραφόταν το βιβλίο και ήταν επιλογές που γεννήθηκαν από το πνεύμα και την ουσία του σχηματιζόμενου ήρωα, τον οποίο με τη σειρά τους είχαν σκοπό να οικοδομήσουν και να θρέψουν.
Τα πρώτα προσχέδια, κάποιες προχειρογραμμένες προτάσεις με άτσαλα γράμματα, μουντζαλιές και ασύμμετρα βελάκια, έγιναν κατά τη διάρκεια ενός κύκλου σεμιναρίων εργασιακής επιμόρφωσης. Αυτή είναι και μια από τις ελάχιστες φορές που έχω χρησιμοποιήσει χαρτί μέχρι τώρα για οτιδήποτε έχει να κάνει με τη συγγραφική μου δραστηριότητα: γράφω πάντα στον υπολογιστή και σημειώσεις ή σπινθήρες ποιημάτων τα κρατώ στο κινητό, καταφεύγοντας στο χαρτί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις για προσωρινές καταγραφές.
Η συγγραφή της Λάσπης όμως ήταν για μένα ξεχωριστή κυρίως στη διάσταση του χρόνου: συνήθως, δεν μπορώ να σταθώ μπροστά από το λευκό ηλεκτρονικό χαρτί του υπολογιστή για πάνω από μια-δυο ώρες, κι ακόμα και μέσα σε αυτό το διάστημα μπορεί στο τέλος να έχω καταφέρει να γράψω μόνο μερικές δεκάδες λέξεις. Στην πεζογραφία, όπως και στην ποίηση, η αναζήτηση της μίας και μοναδικής λέξης, της κατάλληλης λέξης, θυμίζει πολλές φορές τη μεταφυσική αναζήτηση του άλλου μισού στα παραμύθια· η λάθος λέξη, ή ακόμα και η σωστή λέξη λάθος τοποθετημένη, μπορεί να είναι το ένα επιπλέον απειροστό μικρογραμμάριο που επικάθεται σε μια λεπτή κατασκευή με αποτέλεσμα την παταγώδη της κατάρρευση. Για μια και μόνο λέξη, ή για ένα μικρό σύνολο με κέντρο αυτήν τη λέξη, μπορεί να χρειαστούν ώρες ανάγνωσης της πρότασης, ρυθμικών δοκιμών και νοηματικών πειραμάτων.Γι’ αυτόν κυρίως τον λόγο, όταν γράφω διηγήματα ή ποιήματα εξουθενώνομαι πολύ γρήγορα και αφήνω στην άκρη το κείμενο ή κάνω πολύ συχνά διαλείμματα. Στη Λάσπη όμως έφτασα κάποιες φορές να γράφω 7-8 ώρες τη μέρα. Άλλες μέρες γέμιζα δυο σελίδες, άλλες μερικές γραμμές. Η πρώτη γραφή μου πήρε περίπου 8 μήνες και η μετέπειτα ολοκλήρωσή της στη μορφή που εκδόθηκε ήταν λυτρωτική για μένα αλλά πλέον, για να επανέλθω στους κανονικούς μου συγγραφικούς ρυθμούς, τους τελευταίους μήνες γράφω πολύ αραιά, κυρίως ποιήματα.Ο τίτλος εμφανίστηκε ως έκλαμψη, πιθανώς πυροδοτημένη από υποσυνείδητες σκέψεις και συνδέσεις, όταν το βιβλίο είχε πάρει σε μεγάλο βαθμό την τελική του μορφή. Πρώτα τον υιοθέτησα και μετά τον ερμήνευσα: είναι η λάσπη που εκτοξεύεται προς όλες τις κατευθύνσεις, εντός και εκτός σαρκίου,για να μεταθέσει ή να δημιουργήσει ευθύνες· η λάσπη στην οποία κυλιέται ο πρωταγωνιστής και την οποία βλέπει να καλύπτει τους ανθρώπους και τα κτήρια γύρω του, φτάνοντας μέχρι τα σωθικά του με τη μορφή της αλεσμένης τροφής που δεν μπορεί να την κάνει κτήμα του και την αποβάλλει θεαματικά· η λάσπη του χρόνου στην οποία επιπλέουν όλες οι γλωσσικές εκφορές του ανακατεμένες, μέσω των οποίων αποκλειστικά δομείται.
Η "Λάσπη"του Γκέζου είναι, και κλείνω μ΄αυτό,ένα από εκείνα τα βιβλία που ένιωσα ότι ανήκουν σε μένα και σένα, ανώνυμε αναγνώστη, εμένα κι εσένα  που επιμένουμε να διαβάζουμε χωρίς να δίνουμε σημασία στις σειρήνες του εκδοτικού μας matrix, που καλά κρατεί τάζοντας λαγούς με πετραχείλια όμως παράγει μετριότητες που θα ξεχαστούν πριν καλά καλά περάσει λίγος καιρός από την κυκλοφορία τους.Η "Λάσπη" όμως θα παραμείνει κι όσο περνάει αυτός ο κακός και μισάνθρωπος καιρός θα αγγίζει ολοένα και περισσότερο και πιο πολλούς αναγνώστες .Είμαι δε βέβαιη ότι ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος θα έχει σπουδαία συνέχεια και το στερεότυπο το περί του ιδαιτέρως νεαρού της ηλικίας του που μας κίνησε κι αυτό το ενδιαφέρον θα πάψει να μας εντυπωσιάζει διότι το ταλέντο, για να πούμε τα σύκα σύκα και την σκάφη σκάφη δεν έχει ηλικία. Ή υπάρχει και το καλλιεργείς ή χαιρέτα μας τον πλάτανο. 



/Ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος γεννήθηκε το 1988 στη Χιμάρα και είναι απόφοιτος της Σχολής Αγρονόμων Τοπογράφων Μηχανικών του Ε.Μ.Π. Η πρώτη του ποιητική συλλογή «Ανεκπλήρωτοι Φόβοι» (Πολύτροπον, 2012) τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα.



 Το διήγημά του Χρήστου Αρμάντου Γκέζου  "Καρδιές για φάγωμα" θα γυριστεί σε ταινία μικρού μήκους, σε σενάριο και σκηνοθεσία Ειρήνης Κούτουλα (Renee Koutoula). Ανυπομονούμε!



* Η Βιβή Γεωργαντοπούλου γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα.Σπούδασε στη Νομική, όμως επαγγελματικά ασχολήθηκε με την αργυροχρυσοχοΐα (ως το 2004) και το εικαστικό βιβλιοπωλείο «Degas» (ως το 2012). Διατηρεί το μπλογκ lesxianagnosisbiblioudegas.blogspot.gr και την ομώνυμη λέσχη Ανάγνωσης από το 2009 μέχρι τώρα.

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2015

Μια προσέγγιση στη νουβέλα «Φιμωμένος θυμός»

γράφει και επιμελείται η Διώνη Δημητριάδου*



της Γιάννας Λάμπρου,
από τις «Μικρές εκδόσεις»

Είναι η συμβατικά δομημένη κοινωνία με τις απαγορεύσεις της, τις επιταγές της (δυσανάλογες των επιθυμιών του μέσου ανθρώπου), τις πιέσεις της μέχρι ασφυκτικού αποκλεισμού που συνθλίβει το άτομο ή μήπως η προσωπική ιστορία του καθενός με τις ευθύνες που συμμαζεύει στο διάβα της, που οδηγεί τον άνθρωπο σε εσωτερική σύγκρουση, καταστροφική εντέλει; Με δεδομένο ότι δύσκολα μπορεί να διαχωριστεί ο ιδιωτικός χώρος της αυτοσυνειδησίας από τον δημόσιο χώρο της κοινής έκθεσης, δύσκολα ομοίως μπορεί και να απαντηθεί το παραπάνω θεμελιακό οπωσδήποτε ερώτημα.
Στο πεζογράφημά της η Γιάννα Λάμπρου επιχειρεί με έναν καταιγιστικό τρόπο γραφής, που δεν σε αφήνει να ανασάνεις μέχρι να ολοκληρώσεις την ανάγνωση, όχι μόνο να προσεγγίσει το δισυπόστατο αυτής της πορείας αλλά και να προτείνει εμμέσως ένα είδος υπέρβασης του αδιεξόδου που δημιουργείται αναπόφευκτα.
Ο χώρος, απολύτως “καφκικός”, μια «ανθρώπινη γεωγραφία σε κάθετη κατανομή», μορφές και δομές κυριαρχίας που ανεβαίνουν σε έξι ορόφους, μια απίστευτη περιγραφή ιεραρχίας, σαν να λέμε από τα πιο ταπεινά κρουστά ως τον απόλυτο κυρίαρχο μαέστρο. Στα κατώτερα δώματα μια σωρεία απλών ανθρώπων-εργαλείων, με μόνη αρμοδιότητα την εξυπηρέτηση του κοινού μέσα σε μια ατμόσφαιρα «τυφλής εχθρότητας» με όλο το συνακόλουθο «μαράζι του στερημένου και το μίσος της ρίζας», που τρέφουν όσοι γνωρίζουν πως δεν ελπίζουν σε καμιά ανθοφορία του κορμού τους. Ανεβαίνοντας την κλίμακα οι «εκτός συναγωνισμού επιλεγμένοι» -κυνηγοί αυτοί- πρωταγωνιστές όπου μπορούν και όσο τους επιτρέπεται από τον “σκηνοθέτη” που καθορίζει ρόλους και συμπεριφορές. Φυσικά ευτυχισμένοι στα μάτια του πλήθους που αποκλεισμένο τους κοιτάζει.
Μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό, ο ήρωας Νικήτας, απλός μηχανικός, με όνειρο φυγής. Αλλά πώς; Στην υπηρεσία κι αυτός του «αιμοβόρου καπιταλιστή»  Ντηλ, «κυνική επιδερμίδα-φύλακας κωφάλαλου σώματος με μυρωδιά ληγμένης κονσέρβας» και του Ασίστοντηλ. Γυναικείες παρουσίες η στερημένη «ανύμφευτη της διαιώνισης, ανέστια της τρυφερότητας» Ερωλύπη, με σημαίνοντα ρόλο στη διοίκηση, η «δολίως όμορφη» Ρέα, να ισορροπεί ανάμεσα στην εύνοια του αφεντικού της και στην εχθρότητα που κρύβει γι’ αυτόν μέσα της. Ο απαραίτητος συνδικαλιστής “Τσε”, «μιλούσε για δικαιώματα εργαζομένων και εκμετάλλευση της πλουτοκρατίας, για –ισμούς και άλλες απαρχαιωμένες και δοκιμασμένες ενεχυριάσεις του ανθρώπου…Αυτοί οι θεωρητικοί…αμείλικτοι ανθρωπιστές είχαν ποτέ αγαπηθεί;».
Στην προσωπική ζωή του Νικήτα «πολλά ληγμένα κεφάλαια» γιατί τουλάχιστον αυτό το έχει καταλάβει: «στις χίλιες χειραψίες η μία τσακίζει. Στα εκατό βλέμματα ένα πυρπολεί. Στις χίλιες κινήσεις μία χαϊδεύει. Και μία τιμωρεί». Αυτή η μία τόσο διακριτή στη ζωή του δεν υπάρχει πια, η Μιρέλλα του, που πια μόνο με τη σκέψη επικοινωνεί μαζί της. Υπάρχει, όμως, ο Μύρωνας, ο φίλος. Από αυτούς που «όντας πυρπολημένοι δεν καταδέχτηκαν να φορέσουν τη στολή της λύπης, αλλά με δυνατά σαν κεραυνούς άλογα επέτρεψαν να καλπάζει ο νους, να ξεγελά τους δαίμονες στους γκρίζους καιρούς της αμφισημίας των απωλειών, των ενστίκτων». Ο Μύρωνας με τη δική του Έλσα κι αυτός, «το κουβάρι-Έλσα».
Ο Νικήτας και ο Μύρωνας, σε μια βραδιά αμοιβαίων εκμυστηρεύσεων, με τα απαραίτητα λόγια που η μακρόχρονη φιλία τους αφήνει να ειπωθούν, θα ξαναπερπατήσουν στον προσωπικό του δρόμο ο καθένας, σε απόπειρα ερμηνείας της φωτιάς που τους καίει και τους δύο, σε μια ανίχνευση λυτρωτικής οδού. Αυτό που ενδόμυχα ψάχνουν είναι περισσότερο μια επαναστατική πρόταση που θα τους απεγκλωβίσει από τον παραλογισμό της συμβατικής συνύπαρξης μέσα σε κόσμο που τους απανθρωποποιεί όλο και περισσότερο. «Παλιό, επαναστατικό. Ερωτικό. Τέλος πάντων, το ίδιο δεν είναι; -Ναι, ό,τι περιπολεί στον ουρανό τρελαμένο για φως, ό,τι δεν καταδικάζει τον άνθρωπο σε απερήμωση, ώσπου εξαντλημένος να ομογενοποιηθεί, ναι, είναι Επανάσταση».


Έτσι, μέσα από τον προσωπικό δρόμο του ο καθένας, ερμηνεύοντας την ιδιωτική του ιστορία σωστά, θα οδηγηθεί στη λύτρωση. Γιατί, αυτό που ευφυώς μας λέει εδώ η συγγραφέας είναι ότι αν δεν αναμετρηθεί  ατομικά ο καθένας με τις δικές του προσωπικές συντεταγμένες, αυτές που όρισαν τη ζωή του, δεν θα μπορέσει να επεκτείνει λυτρωτικά τον εαυτό του στον κοινό χώρο των συγκρούσεων και των συμφερόντων, δεν θα κατορθώσει να εισηγηθεί την επανάσταση, την αλλαγή των όρων ζωής. Θα είναι καταδικασμένος να συμπλέει, στην καλύτερη για την ανέλιξή του εκδοχή, με τους κάθε φορά ισχυρότερους ή να υποτάσσεται πάντα με τους όρους των άλλων σε μια επίπεδη ζωή, που όμως δεν θα μπορεί να υπερβεί ούτε κατ’ ελάχιστο την παράλογη διαστρωμάτωσή της.
Αυτή η προσωπική επανάσταση είναι που θα οδηγήσει τα πράγματα στη φυσιολογική τους θέση. Ο Νικήτας μπορεί να αφεθεί να αγκαλιάσει «φιγούρες που δεν πείραξαν τα φαντάσματα» μακριά από αυτούς που δεν τον ενώνει τίποτα κηρύσσοντας με τη στάση του την έν-σταση, την αντί-σταση, τη διά-σταση.

Ο «φιμωμένος θυμός», μια ολιγοσέλιδη πεζή γραφή για τον θυμό που εσωκλείεται στον καθένα “ζωντανό” ακόμη άνθρωπο. Με μια γλώσσα που αντιμάχεται κατά μέτωπο την πεζότητα, με περιγραφές που στοχεύουν ίσα κατ’ ευθείαν στο κέντρο των προσώπων δείχνοντας πως η συγγραφέας όχι μόνο ξέρει να δομεί τον λόγο της μέσα στα πλαίσια της ουσιαστικής συντομίας αλλά και γνωρίζει καλά τη λειτουργία των λέξεων, χρησιμοποιώντας πότε την κυριολεκτική και πότε τη μεταφορική τους σημασία. Απρόσμενοι συνδυασμοί συχνά αποδίδουν ορθότερα την ουσία των εννοιών, επίθετα που δίπλα στα ουσιαστικά καταξιώνουν ακριβώς τον χαρακτήρα τους, υπογραμμίζοντας αλλά και οριοθετώντας την ουσία των ονομάτων. Και μόνο στην επιλογή των ονομάτων των προσώπων να μείνουμε, θα δούμε πως σημαίνουν κάτι περισσότερο από την επιφανειακή τους δήλωση. Η γλώσσα εδώ δεν είναι διακοσμητική. Είναι καίρια στη χρήση της με σαφή επίγνωση του ρόλου της, δεν είναι απλώς ένας κώδικας επικοινωνίας· είναι ερμηνεία ταυτόχρονα αυτής της επικοινωνίας, μια υποβοήθηση της κατανόησης καταστάσεων που υποκρύπτονται και αναζητούν το λογικό νήμα που τις συνδέει.
«Ανιχνευτής του εξαίρετου», όπως ο ήρωάς της, η συγγραφέας εδώ με τις λέξεις της και τη σημασία τους, με τα νοήματα που ανιχνεύει πίσω από τα φαινόμενα, μας προτείνει ακριβώς αυτό: την εξαίρεση στον κανόνα. Την αντίσταση στη στάση ζωής που κοινώς επιχειρείται., όσο κι α αυτό συνιστά μια δύσκολη υπέρβαση. Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε απαισιόδοξο και «μαύρο» το “καφκικό” τοπίο του βιβλίου της; Από κάποια οπτική οπωσδήποτε. Αλλά ας θυμηθούμε πως και ο Κάφκα υποδείκνυε τις ανοιχτές πόρτες, για όποιον φυσικά είχε τα μάτια να τις δει ανοιχτές και όχι θεόκλειστες, όπως φαινόντουσαν. Θέμα επιλογής; Όπως και κάθε τι άλλο,άλλωστε.


Διώνη Δημητριάδου

-------------------------



*Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά κατοικεί στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία και δίδαξε σε δημόσια λύκεια. Ασχολείται με τη συγγραφή και με την κριτική λογοτεχνίας. Βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Νοών». Συμμετείχε σε συλλογικές εκδόσεις (εκδόσεις Σιδέρης, Μικρές εκδόσεις, Διάνυσμα). Έχει στο διαδίκτυο το προσωπικό ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»(http://meanoihtavivlia.blogspot.gr/2015/10/blog-post_24.html)

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

"Οι Αναστατώσεις του Οικότροφου Ταίρλες" ,Ρόμπερτ Μούζιλ

γράφει η Βιβή Γεωργαντοπούλου*




All in all it's just another brick in the wall
(Pink Floyd)



Μια λίστα με υψηλής αισθητικής διηγήματα σταχυολογημένα από την παγκόσμια λογοτεχνία θα περιείχε οπωσδήποτε την "Πορτογαλίδα" του Ρόμπερτ Μούζιλ, ιδιαίτερο,πυκνό και πολυεπίπεδο διήγημα που περιλαμβάνεται στην συλλογή "Τρεις Γυναίκες". Στην συλλογή αυτή πολλοί Έλληνες αναγνώστες οφείλουν την γνωριμία τους με τον Μούζιλ και αρκετοί εξ αυτών χρωστάμε ειδικά  στην "Πορτογαλίδα" την άμεση βεβαιότητα ότι πρόκειται για συγκλονιστικό λογοτέχνη.
Το πρώτο δείγμα της ευφυίας του Αυστριακού συγγραφέα όμως το έχουμε -παντού θα δούμε πως σε ό,τι έχει γραφτεί για τον Μούζιλ γίνεται κατ΄ευθείαν αναφορά σ΄αυτό- στο διάσημο βιβλίο του με τίτλο"Οι Αναστατώσεις του Οικότροφου Ταίρλες" (στα ελληνικά εκδόθηκε και από τον Πατάκη με την άψογη μετάφραση του Αλέξανδρου Ίσαρη),έργο καθ΄όλα άρτιο και σαν θέμα και σαν τεχνική που το έγραψε το 1906 στα εικοσιπέντε του μόλις χρόνια και το οποίο δικαίως θεωρείται μαζί με τον εμβληματικό "Άνθρωπο Χωρίς Ιδιότητες"(για μένα επιτρέψτε μου η σωστή διατύπωση να είναι  μετά τον "Άνθρωπο Χωρίς Ιδιότητες" παρόλο που και οι "Αναστατώσεις του Οικότροφου Ταίρλες" είναι ένα τολμηρό και σπουδαίο πνευματικό έργο) -αρχή το ένα και τέλος, αν και δεν ολοκληρώθηκε η συγγραφή λόγω του θανάτου του, το άλλο- σαν οι δυο βασικοί πυλώνες του έργου του.

Ο έφηβος Ταίρλες του Μούζιλ,οικότροφος ενός αυστηρού στρατιωτικού σχολείου, συνεκδοχικά (θα μπορούσε να) είναι ο νεαρός άνδρας,ο έφηβος κάθε εποχής στην οποία θα διαβάζονται ξανά και ξανά τα πολύσημα πραγμένα του αρχικού,ένα καλούπι του δηλαδή.Θα μπορούσε να είναι εδώ και τώρα ο πολύξερος φαινομενικά νεαρός τού δικού μας χωροχρόνου, αυτός που καταφεύγει με τις ευλογίες του καταναλωτισμού σ΄έναν κόσμο εντός άλλου είδους τειχών,των διαδικτυακών, ένας καλοζωισμένος οικότροφος του κυβερνοχώρου,ειδικά όταν εκεί σταθερά συλλέγει κι από εκεί  εξάγει φωνές/κραυγές αγωνίας για την αλήθεια που δεν μπορεί στην καθημερινή ζωή να βγάλει προς τα έξω ατιμώρητα,όσο το σχολείο σταθερά πρώτο και... χειρότερο κι αυτό και οι διάφορες δομές του σε παγκόσμιο επίπεδο και βεβαίως η οικογένειά του τον πιέζουν αποτρεπτικά ακόμα κι αν από την άλλη τον κανακεύουν ή τον μπουκώνουν/ δωροδοκούν με υλικά αγαθά.
Ή αλλιώς ειπωμένο ό,τι σμιλεύει με αδρές γραμμές ο Μούζιλ σαν Ταίρλες του 1906 είναι ο έφηβος και του 2000+ ο οποίος αν και ομολογεί πιο χαλαρά την διττότητά του,την οποιαδήποτε, κατά βάθος ούτε κι εκείνου του επιτρέπεται στις πιο ανεκτικές,υποτίθεται , εποχές μας να την εκφράζει μετά την περίοδο χάριτος -το τέλος της εφηβείας- χωρίς να πληρώνει το ψυχικό αντίτιμο της παραδοχής της συχνά για όλη την μετέπειτα ζωή του.

Όμως γιατί εμείς μπορούμε να μιλάμε και στα 2015 για εκπληκτική θεματική διαχρονικότητα του Μούζιλ; Μερικές άμεσες απαντήσεις βγαλμένες από το ίδιο το έξοχο βιβλίο,ενδεικτικά και χωρίς πολλά πολλά, είναι οι παρακάτω.
·         Γιατί και στις μέρες μας συνεχίζεται  ίδια κι απαράλλαχτη η ντροπή:στήνονται ψυχρά και κυνικά οι εκατόμβες παγκοσμιοποιημένων ταξικών,θρησκευτικών και οικονομικών πολέμων, αν είναι δυνατόν να υπάρχει τόση βαρβαρότητα επί της γης όταν ταξιδεύει ο άνθρωπος στο διάστημα κι όμως ναι,η βαρβαρότητα παραμένει και υπάρχουν φυσικά αυτοί,όχι απαραιτήτως σε στρατιωτικά σχολεία πια, που προετοιμάζουν σαν ιδανικά αναλώσιμα για τους σκοπούς των ισχυρών τους αφεντάδων τις σάρκες και τα μυαλά των,νέων κυρίως, ανθρώπων. 
·         Γιατί αβίαστα και μέσα σε τρομερή υποκρισία οι Ταίρλες και οι Μπαζίνι της εποχής μας και εξευτελίζονται και μετατρέπονται σε καρικατούρες με εναλλασσόμενους τους ρόλους είτε των θυμάτων είτε των δημίων κι ας γίνονται αβέρτα πχ τα gay parade σ΄όλη την Δύση,ντε και καλά ότι κατακτήθηκε το δικαίωμα έστω στην σεξουαλική διαφορετικότητα,τρίχες.
·         Γιατί η μάλλον μοναδική κάπως εκτενής γυναικεία φιγούρα,η επαρχιώτισσα Μπόζενα που ως πόρνη-χαζοπουτανίτσα θα ήταν ο σωστός χαρακτηρισμός- εμπλέκεται ηθελημένα κι άθελά της στην αναζήτηση της σεξουαλικότητας των αγοριών διατηρώντας μες την αλαφράδα της και τα κουτοπόνηρα μυξοκλάματά της μια ιδιόμορφη περηφάνια κι αυτή συντρίβεται ως άνθρωπος, ενώ είναι ένα εκτός σχολείου πρόσωπο που ίσως θα μπορούσε να γλυτώσει απ΄όσα λόγω του φύλου και της ταξικά προαποφασισμένης μοίρας τους θα υποστούν τα αγόρια.
·         Γιατί ο φασισμός και το μίσος -κι αυτό είναι το πιο τραγικό απ΄όλα-μετά από δυο παγκόσμιους πολέμους,εκατοντάδες συμφορές και τραγωδίες χάρη στον καπιταλισμό, καθαρές κουβέντες, ζουν και βασιλεύουν θυσιάζοντας ανθρώπινα πλάσματα στον βωμό του χρήματος.

Ο κατά Μούζιλ εύθραυστος,εσωστρεφής αν και όχι αφελής 16χρονος Ταίρλες στο καινούργιο του σχολικό περιβάλλον αρχίζει να αναζητά επίμονα την ταυτότητά του σε πολλά επίπεδα και έλκεται από συμμαθητές που δεν εκτιμά,που καταλαβαίνει ότι είναι σάπιοι.Κάτι τον σπρώχνει να συγχρωτιστεί μαζί τους.Δεν συμφωνεί μεν μα δεν κάνει και τίποτα για να αποτρέψει τους σεξουαλικούς βασανισμούς τού συμμαθητή τους Μπαζίνι,αγοριού που πάει γυρεύοντας με δανεισμούς χρημάτων από ακατάλληλα πρόσωπα,δεν τους επιστρέφει τα δανεικά και μετά τους κλέβει κι από πάνω δίνοντάς τους τέλεια πρόφαση, ενεργώντας/ αντιδρώντας κι εκείνο μ΄αυτόν τον άρρωστο τρόπο για να ξορκίσει,ίσως, τα βαριά ατομικά του ψυχοφορτώματα·  βασανισμούς που τους επινοούν ως τιμωρία δήθεν και εκτελούν ανελέητα ο αυταρχικός Μπαίνεμπεργκ και ο ερωτομανής μιλιταριστής Ράιτινγκ,δυο αλαζονικά φασιστοκαθάρματα υπό κατασκευήν, προάγγελοι του χιτλερικού μοντέλου νεολαίου και όχι μόνο νεολαίου λίγα χρόνια μετά, μεγαλύτεροι από τον Ταίρλες και τον Μπαζίνι στην ηλικία και μπασμένοι σε πολλά και ποικίλα, εσωτερικοί κι αυτοί του στρατιωτικού σχολείου που προετοιμάζει τα παιδιά (των πλουσίων εδώ) για συγκεκριμένο κόσμο που τις αγκυλώσεις και την πολιτισμένη βιτρίνα του πρέπει να τις φυλάξουν πιστά και να τις διαιωνίσουν και στα ένδον του οποίου σχολείου γίνονται ουκ ολίγα και βεβαίως είναι αναμενόμενο από τον σοκαρισμένο,ελπίζω αφυπνιστικά, αναγνώστη και το ότι στο τέλος περισσεύει και η υποκρισία και δουλοπρέπεια των εκπαιδευτικών κατά την αποκάλυψη της παραβατικής συμπεριφοράς των παιδιών,ενώ ουσιαστικά είναι και δικό τους έργο,των δασκάλων, εκείνο το έργο ακριβώς που πληρώνονται από το σύστημα στο οποίο είναι ενταγμένοι να επιτελούν χωρίς να του ασκούν καμία κριτική.
Ποιο είναι αυτό;Η κατασκευή τεράτων,από ηθικές αναστολές αδιαπέραστων συνεχιστών/ τηρητών της εξουσίας που ρυθμίζει τις ζωές όλων.Οι μαθητές τύπου Μπαίνεμπεργκ και Ράιτινγκ κυρίως προετοιμάζονται γι αυτό βρίσκοντας λαμπρό πεδίο άσκησης στο σχολείο με κατ΄ αρχάς θύμα και πειραματόζωο τον Μπαζίνι (τον κάθε Μπαζίνι) και ιδανικό, παθητικό σύμμαχο/θεατή τον Ταίρλες (τον κάθε Ταίρλες),όσο αυτός δεν αντιδρά στην σαπίλα τους.


ΥΓ. Πιστεύω πως το έργο του Μούζιλ επιβαρύνεται από τις βαρύγδουπες αναλύσεις,ο σχολιαστής ακόμα και ο καλοπροαίρετος κινδυνεύει εύκολα να καταφύγει σε ακαταλαβίστικες θεωρητικούρες και έτσι να αποτρέψει τον μέσο αναγνώστη,άνθρωπο σκοτισμένο από όλα αυτά τα φρικαλέα που γίνονται γύρω του,από την γνωριμία με τον σπουδαίο γερμανόφωνο λογοτέχνη με τον άμεσο και καθαρότατο λόγο.
Επομένως εδώ σταματώ διότι θέλησα απλώς να συνεισφέρω σε δημιουργία πειρασμού στον οποίο αν μπει έστω κι ένας από τους επισκέπτες του Degas και διαβάσει τελικά Μούζιλ θα είμαι ευτυχής. Δεν μπορώ εν τούτοις να μην αναφέρω την προσέγγιση του Νίκου Σκοπλάκη που τυχαία έπεσα πάνω της σκαλίζοντας στις σπηλιές του ίντερνετ για μουζίλιο υλικό. Εδώ.


* Η Βιβή Γεωργαντοπούλου γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα.Σπούδασε στη Νομική, όμως επαγγελματικά ασχολήθηκε με την αργυροχρυσοχοΐα (ως το 2004) και το εικαστικό βιβλιοπωλείο «Degas» (ως το 2012). Διατηρεί το μπλογκ lesxianagnosisbiblioudegas.blogspot.gr και την ομώνυμη λέσχη Ανάγνωσης από το 2009 μέχρι τώρα.

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

Μια προσέγγιση στην ποιητική συλλογή «Ταξίδια με τον λύκο μου» της Μαρίας Σαββάκη


γράφει και επιμελείται η Διώνη Δημητριάδου*







εκδόσεις Μελάνι


Πώς συντροφεύει, αλήθεια, ένας λύκος; Αυτό το ιδιαίτερο ον που στοιχειώνει τη σκέψη του πολιτισμένου ανθρώπου μέσα σε θρύλους, παραδόσεις, σε σκοτεινές, φοβικές, εικόνες; Σε ποια ταξίδια θα στεκόταν συνταξιδιώτης μας;
Η Μαρία Σαββάκη, μέσα σε 42 πεζά ποιήματα (του είδους της ποιητικής πρόζας) θα ταξιδέψει με τον προσωπικό της λύκο, οδηγώντας κι εμάς μέσα από τους στενούς διαδρόμους της σκέψης της σε κοινούς φόβους, ανασφάλειες και ανησυχίες, θα μας δείξει τον μοναδικό ίσως δρόμο που πατούν οι επιθυμίες μας, οι πιο βαθιές.
Ο λύκος-συνταξιδιώτης σε έναν ρόλο βουβού παρατηρητή της πορείας του οδηγού-ανθρώπου, σ’ αυτό το ταξίδι ανίχνευσης του εσωτερικού κόσμου. Πού θα καταλήξει αυτή η πορεία; Είναι προδιαγεγραμμένη; Ή μήπως πρόκειται για ένα ταξίδι που επιφυλάσσει εκπλήξεις; Ο λύκος μάλλον εγγυάται για το επικίνδυνο κομμάτι του. Εκείνο ακριβώς που θα συμπέσει με τη ματιά των άλλων ανθρώπων σ’ αυτό το παράδοξο δίδυμο.
Γιατί, να το ξεκαθαρίσουμε από την αρχή, αυτό το εκ φύσεως κοινωνικό ον, το τόσο κοντινό σε μας, με τον παρόμοιο συναισθηματικό κόσμο και τη μεγάλη δυνατότητα έκφρασης, κατέληξε αποσυνάγωγο της ανθρώπινης κοινωνίας, ενσάρκωση των απώτερων φόβων του  ανθρώπου. Το ενσωματώσαμε στον δικό μας κόσμο, των πολιτισμένων και οριοθετημένων αντιδράσεων, των λογικών επιλογών, μόνο όταν το υποτάξαμε και το εξημερώσαμε, ώστε να γίνει ο πιστός μας ακόλουθος, με τη μορφή του σκύλου.
Μέσα, όμως, στους στίχους της Μαρίας Σαββάκη ο λύκος-σύντροφος έχει την αρχική του μορφή, αυτή που παραπέμπει στα ενστικτώδη αντανακλαστικά του, αυτή που αναπόφευκτα οδηγεί σε σύγκρουση με τα κατά συνθήκη κοινά της συμβατικά αποδεκτής κοινωνικής συμβίωσης.


Έτσι, έχουμε μπροστά μας μια εικόνα πολλαπλών αναμετρήσεων: το ‘εγώ’ του πολιτισμού και του ορθού λόγου με το ‘εγώ’ του κόσμου των ενστίκτων,  το ιδιωτικό περιχαρακωμένο τοπίο με αυτό του χώρου των πολλών που απαιτεί συμμόρφωση με τα δεδομένα του, σε τελευταία ανάλυση την αναμέτρηση της σκέψης με την ανάγκη της καταγραφής της. Γιατί οπωσδήποτε ενδιαφέρον είναι και το έναυσμα που κινεί το χέρι της ποιήτριας να κάνει αυτό το εσωτερικό ταξίδι αυτογνωσίας ή έστω ανίχνευσης επιθυμητής πορείας μέσω της επαφής με αυτό το κομμάτι του εαυτού της. Και γεννάται το ερώτημα: πόσο δυνατό είναι αυτό το ένστικτο, το καταχωνιασμένο μέσα στον άνθρωπο του πολιτισμένου κόσμου; Μπορεί να βγαίνει στην επιφάνεια κάθε που ο ‘λύκος’ ξυπνάει από τον επιβεβλημένο του λήθαργο; Και, αν ναι, τότε πού μας οδηγεί δυνητικά; Και πόσο το αντέχουμε αυτό το απρόσμενο σε εικόνες (ηθελημένο πάντως) ταξίδι;

Ας μην λησμονούμε, ωστόσο, πως ο λύκος είναι από τα πλέον ανθεκτικά όντα, έτοιμο να επιστρατεύσει όλα όσα φέρει προίκα από τη φύση, προκειμένου να επιβιώσει απέναντι σε ανθρώπινες μηχανουργίες και σχέδια εξόντωσής του. Η συντρόφευση μαζί του, επομένως, ενδυναμώνει το αδύναμο ‘εγώ’ που ασφυκτιά από τις κοινωνικές συμβάσεις με απαραίτητη προϋπόθεση όμως να υπάρχει η διάθεση για σύγκρουση με αυτά τα στενά όρια περιχαράκωσης στα θεμιτά και νόμιμα.
Αυτό το ‘άγριο’ κομμάτι του εαυτού μας, αναγκαστικά κρυπτόμενο κάτω από ποικίλες συμβάσεις, νιώθει την ανάγκη να εκφράσει το υγιές υπόστρωμα, αυτό που χαρακτήριζε το ανθρώπινο γένος προτού υποταχθεί στην κοινωνική αναγκαιότητα. Γεμάτο από ενστικτώδη αγάπη για τη ζωή, μια ζωή συντροφευμένη με όλα τα όντα, σε αγαστή συνύπαρξη με τη φύση, χωρίς κυριαρχικές τάσεις απέναντι σε οτιδήποτε πιο αδύναμο εμποδίζει την απόλυτη εξουσία του ισχυρού τάχα ανώτερου όντος.

«να σου πω τι επιθυμώ
πιο πολύ από σένα; να σου μιλάω! να
δείχνω τα λόγια μου στο πρόσωπό σου»

Έτσι θα ξεκινήσει αυτό το ταξίδι με τον λύκο, τον εσώτερο εαυτό, σαν να έχουμε την ‘αρχή του παραμυθιού’.
Σε μια προσπάθεια σωτηρίας προσωπικής, η οποία θα τεθεί υπό έμμεση αμφισβήτηση
«και κοιτάζω μια καλύβα σκουριασμένη
μέσα στα σκίνα, πάνω της ένας σταυρός,
εδώ κάποιος σώθηκε»

άραγε θα σωθεί και η συνταξιδιώτισσα του λύκου;

Γιατί σ’ αυτό το ταξίδι δεν υπάρχουν ορατά εφόδια
«ούτε φωτιά έχουμε μαζί μας
ούτε σωσίβιο δάκρυ»

που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν απέναντι στα εμπόδια, ορατά κι αυτά, αλλά ούτε και το άλλοθι της συγκίνησης. Κυνικό ίσως; Απολύτως συνταιριαστό πάντως και ετυμολογικά με τον λύκο-κύνα.

Υπάρχουν άραγε κάποιες ‘σταθερές’ να μπορέσουν να λειτουργήσουν ως ανάχωμα
«καθώς ψάχνεις μέσα σου για ένα σωρό αμετακίνητους τόπους»;

Αυτά τα ταξίδια είναι φτιαγμένα με σκληρά υλικά και μόνο για όσους
«τολμούν τα άχραντα και
τα βαθιά κρυμμένα».
Κυρίως γιατί από κάποια στιγμή και μετά ο λύκος είναι που θα πάρει το τιμόνι και θα οδηγεί. Πόσο έτοιμοι είμαστε για μια τέτοια ανατροπή, τη σημαντικότερη όλων;
Ανοιχτό αφήνει το ερώτημα η ποιήτρια. Μα  δεν νομίζω πως θα μπορούσε και να το κλείσει σε στεγανά λόγια. Ο χώρος στον οποίο κινήθηκε είναι ανοιχτός από παντού. Πολλά τα εχθρικά βλέμματα, πολλές οι παγίδες που στήνονται, ίσως πολλές και οι αμφιβολίες του ίδιου μας του εαυτού για το εγχείρημα.
Πιστεύω ότι η ποιητική πρόζα που επέλεξε ως τρόπο ‘αφήγησης’ έδωσε το απαραίτητο πλαίσιο, ώστε να κινηθεί πιο ευέλικτα η σκέψη και η δική της αλλά και η δική μας, ως αναγνωστών της. Από κει και πέρα ο δρόμος ανοιχτός και για μας να συναντήσουμε τον προσωπικό μας λύκο και να αναμετρηθούμε με την ιδιόμορφη οπτική του. Ένα ταξίδι που οφείλει να κάνει ο καθένας, προκειμένου να διατηρήσει εναργή τη φυσική ζωή μέσα του. Με κόστος ίσως; Μπορεί ναι. Με αναμφίβολο όφελος ωστόσο στον τελικό απολογισμό.

Διώνη Δημητριάδου
----------------------------


Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά κατοικεί στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία και δίδαξε σε δημόσια λύκεια. Ασχολείται με τη συγγραφή και με την κριτική λογοτεχνίας. Βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Νοών». Συμμετείχε σε συλλογικές εκδόσεις (εκδόσεις Σιδέρης, Μικρές εκδόσεις, Διάνυσμα). Έχει στο διαδίκτυο το προσωπικό ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»(http://meanoihtavivlia.blogspot.gr/2015/10/blog-post_24.html)

"ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΡΑΣΟ" του Γιώργη Μαρκάκη




ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΡΑΣΟ

Γιώργη Μαρκάκη

Έκδοση Μουσείου ‘’Λυχνοστάτης’’



Γράφει η Ρένα Πετροπούλου- Κουντούρη

Καθώς στέκομαι με το βλέμμα καρφιτσωμένο στο εξώφυλλο ενός ακόμα βιβλίου, ενός καθόλου τυχαίου βιβλίου , με τα μάτια υγρά από την έντονη αναμόχλευση βαθιά κρυμμένων συναισθημάτων που μου προξένησε η απολαυστική του ανάγνωση, έμπλεα θαλπωρής από τη ζεστή αγκαλιά του, μια φωνή εσωτερική μου ψιθυρίζει πώς ο καθένας από μας είναι πράγματι, -όπως έχουν κάποιοι ήδη αποφανθεί-, δημιούργημα των αναγνωσμάτων του. Των ηρώων που του έμαθαν τη ζωή, των στίχων που έντυσαν τα καρδιοχτύπια του, των εννοιών που κουβάλησαν τα φορτία των  αναζητήσεων του,
του γραπτού λόγου που του έμαθε να βλέπει και να περιγράφει τον κόσμο.

Μέσα από μια περίπλοκη διαδικασία της αναπαράστασης της ζωής, εμπιστευόμαστε κι ακουμπάμε την ελπίδα μας στον εκάστοτε συγγραφέα για ένα ακόμα ραντεβού με το φως και τη γνώση. Σκεφτείτε μόνο το αναντικατάστατο παιχνίδι της γλώσσας με τη φαντασία, την απαράμιλλη γοητεία του να πλέουν εικόνες στο χαρτί , τη δράση που ταξιδεύει χωρίς διαβατήριο μέσα μας, το στιβαρό χέρι που σου γραπώνει την καρδιά, ανοίγει την κάνουλα των δακρύων, σου δένει κόμπο το στομάχι, συσπά τους μυς του προσώπου σου, σε φορτώνει ανήσυχα όνειρα και προβληματισμούς , ή σου δίνει τόση χαρά που μπορεί να σε κάνει ακόμα και να τραγουδάς στο δρόμο.

Διαβάζοντας λοιπόν το βιβλίο ‘’Άσπρο ράσο’’ του γνωστού οφθαλμιάτρου και λογοτέχνη Γιώργη Μαρκάκη, εισέπραξα όλα τα παραπάνω, πράγμα που τ’ ομολογώ μου συμβαίνει με ελάχιστα κείμενα, εισέπραξα τη μαγεία του γραπτού  λόγου σ’ όλο το μεγαλείο της.

Ο Γ. Μαρκάκης γεννήθηκε στη Σητεία, φοίτησε στο Βαρβάκειο και στη συνέχεια στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπηρέτησε ως Ανθυπίατρος στα Τάγματα Προκαλύψεως και την Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, ενώ διετέλεσε διευθυντής Οφθαλμολογικής κλινικής στο Ηράκλειο. Είναι επίκουρος καθηγητής Οφθαλμολογίας,  επίτιμος πρόεδρος της Οφθαλμολογικής Εταιρείας Κρήτης, μέλος της διεθνούς ενώσεως Ιατρών συγγραφέων, μέλος του λογοτεχνικού συνδέσμου Ηρακλείου, καθώς και ιδρυτής του Μουσείου παραδοσιακής ζωής και λαϊκού πολιτισμού Κρήτης’’ Λυχνοστάτης’’. Έχει γράψει τα βιβλία ’’Αναλαμπές σε σκοτεινό θάλαμο’’1983,’’Άνω Τελεία’’1986, ‘’ Όπως πέρυσι,  όπως και πάντα’’1997.

Το τέταρτο κατά σειράν βιβλίο του ’’Το Άσπρο Ράσο’’ περιλαμβάνει εικοσιέξι διηγήματα που βασίζονται –τα είκοσι από αυτά-σε πραγματικές ιστορίες παρμένες από την καθημερινότητα του γιατρού με τους αρρώστους, κατά την διάρκεια της σαρανταεπτάχρονης θητείας του στην άσκηση της μαχόμενης ιατρικής των προκεχωρημένων φυλακίων, μια πονεμένη θητεία στο ανθρώπινο χρέος– όπως ο ίδιος αποφαίνεται- ενώ τα υπόλοιπα  έξι κεφάλαια είναι εφευρήματα της φαντασίας του συγγραφέα  για να δώσει προφανώς στο κείμενο μυθιστορηματική διάσταση.
Ένας εξαιρετικά ευρηματικός τρόπος είναι αδιαμφισβήτητα η εισαγωγή , ένα από τα κατ’ εξοχήν δυνατά σημεία κάθε λογοτεχνικού έργου, που εντυπωσιάζει από τη πρώτη στιγμή τον αναγνώστη.

Ένας δεκαοκτάχρονος νέος καλείται να πάρει σημαντικές αποφάσεις όσον αφορά τον επαγγελματικό του προσανατολισμό ανάμεσα στην Ιατρική και τους Μηχανολόγους του Μετσόβιου Πολυτεχνείου, πράγμα το οποίο προβληματίζει αρκετά τον ίδιο αλλά κι τους γονείς του. Έπειτα από δική τους προτροπή επισκέπτεται το ‘’αρχονταρίκι’’, εξοχική κατοικία του γιατρού νονού του όπου φιλοξενείται για μερικές μέρες. Ο νονός του ενημερωμένος προφανώς από τους γονείς για το δίλημμα που αντιμετωπίζει ο ‘’φιλιότσος’’ του,  αφού του δίνει τις απαραίτητες συμβουλές , του εμφανίζει ένα φάκελο με την ονομασία ‘’Το άσπρο ράσο’’, (συγκινητικός και ευφυής ο παραλληλισμός της ιατρικής μπλούζας με το λιτό ένδυμα των ιερωμένων),  προτρέποντας τον να διαβάσει τις αληθινές ιστορίες που ο ίδιος έχει καταγράψει κατά τη διάρκεια της πολύχρονης ιατρικής του πορείας, σκοπεύοντας μ’ αυτό τον τρόπο να τον βοηθήσει να πάρει τη σωστή απόφαση για το μέλλον του.

Μέσα από μια συγκλονιστική παρέλαση μοναδικών περιστατικών που γίνονται ανεκτίμητα καθώς η γλαφυρή πένα του Γ. Μαρκάκη τα στιλβώνει με την πατίνα του πραγματικού και συνάμα του καθημερινού, του ανθρώπινου, συνθέτοντας με τη φρεσκάδα μιας εφηβείας ανθηρής, γεμάτης όνειρα, τόλμης και αναμφισβήτητης γοητείας την υπέρ έννοια της ανιδιοτελούς προσφοράς του ιατρού προς τον ασθενή, αυτή την βαθιά ανθρώπινη και ιερή σχέση , που στη σημερινή εποχή με την εμπορευματοποίηση της ιατρικής επιστήμης- βλέπε ‘’φακελάκι’’ -παύει δυστυχώς να υφίσταται .
Σταχυολογώ μόλις ένα μικρό μέρος από φράσεις –διαμάντια που ο συγγραφέας με τον αυθορμητισμό που του παρέχει η αγάπη  για τούτη την επιστήμη –λειτούργημα και τη δεδηλωμένη συγγραφική του ικανότητα συνθέτει με επιδεξιότητα, ευαισθησία και πάθος .
’’ Στα χέρια σου γιατρέ μου, στο Θεό και στα χέρια σου…. ‘’Πίστη, πάθος, λαχτάρα και τόλμη, όλα τα μπορούν σ’ αυτό τον κόσμο…Όταν η καρδιά το θέλει πολύ, το θαύμα είναι τόσο κοντά μας. Μες στα χέρια μας…’’Φράσεις δυνατές που φέρνουν στο νου ρήσεις από τον ‘’Αλχημιστή ‘’του Πάολο Κοέλο, καθώς καταγράφονται στο πρώτο διήγημα του βιβλίου
’’ Κομπολόγια και κομποσκοίνια ‘’ και αφορούν στον πρώτο άρρωστο του συγγραφέα, το Φωτεινιώ, μια μόνη, πάμφτωχη γυναίκα που ο νεαρός γιατρός θεραπεύει από βαρύτατο ίλιγγο .
Στο διήγημα ‘’Ο…μηλιγγίτης’’, διαβάζουμε για την έμμονη σκέψη, τη μονομανία ενός υπίατρου για τη συγκεκριμένη πάθηση που τελικά σώζει το στράτευμα από μια επιδημία μηνιγγίτιδας, αλλά τοποθετεί το νεαρό , τότε,  συγγραφέα σε θέση μελλοθάνατου, αφού τον υποχρεώνει να μεταβεί στο Λοιμωδών σαν ιατρός συνοδός του ασθενή που εξεδήλωσε το πρώτο κρούσμα.
‘’Στο ‘’Άσπρο ράσο ‘’ παρακολουθούμε την περίπτωση ενός αγρότη που χριστουγεννιάτικα φέρνει το παιδί του- ένα κωφάλαλο αγόρι με γλαύκωμα στο τελευταίο στάδιο και στα δυο μάτια με τη δυσοίωνη προοπτική της σίγουρης τύφλωσης,- στην ιδιωτ. Κλινική του συγγραφέα. ‘’Άσπρο ράσο’’ είναι η ιατρική μπλούζα που ‘’ανεπαισθήτως’’ μεταλλάσσεται κάθε φορά σε ράσο , -λειτούργημα γαρ μέγα η Ιατρική-μόνο που αντί για μαύρο είναι λευκό, ’’άσπρο ράσο’’ γιατί μια ζωή  ο σωστός γιατρός ’’επ’ αλλοτρίοισι ξυμφορήσι ιδίας καρπούται λύπας’’. ’’Γιατί το μόνιτορ μπορεί να καταγράφει ταχύτερα τον αριθμό των σφυγμών του αρρώστου, μα δεν είναι ανθρώπινο χέρι, που κρατά το σφυγμό και που ταυτόχρονα νοιώθει και την δική του καρδιά να πάλλεται μ’ αυτήν του αρρώστου. Και πάει να σπάσει στα 180, να λιποθυμήσει στα σαράντα, να σβήσει μαζί του όταν νοιώθει το σφυγμό να χάνεται κάτω από τ’ ακροδάχτυλά του.’’
Στο ‘’Τα μάτια έμειναν στυλωμένα’’ ΣΤΗ ‘’πόρτα’’, ανακαλύπτουμε με θλίψη τη δύναμη της νιότης που ευνουχίζεται απ’ τη συνήθεια. ‘’Έτσι ξεκινούν οι νέοι πάντα τη ζωή τους. Με όνειρα, μ’ ιδανικά, μ’ ανιδιοτέλεια. Και σιγά-σιγά η ζωή τους ψαλιδίζει τα φτερά . Κι η πτήση όλο χαμηλώνει…’’
Στο ‘’Έλεος γιατρέ μου’’,  (Ογδονταπεντάχρονος πρώην διοικητής του συγγραφέα ζητά μετά από σαράντα χρόνια την ιατρική του βοήθεια), συναινούμε στο ότι’’ Ο στρατός αρχίζει εκεί που τελειώνει η ανθρώπινη λογική. Κι η ανθρώπινη λογική τελειώνει εκεί που αρχίζει η ανθρώπινη ευαισθησία.’’
‘’Είχαμε μείνει στην ανθρωπιά, γιατρέ μου.’’
’’Συνάντησες την ομορφιά , στάσου , καμάρωσέ τη, συνάντησες την ανθρωπιά, σκύψε προσκύνησέ τη.’’
 ’’Εύρηκα’’. Η θριαμβευτική ανακάλυψη και αποκάλυψη μιας σπανιότατης και σοβαρότατης πάθησης του αγαπημένου καθηγητή του νεαρού γιατρού που μόλις είχε αποφοιτήσει από την ειδικότητα της Οφθαλμολογίας, στη Σητεία, έχει δυστυχώς τραγική κατάληξη).
Dum spiro spero,  (όσο αναπνέω ελπίζω) αλλά και Dum spero spiro. (Όσο ελπίζω αναπνέω).Ένας γιατρός δεν πρέπει να σκοτώνει ποτέ την ελπίδα .
 ‘’Την ελπίδα, αυτή τη θεϊκή πνοή , που όσο φυσάει μες στην καρδιά , τη ζωντανεύει και δίνει αξία στη ζωή.’’
‘’Κι εσύ Άι Γιώργη μου;’’(Η ευθύνη για το γυάλινο μάτι ενός παιδιού, αποτέλεσμα  εγκληματικής αμέλειας του πατέρα, φορτώνεται τελικά στον οφθαλμίατρο ), ‘’Σαββατόβραδα και πριγκηπέσσες’’( Ένα γαμήλιο ταξίδι που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ ή μάλλον βιώθηκε νοερά από μια θλιμμένη πριγκηπέσα- ασθενή μέσα από την οθόνη που πρόβαλλε έγχρωμες διαφάνειες από διάφορα μέρη της Ελλάδας, στην Οφθαλμ. Κλινική ένα μελαγχολικό Σαββατόβραδο).

Διατρέχω εν τάχη τα κείμενα, επειδή πιστεύω πως δεν πρέπει όλα ν’ αποκαλύπτονται και ν’ αφήνεται τελικά ο αναγνώστης να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα: ’’Των λαγών η κατάρα’’ (Η απίστευτη ιστορία δυο αδελφών που χάνουν κι οι δυο την όρασή τους, ο ένας ηθελημένα).‘’Το μεγαλύτερο σχολειό στον κόσμο είν’ η αρρώστια’’.’’Το μπλε πουκάμισο’’(Το δαχτυλίδι της Παναγίας) που αναμφισβήτητα μαζί με το κορυφαίο ’’Μαρίας ανάμνηση’’ (διάγνωση κακοήθους όγκου στον εγκέφαλο σε 17χρονη κοπέλα)και ’’Τα… υπερτριάκοντα αργύρια’’(ιστορία ενός χανσενικού που όλοι του έκλειναν την πόρτα κατάμουτρα φοβούμενοι μια ήδη θεραπευμένη λέπρα), είναι, κατά τη γνώμη μου, από τα πιο δυνατά διηγήματα που έχουν γραφτεί ποτέ.

Ξαποσταίνω για λίγο στον ‘’Άρειο Πάγο’’ για να υποκλιθώ στη μαγεία, το μεγαλείο και τη μαστοριά της παραδοσιακής κρητικής μαντινάδας, ‘’μαντινάδα =γοργή σα χελιδόνι-σύντομη σαν ανάσα-αποτελεσματική σα σφαίρα’’, σταματώ ’’στο Μύλο’’  για να ψηλαφίσω με τρεμάμενη καρδιά τον μοναδικό ύμνο της συζυγικής αγάπης ενός μυλωνά προς την λατρεμένη του Ελένη,( υπάρχουν άραγε ακόμα τέτοιοι άντρες;), μαντινάδες που ο ερωτευμένος μυλωνάς έγραφε με κάρβουνο στους τοίχους του μύλου του κάθε χρόνο στη γιορτή της, και που ο συγγραφέας διέσωσε και στέγασε την ευωδιά τους και την αγνότητα του πάθους τους στο λαογραφικό μουσείο του ‘’Λυχνοστάτης’’, στη Χερσόνησο της Κρήτης ,  μουσείο της Πέτρας και της Μαντινάδας.

Αφήνω για το τέλος  ‘’Τα πρώτα ρόδα του Μαγιού’’(Η απέραντη ευγνωμοσύνη ενός ασθενή προς τον γιατρό που του έδωσε πίσω το φως του,  μεταφράζεται στην ετήσια προσφορά μιας ανθοδέσμης με τα πρώτα ρόδα του Μαγιού από την αυλή του , για πάνω από δεκαοχτώ χρόνια.) ‘’Κι όσο θα ζω θα ‘ σου ‘ρχομαι το Μάη με τα ρόδα ’’κι  έρχομαι στον επίλογο ‘’Και γράψε…’’(Γιατρός ψυχών . Πρώτα η θεραπεία της ψυχής και μετά τα φάρμακα.)’’Μόνο έναν γιατρό  κοιτάζουν μέσα στα μάτια μ’ ευγνωμοσύνη, σα Γιατρό Ψυχών. Τον Μηχανικό μόνο τον πληρώνουν…’’

Ο συγγραφέας -ποιητής  ξεκλειδώνει τα μυστικά της δύναμης που έχει το φως όταν γίνεται ακτίνα, όταν πέφτει σε φωτοευαίσθητες περιοχές και στιγματίζει την επιφάνειά τους .Ο Γ. Μαρκάκης  παραθέτοντας σοφές και σωστά δομημένες εναλλαγές στην αφήγηση, περιγράφει με αριστοτεχνική δεινότητα τις φιλοσοφικές συζητήσεις κι αναζητήσεις νονού-βαφτισιμιού ,οι οποίες είναι γραμμένες στο σύνολό τους με απέραντη ευαισθησία, οξυδερκή παρατήρηση, και με θησαυρισμένες στο μάκρος της ζωής γνώσεις , ενώ λειαίνοντας τις λεπτομέρειες και στήνοντας μπροστά στον αναγνώστη το ποίημα της οφειλής του γιατρού προς τον ασθενή (ιατρική βοήθεια και θεραπεία ψυχής) αλλά και του ασθενή προς τον γιατρό του( αιώνια ευγνωμοσύνη κι εμπιστοσύνη ), καταφέρνει επιδέξια να φέρει στο προσκήνιο όλο τον ανθρώπινο και πολιτιστικό πλούτο αυτής της  τόσο ιδιαίτερης σχέσης . 

Υπάρχει αλήθεια μεγαλύτερη και ιερότερη προσφορά αλλά και παράλληλα αμοιβή,  απ’ το να δώσεις πίσω το φως;
Θα ήταν παράλειψη όμως να μην αναφερθώ στις συνεχείς αναφορές στην λατρεία της φύσης, της θάλασσας, του ορίζοντα, και της πανέμορφης κρητικής γης και γλώσσας, -της γλώσσας του Βιτσέντζου Κορνάρου,  της μουσικότερης, της πλαστικότερης γλώσσας που μίλησαν ποτέ ανθρώπινα χείλη , κατά τον Γιώργο Σεφέρη. Σ’ αυτά τα κείμενα, τις μαντινάδες αλλά και τα ποιητικά αποσπάσματα  που αναφέρονται στο ‘’Αρχονταρίκι’’, στο σπίτι με το μύλο, στο σημαντικό δημιούργημa ενός σπουδαίου κι αγαπημένου ζευγαριού, -, το μουσείο ‘’Λυχνοστάτης’’ - όνειρο μιας ολόκληρης ζωής που ντύθηκε μ’ αλήθεια, για το οποίο είναι και θα πρέπει να είναι περήφανο το ζεύγος Γ. Μαρκάκη αφού μέσα του περικλείει και ανασταίνει όλο το μεγαλείο και τη συνέχεια της κρητικής παράδοσης-, ξεδιπλώνεται μπροστά μας  ένα από τα ωραιότερα τοπία της ψυχής του συγγραφέα . Εδώ ο Γ. Μαρκάκης,  ολοκληρωμένος πλέον λογοτέχνης και δεινός μάστορας του λόγου,  αναδεικνύει ολοζώντανα και καταθέτει απλόχερα,  την ίδια την ψυχή του.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο , λοιπόν, που ’’Το Άσπρο Ράσο’’ επιλέχθηκε για να διδάσκεται ως κώδικας δεοντολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης,  από τον πρύτανη Πανεπιστημίου Κρήτης κ. Γιάννη Παλλήκαρη και τον καθηγητή κ. Χρήστο Λιωνή.
.
Καλή συνέχεια σ’ έναν άνθρωπο που ευδοκίμησε να δει και να βιώσει πράγματα κι αξίες που ελάχιστοι αξιώνονται. Πραγμάτωσε τα όνειρά του μέσα από μια συνεχή προσφορά στον άρρωστο, στον συνάνθρωπο, στην κοινωνία, στην οικογένεια, στον Πολιτισμό.
Κλείνοντας του αφιερώνω με σεβασμό, θαυμασμό κι εκτίμηση δυο στίχους μου.
‘’Θυμήσου,
 θα’ ναι κρίμα απ’ τη ζωή αυτή να φύγεις,
δίχως ν’ αφήσεις πίσω σου σφραγίδα.
Θα’ ναι καλό να σε θυμούνται
για κάτι άριστο.
Τι θα’ ναι αυτό, εσύ θα κρίνεις.
Θυμήσου μόνο πως ,

όλοι από τις πράξεις μας
κρινόμαστε…


Ο Γιώργης Μαρκάκης γεννήθηκε στη Σητεία. Φοίτησε στο Βαρβάκειο και στη συνέχεια στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπηρέτησε ως ανθυπίατρος στα τάγματα προκαλύψεως και στη στρατιωτική σχολή Ευελπίδων (1954-1958). Διευθυντής Οφθαλμολογικής Κλινικής (1961-1990) στο Ηράκλειο. Επίτιμος πρόεδρος της Οφθαλμολογικής Εταιρείας Κρήτης και Επίτιμο μέλος του Ομίλου Μελετητών της Ιστορίας της Οφθαλμολογίας. Μέλος της Διεθνούς Ενώσεως Ιατρών Συγγραφέων και του Λογοτεχνικού Συνδέσμου Ηρακλείου. Ιδρυτής του Μουσείου Παραδοσιακής Ζωής και Λαϊκού Πολιτισμού Κρήτης "Λυχνοστάτης". Ιδρυτικό μέλος του Μουσείου Ιστορίας της Ιατρικής του Πανεπιστημίου Κρήτης.