Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

«Αγνώστου Στρατιώτου» διηγήματα του Τόλη Νικηφόρου




γράφει και επιμελείται η Διώνη Δημητριάδου*



από τις εκδόσεις «Μανδραγόρας»


«χλωμά παιδιά της στέρησης
με ματωμένα πόδια
πεισματικά που αγκυροβόλησαν
σε μιαν ασπρόμαυρη φωτογραφία»

Η μνήμη είναι ένα σκοτεινό ποτάμι που αν βυθιστείς μέσα του είτε πνίγεσαι είτε ανασαίνεις – δανείζομαι εδώ τη σκέψη του Τόλη Νικηφόρου  – που με την ποιητική του ιδιότητα να επιμένει πίσω από τις λέξεις του επιχειρεί εδώ σε πεζή μορφή να μας ταξιδέψει στο παρελθόν της παιδικής του ηλικίας, που άλλοτε αποδεικνύεται ευφρόσυνο και άλλοτε (όσο προχωρείς στα πιο δύσκολα χρόνια) σκληρό και οδυνηρό. Πώς αλλιώς όμως να προσεγγίσεις εκείνα τα χρόνια της Κατοχής και κατόπιν τα δύσκολα μετακατοχικά χρόνια στη «μεγάλη πολιτεία των προσφύγων», τη Θεσσαλονίκη, το μεγάλο χωνευτήρι ανθρώπων και πολιτισμών; Και με ποιον τρόπο να μιλήσεις γι’ αυτές τις εικόνες που βρήκαν τη θέση τους στη μνήμη, περίπου στην «άκρη του κόσμου», όπως ονομάζει ο συγγραφέας την παιδική ηλικία;
Σαν να ανοίγει μια πόρτα στο παλιό του σπίτι, όπως λέει, και να ανασύρει μέσα από άδεια πια δωμάτια και σκονισμένα παράθυρα παλιές φωτογραφίες, και μ’ ένα μαγικό άγγιγμα να ζωντανεύουν μέσα απ’ όλα τα ασπρόμαυρα κατάλοιπα τα αποτυπωμένα στο κιτρινισμένο πια χαρτί εκείνα τα παιδικά χρόνια στη γενέθλια πόλη.
Μέσα από τα μάτια του παιδιού θα δούμε κι εμείς εκείνο τον περίκλειστο κόσμο που ορίζονταν από τα οδικά ορόσημα, τόσο βαθιά χαραγμένα στη μνήμη:
«Αγνώστου Στρατιώτου και Πλατείας Δικαστηρίων, Μητσαίων και Φιλίππου…Λουτρά Παράδεισος και άγιος Νικόλαος, Παναγία Χαλκέων…Υπήρξαν όλα αυτά ποτέ; Υπήρξε ο Νίκος, Η Αριστούλα, ο Γιώργος; Ο μπαμπάς, η μαμά, ο μεγάλος μου αδελφός; Οι άγνωστοι στρατιώτες που έπεσαν στη μάχη της ζωής; Υπήρξαν τα παιδιά της γειτονιάς, τα χίλια δυο παιχνίδια στον δρόμο και στην πλατεία; Υπήρξε η ευτυχία;»
Αυτό το τελευταίο ερώτημα καλείται και ο αναγνώστης να απαντήσει, αφού αφήσει πίσω του τις όποιες εικόνες σημερινής ζωής συνιστούν τον δικό του κόσμο. Για να δεις τις εικόνες εκείνου του μακρινού μικρόκοσμου, πρέπει να ανοίξεις χώρο στη σκέψη σου για τα παιδιά που έπαιζαν επινοώντας τα παιχνίδια τους στους χωματόδρομους που ακόμη δεν ήξεραν πως θα γίνονταν ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι με πολλά τροχοφόρα και πολλή ρύπανση. Να δεις τους Γερμανούς να σε ξεσπιτώνουν, γιατί στο σπίτι σου τύχαινε να έχεις λουτρό, και να  σε περιορίζουν σε ένα ημιυπόγειο. Να δεις πώς δύο πολυμελείς οικογένειες μοιράζονταν ένα διαμέρισμα σ’ ένα πολυώροφο γκρίζο κτίσμα, με στενόμακρα μπαλκόνια για το άπλωμα των ρούχων και το στοίβαγμα των καυσόξυλων για τις ξυλόσομπες.
Και να δεις με τη φαντασία σου εκείνο το μικρό αγόρι που ανέλπιδα ερωτευμένο ξεροστάλιαζε σε μια γωνιά του μπαλκονιού περιμένοντας για μια στιγμή να δει την Κική «ανάμεσα σε ρούχα και καυσόξυλα». Κι αν του έριχνε τυχαία μια ματιά; Μεγάλη υπόθεση!
Κι ύστερα να το δεις «με εφεδρικό χουνάκι σπόρια στην  τσέπη» ή μόνο του να παίζει με «το τάβλι σαν κάστρο και τις μπίλιες στο χαλί», ή να τρέχει στους δρόμους με τα «παράσημα» στα πόδια από πεσίματα και κλωτσιές και αγορίστικά μαλώματα. Ή να απογειώνεται με ένα ποδήλατο ελαττωματικό, χωρίς φρένα στην Αμύντα, και όλο αυτό να είναι μεγάλο κατόρθωμα, αφού μπόρεσε να καβαλικέψει αυτό το ατίθασο «άτι».
Όλα αυτά μπορεί να ακούγονται ακόμη και κάπως γραφικά, ωστόσο με τη ματιά στα χρόνια εκείνα τα δύσκολα, έχουν και τη σκληρή τους όψη και όχι μόνο λόγω της γενικότερης βαριάς ατμόσφαιρας. Θα δούμε ένα παιδί που μεγαλώνει μόνο με τον πατέρα, που θα σταθεί στο πλάι του και σαν μάνα, με τη σκιά του μεγάλου αδελφού να το προστατεύει. Ο μεγάλος αδελφός!
«Τον αγαπούσα με κείνη την παιδική αγάπη που είναι περισσότερο θαυμασμός, τυφλός, απέραντος θαυμασμός και απεριόριστη εμπιστοσύνη.»
Διαβάζεις και σκέφτεσαι πώς τα φέρνουν έτσι οι συνθήκες και οι ανάγκες της ζωής, που τα παιδιά θαρρείς και μεγαλώνουν από μόνα τους, από μια δική τους όρεξη, ένα δικό τους πείσμα να αναμετρηθούν με τα δύσκολα.
«Εξαιρετικά οικεία αλλά και παράξενα αινιγματική φαντάζει στη μνήμη όλων μας η εποχή εκείνη. Μια εποχή φτώχειας, στέρησης αλλά και του αμύθητου πλούτου της νιότης και της ανακάλυψης του κόσμου. Μια εποχή αθωότητας, εκθαμβωτικής και οδυνηρής ταυτόχρονα.»



Αυτό το παιδί που περνούσε πολλές μοναχικές ώρες στο σπίτι, στις προσφιλείς του γωνιές διαβάζοντας, όπως λέει, ό,τι του έπεφτε στα χέρια, από περιοδικά της εποχής και εφημερίδες μέχρι τα αγαπημένα παιδικά μυθιστορήματα, που άπλωναν τη φαντασία σε πλούσιους ορίζοντες, κάποια στιγμή αναπόφευκτα έπιασε να γράφει. Και δεν έχει σταματήσει ως σήμερα να εμπλουτίζει τον συγγραφικό μας κόσμο με ποιήματα αλλά και με πεζογραφήματα εξαιρετικά.


Πιστεύω ότι κατά βάθος ο Τόλης Νικηφόρου είναι ποιητής, και με αυτή την ιδιότητα προσεγγίζει και τον πεζό λόγο. Όχι μόνον επειδή προλογίζει με στίχους το κάθε διήγημα από τα δεκαεπτά της συλλογής αυτής, αλλά γιατί μεταφέρει στις αφηγήσεις του όλο το προσωπικό του βίωμα με την ευαισθησία του ποιητή και κυρίως με ένα βλέμμα τόσο διεισδυτικό που μπορεί και ανοίγει διάπλατα τα παράθυρα των χρόνων εκείνων.
Άλλωστε η παρατηρητικότητα είναι μία από τις αρετές του ποιητή. Μαζί με την ικανότητα αυτό που παρατηρεί να το μεταφέρει στον αναγνώστη του με όλη την ιδιαίτερη αίσθηση που του δημιούργησε, με όλο το συναισθηματικό βάρος που εμπεριέχει η εικόνα και η στιγμή. Ο ποιητής/πεζογράφος εδώ ανοίγει το δικό του σπίτι, αυτό των παιδικών του χρόνων και μας παίρνει από το χέρι. Μαζί θα το σεργιανίσουμε, νομίζοντας συχνά πως είναι οι δικές μας παιδικές αναμνήσεις, φυσικά με την αναλογία που επιτρέπουν τα αναγνώσματα και ίσως κάποια διαφορά ηλικίας. Αυτό που μετράει και που αξίζει τελικά είναι ότι με το γράψιμό του σε τοποθετεί μέσα στις σελίδες του, σε κάνει μέρος του τοπίου που αφηγείται. Δεν είναι λίγο αυτό, και ενδεχομένως είναι αυτό που κάνει κάποιον σπουδαίο συγγραφέα. Όπως γράφει ποιητικά προλογίζοντας ένα αφήγημά του:

«καμιά φορά αργά το βράδυ
ξαναγυρίζω στο παλιό μας σπίτι
με προσοχή την πόρτα ανοίγω
αναζητώντας μέσα στο σκοτάδι
κι εγώ δεν ξέρω τι αναζητώντας»

Η αμηχανία μπροστά στη μνήμη, που έχει τη δική της δυναμική, και σε κάνει να ανοίγεις τα καλά φυλαγμένα μέσα στον χρόνο. Ψάχνει, χωρίς να ξέρει τι ακριβώς και έκπληκτος ανασύρει τόσες εικόνες, τόσα λόγια, τόσα πρόσωπα. Και όλα αυτά, έτσι αφηγημένα, έρχονται σε σένα που διαβάζεις, και θαρρείς πως πρόκειται για μυθοπλαστικά δημιουργήματα, όπως σε κατευθύνει το εξώφυλλο δηλώνοντας πως είναι διηγήματα όλα αυτά. Δεν είναι. Κομμάτια και αποσπάσματα πραγματικής ζωής είναι, που καταθέτει εδώ ο Τόλης Νικηφόρου, έτσι σαν ένα μνημόσυνο της παιδικής ηλικίας, βαθιά χαραγμένης πάνω του, με τα βιώματά της. Με τη μαγεία της αλλά και την οδύνη της.


Διώνη Δημητριάδου

--------------------------------


 Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά κατοικεί στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία και δίδαξε σε δημόσια λύκεια. Ασχολείται με τη συγγραφή και με την κριτική λογοτεχνίας. Βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Νοών». Συμμετείχε σε συλλογικές εκδόσεις (εκδόσεις Σιδέρης, Μικρές εκδόσεις, Διάνυσμα). Έχει στο διαδίκτυο το προσωπικό ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»

Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2016

«Υπό το φως του μυθιστορήματος» του Σταύρου Ζουμπουλάκη




γράφει και επιμελείται η Διώνη Δημητριάδου*


                                  από τις εκδόσεις Πόλις


«Η αλήθεια της λογοτεχνίας σώζεται όχι με την απαλλαγή της από το μυθοπλαστικό ψέμα αλλά με την επινόηση ακόμη μεγαλύτερου και υπερβολικότερου ψέματος· ο ρεαλισμός της κερδίζεται όχι με την εξάλειψη του φανταστικού αλλά με τη διόγκωσή του»
επισημαίνει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, δείχνοντας έτσι πώς η μυθοπλασία της λογοτεχνίας διασώζει τη μαγεία του δικού της ψέματος, δηλαδή της εξαπάτησης του αναγνώστη μέσω της αληθοφάνειας των χαρακτήρων, χρησιμοποιώντας ακόμη πιο απόκοσμα στοιχεία. Άλλωστε μας θυμίζει την άποψη του Ντοστογιέφσκι
«Το ψέμα σώζει το ψέμα» («Ημερολόγιο ενός συγγραφέα», 1877).
Πώς αλλιώς να γίνει; Αυτή η υπέροχη επινόηση της μυθοπλασίας  βρίσκεται πάντα δίπλα μας για να μας υπενθυμίσει πως όλα είναι ένα κουβάρι περίπλοκα μπερδεμένο. Και κάπου η άκρη του νήματος περιμένει το αργό του λύσιμο, κάτι σαν τη λύση ενός δράματος που ζούμε ή που ζουν οι ήρωες των σελίδων, χωρίς συχνά να έχει και ιδιαίτερη σημασία αυτή η διάκριση. Είναι το αποδεκτό ψεύδος της λογοτεχνίας και η παραπλάνηση του αναγνώστη, που γοητευμένος εισέρχεται άοπλος μέσα στη γραφή και ζει πλάι στους ήρωες οδηγούμενος λέξη τη λέξη στην έξοδο και την κάθαρση. Γιατί, συχνά η λογοτεχνική γραφή μοιάζει με τη θεατρική σκηνή, αν η τέχνη του συγγραφέα κατορθώσει να κάνει το κείμενο περίοπτο και ανάγλυφο.
Και για να μιλήσουμε για την κορύφωση αυτού του μυθοπλαστικού θαύματος, δηλαδή το μυθιστόρημα, εκεί είναι που όλα ζητούν να αποκαλυφθούν, αλήθειες και ψέματα, μεταμφιέσεις και αναγνωρίσεις, δέσεις και λύσεις ενός πολύπλοκου σκηνικού με τους ήρωες συχνά να επιζητούν ακόμη περισσότερο την περιπλάνησή τους στα στενά του λαβυρίνθου, δικαιώνοντας έτσι την Αριστοτελική περιπέτεια.
Στο «Υπό το φως του μυθιστορήματος» ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, εξαίρετος διανοητής, επιλέγει να μας μιλήσει για κάποια από τα αγαπημένα του μυθιστορήματα, ως απλός αναγνώστης όπως μας δηλώνει εξ αρχής. Αυτή η δήλωση μπορεί να αποκαλύπτει τη μετριοφροσύνη του γράφοντος, μπορεί να εννοηθεί ωστόσο ως ανακριβής, καθόσον ένας μελετητής της λογοτεχνίας και πολυγραφότατος αναλυτής της σκέψης των ανθρώπων δεν θα μπορούσε ποτέ να προσεγγίζει τα μυθιστορήματα με μόνο αυτή την ιδιότητα. Από την άλλη σκέφτομαι πως ο αναγνώστης της λογοτεχνίας φέρει μέσα του την αθωότητα της επαφής με τον συγγραφέα, κι έτσι μένει αμόλυντος από θεωρίες και κρίσεις που θα παίδευαν  ίσως το μυαλό του χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Ένας τρόπος επομένως ανάγνωσης γνήσιος και ειλικρινής; Ίσως αυτό να υπονοεί με τον όρο «απλός αναγνώστης» ο Ζουμπουλάκης.
Τα μυθιστορήματα που επιλέγει θα πρέπει να είναι τα αγαπημένα του, όπως θα τα επέλεγε ένας λάτρης της λογοτεχνίας, χωρίς να κοιτάει κάποια λίστα με ευπώλητα και καθιερωμένα ως αξίες απαράβατες. Για παράδειγμα, χάρηκα πολύ όταν είδα στα επιλεγμένα του τον «Ιώβ» του Γιόζεφ Ροτ και όχι το «Εμβατήριο Ραντέτσκι» που θεωρείται (και ίσως είναι) το αριστούργημά του. Ο «Ιώβ» είναι ένα μυθιστόρημα που αγαπάς, όχι γιατί είδες μέσα του κάτι ευχάριστο ή ξεκούραστο για τη σκέψη σου (μακριά από μας η «ευκολία» των αναγνωσμάτων) αλλά ίσα ίσα γιατί στενοχωρήθηκες, πιέστηκες ίσως σε μερικές του σελίδες, ένιωσες την απόγνωση του ήρωα που σαν νέος Ιώβ της Βίβλου μεταμορφώνεται σε πάσχον πρόσωπο. Για όλα αυτά που επισημαίνει και ο Ζουμπουλάκης επιχειρώντας να δείξει το αυτονόητο που έμεινε ασχολίαστο από κάποιους που επιχείρησαν να κρίνουν το απαράμιλλο αυτό δείγμα γραφής του Ροτ, δηλαδή την αναλογία ανάμεσα στο βιβλικό πρόσωπο και στον ήρωα του μυθιστορήματος, τον Μέντελ. Όπως ο βιβλικός Ιώβ πάσχει και εξεγείρεται, έτσι και ο μυθοπλαστικός Μέντελ κανονίζει την περαιτέρω στάση του με τον Θεό.

«Ο Ιώβ, όταν εξεγείρεται, θέλει να μιλήσει με τον Θεό, να λογαριαστεί μαζί του. Ο Μέντελ αντίθετα θέλει να κλείσει κάθε λογαριασμό με τον Θεό»

Πιστοί απολύτως και οι δύο φτάνουν στην εξέγερση, με τον τρόπο του ο καθένας (μια που και η αμφισβήτηση του Θεού εξέγερση νοείται) χωρίς αυτό να μας ξαφνιάζει.

«Η πίστη είναι η προϋπόθεση της εξέγερσης»

Μια αίσθηση που σου δημιουργεί η σκέψη του Σταύρου Ζουμπουλάκη, έτσι όπως ξεδιπλώνεται καθώς «διαβάζει» με τον τρόπο του τα μυθιστορήματα, είναι ότι κατορθώνει να σου δείξει αυτό το αυτονόητο της απλής λογικής, για να επανέλθουμε στο θέμα της αθωότητας της ανάγνωσης. Με αυτόν τον τρόπο προσέγγισης θα μας ανοίξει τις σελίδες της «Επιχείρησης Σάυλωκ» του Φίλιπ Ροθ και θα μιλήσει για το προσφιλές του θέμα, το εβραϊκό ζήτημα ή καλύτερα, για το μέγα ερώτημα του Θεού, όπως αυτό γεννιέται μέσα στον άνθρωπο και αναπόφευκτα καταγράφεται με ποικίλους τρόπους στη λογοτεχνία.


«Οι Εβραίοι είναι καταδικασμένοι να είναι εξαίρεση. Εξαίρεση αιματηρή. Εδώ άλλωστε, στην αιματηρότητα, στη βία, βρίσκεται το κρίσιμο ερώτημα το οποίο θέτει απαιτητικά ενώπιόν μας η εβραϊκή εξαίρεση, το κατά πόσον δηλαδή μπορούμε να υπάρξουμε, ατομικά ή συλλογικά, ως εξαιρέσεις, χωρίς να γινόμαστε αντικείμενο της βίας και του μίσους του άλλου […] Με τι αντίτιμο έχουν πληρώσει ο Εβραίοι αυτήν την οδυνηρή μέχρι σήμερα εξαίρεση, αυτήν την ανέφικτη ως τώρα κανονικότητα, το ξέρουμε όλοι. Με τι αντάλλαγμα έχουν πληρωθεί είναι δική τους κυρίως υπόθεση να το κρίνουν και να το πουν»

Μελετά ακόμη τον Γκράχαμ Γκρην, τον Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ, την Φλάννερυ Ο’ Κόννορ, την Μέριλιν Ρόμπινσον, τον Οκτάβιο Πας και τέλος τον Μισέλ Ουελμπέκ. Σχολιάζοντας το έργο του τελευταίου «Ο χάρτης και η επικράτεια» θα σταθεί στο θέμα της καύσης των νεκρών για να διατυπώσει την προσωπική του άρνηση σε κάτι που πολλούς θιασώτες έχει σήμερα, εκτιμώντας πως η αποτέφρωση των νεκρών θα συνιστούσε
«έναν γενικευμένο, ασφαλώς, μηδενισμό, είτε αυτός είναι φιλοσοφημένος είτε είναι τρέχων και καθημερινός»
Φυσικά το ζητούμενο εδώ δεν είναι να σχολαστεί η άποψη του Ζουμπουλάκη αλλά ο τρόπος ανάγνωσης του Ουελμπέκ που επιχειρεί. Θυμίζει τον αναγνώστη που διαβάζει κάτι, διαφωνεί και εξεγείρεται όπως μπορεί. Άλλωστε ο Ουελμπέκ είθισται να δημιουργεί ποικίλες διαφωνίες με τα γραφόμενά του. Ίσως αυτό να είναι που μας αρέσει, ίσως ακριβώς το αιρετικό του γράψιμο να είναι και ο λόγος που μας συστήνει τελικά ο Ζουμπουλάκης αυτόν τον συγγραφέα.
          Στο τέλος του βιβλίου παρατίθεται μια εισήγηση, στη 2η Διεθνή Συνάντηση του περιοδικού  L’ Atelier du roman, στη Θεσσαλονίκη, 29-30 Σεπτεμβρίου 2000.
Εκεί θα διατυπώσει τον προβληματισμό του για το μέλλον της λογοτεχνίας

«Αν έρθουμε στη λογοτεχνία, ξέρετε ότι στο ίντερνετ γράφονται χιλιάδες ποιήματα –κάκιστα ποιήματα, αλλά αυτό δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω– από ανθρώπους που δεν θα φιλοξενούνταν ποτέ σε ένα οποιοδήποτε έντυπο (από μια μάνα, επί παραδείγματι, για το νεογέννητό της, από ένα νεαρό που τον εγκατέλειψε η κοπέλα του, από μια γυναίκα που έχασε τον πατέρα της και ούτω καθεξής) και τα οποία δέχονται χιλιάδες επισκέψεις. Μπορούμε αυτή τη σχέση και αυτή τη συλλογικότητα να τις αγνοήσουμε; Το ερώτημα λοιπόν είναι κατά πόσον το ίντερνετ θα επηρεάσει τη γραφή, τη λογοτεχνία και τα είδη της. Το μυθιστόρημα, όπως το εννοούμε σήμερα, δεν θα υπήρχε χωρίς την τυπογραφία, πώς θα συνυπάρξει άραγε με το διαδίκτυο;»

Έχουν περάσει βέβαια κάποια χρόνια από τότε που τα έλεγε αυτά ο Σταύρος Ζουμπουλάκης. Έχουν αλλάξει κάπως τα πράγματα στο διαδίκτυο, έχει αυτό εξαπλωθεί πολύ περισσότερο και έχει αλλάξει και η σύνθεση πια του σώματος των χρηστών του, καθόσον πλέον θεωρείται απαραίτητη η συμμετοχή στη δικτύωσή του, αν κάποιος θέλει να επικοινωνεί, να ενημερώνεται και να δημοσιοποιεί το δικό του status. Εφημερίδες, περιοδικά λαμβάνουν εξίσου σοβαρά υπόψη τους την αποδοχή που έχουν στο κοινό του διαδικτύου με αυτήν που έχουν ως έντυπα και μόνον. Συγγραφείς, εκδότες, κριτικοί επικοινωνούν με το αναγνωστικό κοινό με πολύ πιο άμεσο τρόπο, και όλο αυτό κάνει το διαδίκτυο πολύτιμο και χρηστικό απολύτως. Οπωσδήποτε, όμως, με τον προβληματισμό του εδώ ο Ζουμπουλάκης (αλλά κυρίως με την ανάγνωση που επιχείρησε  στα συγκεκριμένα έργα σε όλο το βιβλίο του) συμβάλλει στη  γενικότερη συζήτηση για τη θέση που έχει σήμερα το μυθιστόρημα.
Το μυθιστόρημα προϋποθέτει μια δομημένη κοινωνία που παίρνει σοβαρά τις αξίες της (θυμάμαι εδώ τη σκέψη του Δημοσθένη Κούρτοβικ).  Μια κοινωνία που δεν τολμά ίσως ή αδυνατεί εκ φύσεως να κοιτάξει το πρόσωπό της στον καθρέφτη, με  τεράστιο το έλλειμμα αυτοσυνειδησίας ίσως αποδεικνύεται ανεπαρκής. Βασική προϋπόθεση για τη δομημένη γραφή ενός μυθιστορήματος (πόσο περισσότερο αν μιλάμε για το μεγάλο του είδους) είναι η σαφής γνώση εκ μέρους του συγγραφέα των ορίων μέσα στα οποία θα τοποθετήσει τον ήρωά του. Και αυτή η γνώση αφορά και τα προσωπικά όρια και τα όρια του κόσμου που τον περιβάλλει. Κυρίως όμως αφορά τη συνύπαρξη των δύο, την τοποθέτηση του ήρωα μέσα στον κόσμο. Αν ο καθρέφτης είναι παραμορφωτικός, τα είδωλα αποβαίνουν ψεύτικα και, όπως είναι αναμενόμενο, και η γραφή μη πειστική.

Ο Μίλαν Κούντερα στο δοκίμιό του «Η τέχνη του μυθιστορήματος» επισημαίνει: «Κάθε μυθιστόρημα λέει στον αναγνώστη “τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα από όσο νομίζεις” ».

Ίσως τελικά αυτό το περίπλοκο της ζωής να είναι και η αρχή της έμπνευσης για τη δημιουργία του μυθιστορήματος, αν παρακάμψουμε τα εγγενή εμπόδια που παρεμβάλλονται κάθε φορά που η κοινωνία θα αδυνατεί να υποστηρίξει αυτό το λογοτεχνικό βήμα. Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης έθεσε τη σκέψη μας «υπό το φως του μυθιστορήματος» προσφέροντας άπλετη θέα σε πολλά ενδιαφέροντα θέματα που αφορούν τη συγγραφή, την έμπνευση, τη μυθοπλασία του. Άλλωστε δεν είναι τυχαία η εισαγωγική του αναφορά στην εμβληματική αρχή του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος, τον Δον Κιχότη. Δηλώνοντας ο ίδιος θαυμαστής του Θερβάντες, παραθέτει τη σκέψη ενός άλλου επίσης μαγεμένου από τον αινιγματικό αυτόν ιππότη:

«Ο Δον Κιχότης και ο Σάντσο Πάντσα γεννήθηκαν για να γράψει ο Θερβάντες τη ζωή τους και για να τη σχολάσω εγώ. Ο Θερβάντες γεννήθηκε για να τη διηγηθεί και εγώ για να τη σχολιάσω» (Miguel de Unamuno, «Η ζωή του Δον Κιχότη και του Σάντσο Πάντσα, 1905).

Καθόλου εγωιστικό το παραπάνω. Άλλο είναι το νόημα, και αυτό μπορεί να το αντιληφθεί κάθε αναγνώστης που αγαπά το μέγιστο αυτό δημιούργημα της λογοτεχνικής έμπνευσης, δηλαδή το μυθιστόρημα. Έτσι όπως το αγάπησε και ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, ο οποίος δηλώνει πρωτίστως αναγνώστης.

Διώνη Δημητριάδου

 Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά κατοικεί στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία και δίδαξε σε δημόσια λύκεια. Ασχολείται με τη συγγραφή και με την κριτική λογοτεχνίας. Βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Νοών». Συμμετείχε σε συλλογικές εκδόσεις (εκδόσεις Σιδέρης, Μικρές εκδόσεις, Διάνυσμα). Έχει στο διαδίκτυο το προσωπικό ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ — ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ



γράφει ο Μανώλης Αλυγιζάκης*

Ο Γιώργος Σεφέρης (1900-1971) αναμφισβήτητα ένας από τους γίγαντες της ελληνικής λογοτεχνίας και βραβευμένος με το Νόμπελ λογοτεχνίας το έτος 1963 κατάγεται από οικογένεια καλλιτεχνών. Ο πατέρας του ακαδημαϊκός, ο αδερφός του ποιητής, η αδερφή του ποιήτρια τον επηρέασαν θετικά και συνέβαλαν στη δημιουργική του ροπή που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1930 και κράτησε σαράντα χρόνια μέχρι το θάνατό του.
         Παρ’ όλο που η ποίησή του επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό απ’ την Κρητική λογοτεχνία του 16ου και 17ου αιώνα και τη δημιουργική χρήση της ελληνικής γλώσσας της εποχής εκείνης η ποίησή του διαφέρει απ’ την Κρητική στον τρόπο που χρησιμοποιεί τις διάφορες εικόνες, τους ήρωες και τους μύθους που προέρχονται απ’ την αρχαία Ελλάδα. Αν παρατηρήσει κανείς τον  Κωστή Παλαμά που αναφέρεται στην αντίθεση ανάμεσα στην αρχαία Ελλάδα «τους ανθρώπους των λειψάνων» που δέσποζαν στους ναούς και στα ελαιόφυτα της Αττικής και στο σύγχρονο λαό που «έρπεται αργά σαν κάμπια πάνω στο λευκό λουλούδι» ή τον Κωνσταντίνο Καβάφη που φέρνει στη μνήμη, ίσως ειρωνικά, ίσως ερωτικά, κάποια σκηνή απ’ την  αρχαία Αλεξάνδρεια ή τον Άγγελο Σικελιανό που ονειρεύεται να ξαναεγκαθυδρίσει ολόκληρο το πάνθεο των αρχαίων θεών και να γίνει ιεροφάντης των μυστηρίων ή το Γιώργο Σεφέρη που ψάχνει  με το Βασιλιά της Ασίνης τον σημαντικό ήρωα που πάλεψε με άλλους ήρωες κι ανακαλύπτει το ασήμαντο κενό της σύγχρονης ύπαρξης, ό,τι και να `ναι αυτό ο αρχαίος κόσμος μ’ όλες του τις πτυχές απορροφά τη φαντασία των σύγχοονων ποιητών ακατάπαυστα. Αυτή η ολοκληρωτική μέριμνα είναι καθ’ όλα φυσιολογική σε μια χώρα σαν την Ελλάδα που είναι ολόγιομη απ’ την πανάρχαια κληρονομιά αφού όπου κι αν βρεθεί κανείς θα συναντήσει «κομμάτια ζωής που κάποτε ήταν πλήρης». Ο Σεφέρης όπως και πολλοί απ’ τους σύγρονούς του ποιητές έχουν αντλήσει απ’ αυτή την αστέρευτη πηγή του ελληνικού πνεύματος.
         Το ποιητικό του έργο δεν θεωρείται μεγάλο σε σύγκριση με εκείνο του Γιάννη Ρίτσου ή ακόμα και με το έργο του Οδυσσέα Ελύτη, κι ο ποιητής μοιάζει συγκρατημένος, υπερεκλεπτυσμένος, φιλοσοφικός σ’ αντίθεση μ’ έναν πηγαίο ποιητή που προκαλεί στιγμιαία διέργεση ή ακόμα και μ’ έναν παιγνιδιάρη λυρικό που δημιουργεί εικόνες και ήχους σαν γάργαρο ποταμάκι που πάντα βιάζεται. Όμοια με πολλούς άλλους της εποχής του η ποίησή του εμπλουτίζεται από τον υπέροχο ελληνικό χώρο, τη γαλανή θάλασσα, τα νησάκια, τα «κρυφά περιγιάλια», τις ολόχρυσες αμμουδιές και πάνω απ’ όλα αυτά την πανάρχαια ομορφιά που αντιπροσωπεύουν τ’ αγάλματα και οι αρχαίοι ναοί. Η αγάπη του κι ο θαυμασμός του για το κάθε τι ελληνικό είναι παντού στο έργο του, ο τόπος άγονος, σκληρός και τιμωρούν, η γυμνή πανωραία ομορφιά, ο ήχος της θάλασσας στο ακρογιάλι των αναμνήσεών του απ’ τη γη των παιδικών του χρόνων, τα ψηλά γρανιτένια βουνά, η παράδοση και ο θρύλος, τα έθιμα κι ο αέναος αγώνας μα κι η καθημερνή πάλη του απλού ανθρώπου για τη βιοπάλη κι η διαιώνιση της ελληνικής γλώσσας  είναι τα στοιχεία που συναντούμε ξανά και ξανά.
         Συχνά συναντούμε στους στίχους του δυισμούς: νόστος-θάνατος, στην «Κίχλη», μύθος-ιστορία, στο «Μυθιστόρημα», νόστος-άλγος, στο γνωστό του ‘Γυρισμός του Ξενιτεμένου, όπου ο γυρισμός είναι μια τραυματική εμπειρία για τον ξενιτεμένο που δεν συναντά πια εικόνες της παιδικής του ηλικίας που έχουν εξαφανιστεί και αντικατασταθεί με την καθημερνή μικρότητα.
         Κι εδώ συναντούμε ξανά τις εικόνες που συχνά επαναλαμβάνονται στο έργο του οι πέτρες, τα μάρμαρα, τ’ αγάλματα, οι ναοί, εικόνες που συνδέουν τη σύγχρονη Ελλάδα με το δοξασμένο παρελθόν. Αυτές οι αναφορές αντιπροσωπεύουν τη ξακουστή ιστορία που παρ’ όλο που είναι στατική είναι επίσης ένδοξη και άξια θαυμασμού αλλά και ταυτόχρονα νεκρή κι ακίνητη σε αντίθεση με τον αγώνα του ποιητή που προσπαθεί να τα ξαναενώσει τους δυο αυτούς κόσμους μια η προσπάθεια που δεν είναι καθόλου επιτυχής. Αυτές οι εικόνες αναφέρονται στο μυθολογικό και ιστορικό βάρος που ο σύγχρονος Ελληνας υποβαστάζει στους ώμους του.
         Κριτικοί βρίσκουν κάποιαν ομοιότητα ανάμεσα στην ποίηση του Σεφέρη και του Έλλιοτ που ο Γιώργος Σεφέρης γνώρισε στο Λονδίνο. Επίσης κριτικοί υποδεικνύουν σημεία όπου το έργο του Σεφέρη διαποτίζεται από την Ευρωπαϊκή απαισιοδοξία της εποχής του μεσοπολέμου, /σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν’ αγαπήσουν/, /ο πανάρχαιος πόνος/ στοιχεία που σκιαγραφούν την ελληνική μοίρα. Αλλά πώς είναι δυνατόν κάποιος που έχει χάσει την πατρική του γη, τον τόπο που γεννήθηκε για πάντα να μη νιώθει απαισιόδοξος; Κι αυτή η εικόνα της απαισιοδοξίας πηγάζει απ’ την επίκαιρη Μικρασιατική τραγωδία του 1922, πρόσφατος πόνος που έζησε ο ποιητής κι όλος ο Ελληνισμός, αυτός ο καημός της Ρωμιοσύνης, ο ολοκάθαρα ελληνικός κάνει τη φωνή του ποιητή να ντύνεται μια ξάστερη ειλικρίνια επηρεασμένη απ’ τον πόλεμο, την καταστροφή, την εξορία-μετανάστευση των ημερών εκείνων. Είναι αυτή η βαθειά επίγνωση του ποιητή, άγνωστη τις περισσότερες φορές για κράτη με λιγόχρονη ιστορία και λιγότερο τραγική από την ιστορία της Ελλάδας, που βοηθά τον ποιητή Σεφέρη και τον οδηγεί στο μελαγχολικό κι απαισιόδοξο τόνο του.
        Η Ελληνική μυθολογία παίζει σπουδαίο ρόλο στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, αλλά θα ήταν λάθος να ισχυριστούμε ότι είναι ένα ξεχωριστό αυτόνομο στοιχείο τη στιγμή που συνυφαίνεται με διάφορους άλλους ιστούς της ελληνικής δημιουργικότητας όπως η παράδοση, η λογοτεχνία κι ο μύθος στοιχεία που είναι σφιχτά δεμένα το ένα με το άλλο στο έργο του κι ο καθένας μπορεί να διαισθανθεί όλο το παρελθόν του ελληνισμού όπως αντιπροσωπεύεται στην ποίηση απ’ την εποχή του Ομήρου μέχρι τη σημερινή εποχή κι είναι ολοφάνερα στην ποίηση του Σεφέρη. Αναμφίβολα όταν κάποιος συλλαμβάνει τον ήχο της πλούσιας παραδοσιακής φωνής που έχει γαλουχηθεί απ’ τους ήχους της εξαίσιας ποίησης των αρχαίων χρόνων γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η φωνή του μεγάλου Σεφέρη είναι επίκαιρη κι ο συναισθηματισμός του ποιητή δεν στέκεται καθόλου μακριά απ’ αυτόν των ποιητών της αρχαίας εποχής και νοσταλγικά εμβαθύνει σε εικόνες του παρελθόντος για να ξεφύγει απ’ την παραζάλη της σημερινής ζωής καθώς το παρελθόν παρουσιάζεται για να φωτίσει τη σύγχρονη εικόνα.
         Με την έκδοση του βιβλίου «Μυθιστόρημα», το 1935, που θεωρείται το καλύτερό του έργο, ο ποιητής αφήνει πίσω του την προσκόλησή του σε ποιητικές φόρμες και τεχνικά στοιχεία των προηγούμενων βιβλίων του και καθαρά ελεύθερος δοκιμάζει να εκφράσει τον εσωτερικό του κόσμο με μεγαλύτερη άνεση χαρακτηριστικό ενός ώριμου ποιητή που βρίσκουμε στη δουλειά του ολοκάθαρους τόνους κι εκφράσεις, εικόνες δίχως στολίδια και καλλωπισμούς, τα χρώματα είναι απλά και οι εικόνες αραιότερες. Και σ’ αυτή την ώριμη ποίηση ο Σεφέρης συνδυάζει το ύφος της καθημερινής ομιλίας με το ρυθμό της παραδοσιακής χρήσης της γλώσσας με τρόπο που καταλήγει σε μια αρμονική συνύφανση πυκνότητας του λόγου. Κι υπάρχουν στιγμές που διακρίνουμε σε κάποιο επεισόδιο την ανάπτυξη μιας εικόνας απ’ το τοπικό ή ενδοχωρικό επίπεδο να προεκτείνεται ολοκάθαρα στο παγκόσμιο επίπεδο στοιχείο ωρίμνασης του ποιητή που υπερβαίνει απ’ τον ελληνικό χώρο στον παγκόσμιο.
         Αλλά όσο παγκόσμιο είναι το έργο του Σεφέρη άλλο τόσο είναι καθαρά ελληνικό κι η λατρεία του για κάθε τι ελληνικό είναι αναμφισβήτητη, χαρακτηριστικό στοιχείο για όλους όσους έχουν φύγει, ας θυμηθούμε ότι έζησε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του μακριά απ’ την πατρίδα και σχεδόν όλη του τη ζωή μακριά απ’ τον αγαπημενο χώρο των παιδικών του χρόνων τη Σμύρνη. Επίσης είναι γνωστό ότι όλοι όσοι έχουν φύγει απ’ την πατρίδα κουβαλούν πάντα βαθειά στην καρδιά τους τον ελληνικό χώρο, τη γαλανή θάλασσα, τις υπέροχες ακρογιαλιές, τα γραφικά νησάκια, τον απλοϊκό άνθρωπο που πάντα σηκώνει στους ώμους του το βαρύ φορτίο του ένδοξου παρελθόντος και προσπαθεί μερικές φορές ανέλπιδα να συνδυάσει το υπέροχο αρχαίο με το απαισιόδοξο σημερινό στοιχείο που βουτηγμένο στο μοντέρνο τρόπο ζωής του καταναλωτισμού και την απόκτηση υλικών αγαθών παραβλέπει τον πλούτο που του έχουν εμπιστευθεί οι Μοίρες και μετατρέπεται σε μια έννοια παράλογη και άγευστη.


*O Μανώλης Αλυγιζάκης, είναι Ελληνο-Καναδός ποιητής, μεταφραστής και συγγραφέας.

Βανκούβερ, Καναδά, Φεβρουάριος 2016

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2016

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ της ΡΕΝΑΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ "Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΜΗ"





Το Λύκειο Ελληνίδων Ηρακλείου, το Βιβλιοπωλείο ’’Φωτόδεντρο’’ και ο Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη έχουν την ευχαρίστηση να σας προσκαλέσουν στην παρουσίαση
του δεύτερου βιβλίου της τριλογίας Η ΜΑΧΡΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ  της συγγραφέως Ρένας Πετροπούλου-Κουντούρη με τίτλο

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΜΗ


   

Παρουσιάζεται το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας ‘’Η Μάχρια της Λήθης’’ της                        Ρένας Πετροπούλου Κουντούρη στο Ηράκλειο.

Έπειτα από την επιτυχημένη πορεία του πρώτου βιβλίου της τριλογίας ‘’Η Μάχρια της Λήθης’’ της Ηρακλειώτισσας συγγραφέως Ρένας Πετροπούλου Κουντούρη, (2014 εκδόσεις Λιβάνη), ο δεύτερος τόμος ‘’Η αγάπη είναι δύναμη’’, βρίσκεται πλέον στις προθήκες των βιβλιοπωλείων.
‘’Η Μάχρια της Λήθης’’, ένα ιστορικό μυθιστόρημα που ξεκινά από το Λασίθι το 1867 μες στην καρδιά της Κρητικής επανάστασης, απλώνεται  στη συνέχεια και αγκαλιάζει  την Κρήτη των αιματοβαμμένων αγώνων, την Κωνσταντινούπολη των χρόνων της βασιλείας του Αβδούλ Χαμίτ του Β’, το Αγιασολούκ και την Έφεσο, το Αιγαίο πέλαγος την εποχή του τέλους της πειρατείας, τη γοητευτική Μασσαλία και το κομψό Παρίσι των αρχών της Μπελ Επόκ, ταξίδεψε, γοήτευσε και συγκίνησε τους αναγνώστες σε ολόκληρη την Ελλάδα, με αποτέλεσμα να περιμένουν με αγωνία τη συνέχεια. Έχει ήδη παρουσιαστεί σε τέσσερις πόλεις και έχει αποσπάσει εξαιρετικές κριτικές.
Στο οπισθόφυλλο του νέου βιβλίου αναφέρονται τα εξής:
Μασσαλία 1889. Η Μάχρια και ο Ζακ είναι δεμένοι μ’ ένα βασανιστικό ερωτικό πάθος που τους φέρνει στα άκρα.
Τι ρόλο θα παίξει στη συνέχεια ο καλύτερός τους φίλος, ο Φρανσουά;
Και πώς συνδέονται τα γεγονότα κι οι παράλληλοι βίοι της εύπορης και καλλιεργημένης Μάχρια με τη ζωή της Ιταλίδας αγρότισσας Αουρόρα και της Γιαπωνέζας γκέισας Γιούκι;
Ένα πολυφωνικό, σαγηνευτικό μυθιστόρημα, που συνυφαίνει τις ιστορίες και τον αγώνα τριών διαφορετικών γυναικών, παγιδευμένων στις προκαταλήψεις της εποχής τους, ένα βιβλίο-ταξίδι ολόκληρο, που ανοίγεται σε τρία μέτωπα διατρέχοντας δύο ηπείρους, με αξέχαστους ήρωες, καθοριστικές αποκαλύψεις και ανατροπές που κόβουν την ανάσα.
Από το Οριάν Εξπρές, την όπερα της Βιέννης, κλινικές αποτοξίνωσης σε αυστριακά θέρετρα, μεγαλόπρεπα ξενοδοχεία και επαύλεις μέχρι τις αίθουσες διαλέξεων και το ντιβάνι του Φρόιντ, από την απλή ζωή του νότου και τα σκοτεινά βάθη της επιθυμίας, καλά κρυμμένα σ’ ένα ψαροχώρι κι ένα γυναικείο μοναστήρι της Σαρδηνίας, μέχρι την Ιαπωνία στα χρόνια της απώτατης μαγείας της ανατολής, μέσα από τους δρόμους του μεταξιού και του τσαγιού, ο αναγνώστης ανακαλύπτει ένα έργο-ύμνο στην ακαταμάχητη δύναμη της αγάπης, τη μητρότητα, τη φιλία, την αφοσίωση, αλλά και το θρησκευτικό φανατισμό, τις κοινωνικές συμβάσεις του δέκατου ένατου αιώνα, την αρρώστια, το πένθος, τη σχέση με το χρόνο, το δικαίωμα στην ευτυχία. Μια κατάδυση στα βάραθρα της ανθρώπινης ψυχής που εξαναγκάζεται να γνωρίσει τα έσχατα όρια της αντοχής της.
Το νέο βιβλίο της Ρένας Πετροπούλου Κουντούρη, θα παρουσιαστεί την Τρίτη 15 Μαρτίου, στις 7.30μμ, στην Αίθουσα Ανδρόγεω του Δήμου Ηρακλείου, υπό την αιγίδα του Λυκείου Ελληνίδων, με συνδιοργανωτές το βιβλιοπωλείο ‘’Φωτόδεντρο’’ και τις Εκδόσεις Λιβάνη. Για το βιβλίο θα μιλήσουν:




Ελένη Πλαγιωτάκη Σαατσάκη, Εκπαιδευτικός, συγγραφέας Ευαγγελία Πετρουγάκη, Φιλόλογος, ποιήτρια


Ειρήνη Κριτσωτάκη, Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας, συγγραφέας


Αποσπάσματα θα διαβάσουν:


Έφη Κυριακάκη, κοινωνιολόγος

και η ίδια η συγγραφέας 




Στο πιάνο η Πιανίστα και Καθηγήτρια Μουσικής Λίλυ Δάκα


Ερμηνεύει η Δεβόρα Κιαγιαδάκη, ΩΡΛ. χειρουργός- Φωνίατρος, μουσικός


Ενώ την εκδήλωση συντονίζει η Ράνια Κιαγιαδάκη, Ζωγράφος- 

Αγιογράφος, ποιήτρια



Η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης. Είναι καθηγήτρια Σχεδίου Μόδας με μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι. Από το 2001 και μετά έχουν εκδοθεί δεκαεπτά βιβλία της . Έχει γράψει ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα, διηγήματα, παιδικά βιβλία (απόσπασμα βιβλίου της διδάσκεται στην Ε’ Δημοτικού) και παιδικό θέατρο, ενώ άρθρα και βιβλιοκριτικές της δημοσιεύονται στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο,  καθώς και σε έγκριτα λογοτεχνικά περιοδικά.
Είναι συντονίστρια του “Λογοτεχνικού κύκλου Ηρακλείου”. Πρόσφατα το παραμύθι της’’ Αζίρ’’ (συμμετοχή στο πρόγραμμα του Δήμου Ηρακλείου και της ομάδας βιβλίου του Συλλόγου Εκπαιδευτικών «Δομήνικος Θεοτοκόπουλος», με θέμα το σχολικό εκφοβισμό) έγινε ταινία μικρού μήκους από τους μαθητές της Στ’ τάξης του Δημοτικού Σχολείου Μεγάλης Βρύσης Ηρακλείου.
Τελευταίο της πεζογραφικό έργο το β’ μέρος της τριλογίας ‘’Η Μάχρια της Λήθης’’ ,με τίτλο  ’’Η αγάπη είναι δύναμη’’ που κυκλοφόρησε πρόσφατα  από τις εκδόσεις Λιβάνη, ταυτόχρονα με τη νέα ποιητική της συλλογή ’’Μινιατούρα’’ από τις εκδόσεις Poema.





.


Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

«Η κρυφή πόρτα» του Αλέξη Πανσέληνου



γράφει και επιμελείται η Διώνη Δημητριάδου*


του Αλέξη Πανσέληνου
από τις εκδόσεις Μεταίχμιο


Είναι αμφιλεγόμενο θέμα αν μπορεί να γραφεί εν μέσω κρίσης (πολύπλευρης, όπως τούτη που ζούμε) αληθινή λογοτεχνία, κυρίως όταν επιλέγει τα θέματά της από αυτήν ακριβώς την κρίση κάνοντας ευθεία αναφορά σ’ αυτήν. Ισχύει σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, το γεγονός ότι η τέχνη εκφράζει τη εποχή της, πηγάζει απ’ αυτήν και μιλάει με τις εικόνες της, είτε αυτές είναι απολύτως εμφανείς είτε απαιτούν βαθύτερη διείσδυση για να αποκρυπτογραφηθεί η συγγένεια μαζί της. Δεν μπορεί κανείς να αποκοπεί από τον κόσμο μέσα στον οποίο ζει, και αυτόν αποδίδει με τον ιδιαίτερο τρόπο έκφρασης, ερμηνεύοντας τις παραμέτρους του με τους δικούς του κώδικες επικοινωνίας. Άρα μοιάζει αναπόφευκτος ο σχολιασμός μέσα στο έργο, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, αυτής της πραγματικότητας που βιώνει ο συγγραφέας.
Στην περίπτωση του τελευταίου βιβλίου του Αλέξη Πανσέληνου ισχύει ακριβώς το παραπάνω. Έχουμε μια ιστορία με τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της νουβέλας (μυθιστόρημα εντούτοις κατά την άποψη της έκδοσης) η οποία εκτυλίσσεται με φόντο τα πολύ πρόσφατα γεγονότα, από το καλοκαίρι του 2014 μέχρι τον Γενάρη του 2015. Μέσα από όλους τους προβληματισμένους (στην καλύτερη περίπτωση) χαρακτήρες που συναντάμε γύρω μας, ανθρώπους που συνειδητοποιούν την αδιέξοδη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η ζωή τους, επιλέγει τον πλέον παραιτημένο. Έναν μεσήλικα συνταξιούχο, συγγραφέα και μεταφραστή, που έχει βυθιστεί συνειδητά σε μια ρουτίνα ασφαλείας αποφεύγοντας συναισθηματικές συγκινήσεις και περιφρουρώντας την ιδιωτικότητά του σε ένα διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας (Ασκληπιού), που κάποτε στέγαζε τον ίδιο, σε πολύ νεότερη ηλικία, και τη μητέρα του. Επιστροφή, θα λέγαμε, στα  παλιά και γνώριμα μετά από έναν αποτυχημένο γάμο κι ένα διαζύγιο.
«Τα γειτονικά μπαλκόνια και τα παράθυρα ήταν ο νέος κοινωνικός του περίγυρος. Παρατηρούσε τους απέναντι όπως κοιτάμε τα έργα στην τηλεόραση.»
Δυάρι το διαμέρισμα αλλά επικοινωνεί μέσω μιας κρυφής πόρτας με ένα πανομοιότυπο δυάρι – κάποτε τα δύο αυτά ήταν ενωμένα. Πώς είναι αλήθεια να “συγκατοικείς” με κάποιον άγνωστο ξέροντας πως αρκεί ια απλή κίνηση για να ανοίξει αυτή η πόρτα και να βρεθεί ο ένας στο σπίτι του άλλου; Γιατί, ο Ευγένιος θα νοικιάσει το διπλανό σπίτι σε μια κοπέλα, η οποία θα τον αναστατώσει όχι μόνο με τη μυρωδάτη αύρα της αλλά και με το μυστήριο που την περιτριγυρίζει.
«Την ίδια στιγμή η μυρωδιά της Μαρίας τον τύλιξε. Πριν μπει ακόμη στο οπτικό του πεδίο, κατάλαβε πως είχε έρθει και στεκόταν δίπλα του.»
Αυτή η ενδιάμεση πόρτα επικοινωνίας πολλές φορές θα φτάσει στο σημείο να κλείσει με την τοποθέτηση κάποιου επίπλου που θα εμποδίζει την πρόσβαση του ενός στον χώρο του άλλου, όμως πάντα περιέργως θα μένει ανοικτή.
Όπως ανοικτό θα παραμένει και το ερώτημα τι κάνουμε τώρα που θα θέτει διαρκώς ο ήρωας στον εαυτό του.
«Η κρυφή πόρτα που παλιότερα δεν την έβλεπε καν, τώρα ξεχώριζε οδυνηρά στον μεσότοιχο, σαν να είχε αποκτήσει πλαίσιο από φλόγες.»


Γύρω από τους δύο αυτούς βασικούς χαρακτήρες κινούνται περιφερειακά και αποστασιοποιημένα η κυρία Βεατρίκη, από τον εκδοτικό οίκο που συνεργάζεται ο Ευγένιος, η Αυγή, το “πανκιό” που δουλεύει στον φούρνο της γειτονιάς αλλά παράλληλα φιλοδοξεί να εκδώσει τα ποιήματά της, ο Στέφανος και ο Γεράσιμος, φίλοι, και δύο γυναικείες φιγούρες, η Ηρώ και η Σωτηρία, που μόνον ως απόηχος της ζωής που πέρασε μαζί τους εξακολουθούν να απασχολούν τη σκέψη του. Στις πρώτες σελίδες ο συγγραφέας, ακολουθώντας κανόνες της γραφής “παλαιάς κοπής” κάνει μια εκτενή αναφορά σε πρόσωπα και καταστάσεις 


προκειμένου να γίνουν πιο προσιτά στην ανάγνωση τα πρόσωπα της ιστορίας αλλά και το κλίμα της εποχής. Μετά σιγά σιγά προχωρεί στην πλοκή και γύρω στα μισά του βιβλίου απογειώνει τη γραφή του μέσα σε μια ατμόσφαιρα με στοιχεία θρίλερ. Με αργές κινήσεις ανασηκώνει το πέπλο μυστηρίου που καλύπτει τη νοικάρισσα του Ευγένιου Μαρία Καϊμάκη για να ξαφνιάσει και αυτόν αλλά και τον αναγνώστη μαζί. Αυτή η αποκάλυψη αναπόφευκτα θα συντελέσει στην αλλαγή του ήρωα που χάνει πλέον τον ήρεμο και προγραμματισμένο βηματισμό του.
Είναι πάντοτε σημαντικές οι αλλαγές που νιώθουμε να μας καταλαμβάνουν, πόσο περισσότερο όταν αυτές έρχονται και μας χτυπούν την πόρτα σε πιο ώριμη ηλικία και πόσο περισσότερο ακόμη όταν αυτή η πόρτα είναι -ευφυώς ονομαζόμενη από τον συγγραφέα- “κρυφή”.
Ο Ευγένιος επιλέγει να ανοίξει την κρυφή πόρτα, μόνο που από το άνοιγμά της θα προβάλει απειλητική και η κατάρρευσή του. Και αυτή η διάλυση θα συμβαδίσει με τη διάλυση του κόσμου γύρω του. Όταν ο πολιτικός κόσμος κατάφωρα διαψεύδει ό, τι πίστεψες, όταν ο κοινωνικός ιστός ξηλώνεται με γοργούς ρυθμούς, όταν δεν έχεις πια σε τι να πιστέψεις από τα κάλπικα γύρω σου, στρέφεσαι στον μικρόκοσμό σου και εκεί αναζητάς την προστασία των δεδομένων τη ζωής σου. Τι γίνεται όμως όταν αυτός ο μικρόκοσμος πρώτος σε έχει διαψεύσει;
Για πρώτη φορά θα δώσει προσοχή ο Ευγένιος στον άστεγο που κοιμάται λίγο πιο κάτω από το σπίτι του στα σκαλιά ενός υπογείου. Ίσως εκεί δίπλα του υπάρχει ακόμη ίχνος ζεστασιάς. Η απόλυτη συντριβή.
«Καθισμένος στο πεζούλι κοιτούσε και έβλεπε στο βάθος την πολυκατοικία του να σχηματίζει με τη γωνία της κάτι σαν πλώρη καραβιού· και πάνω από τα τρία ρετιρέ και τις τέντες, τα φυτά που πρόβαλλαν από τα κάγκελα και τις κεραίες της τηλεόρασης που μοιάζαν με κατάρτια· τα σύννεφα έτρεχαν προς τα πίσω σπρωγμένα από τον νοτιά, και όλο το κτίριο έμοιαζε να τρέχει βιαστικά προς τη φουρτούνα που παραμόνευε στο πέλαγος.»
Η ιστορία τελειώνοντας αφήνει ερωτηματικά στον αναγνώστη. Φτάνεις στην τελευταία σελίδα και δεν έχεις πάρει απάντηση για τη σημασία που έχουν στη ζωή του κάποια πρόσωπα περίεργα (όπως η μαστουρωμένη στα Εξάρχεια ή η μισότρελη παλιά του φιλενάδα) που τον ξαφνιάζουν και τον φοβίζουν δηλώνοντας την παρουσία τους σε καθοριστικές στιγμές. Ίσως αυτή κρυφή πόρτα να προκαλεί και τον αναγνώστη να τη διαβεί. Άλλωστε η λογοτεχνία δεν είναι εδώ για να λύνει όλα τα μυστήρια. Συχνά κάποια κείμενα τα αγαπάμε για τις μυστικές τους, “κρυφές πόρτες”. Όπως αυτό εδώ που είναι από τα καλύτερα του συγγραφέα στο δέσιμο της πλοκής, στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων αλλά και στη χρήση μιας λογοτεχνικής  γλώσσας από τις πιο ζωντανές και νευρώδεις της πεζογραφίας μας.
 Τελικά μπορεί η κρίση να γεννάει συγγραφείς; Ίσως αυτό να ισχύει για κάποιους νεότερους που βρίσκουν έδαφος να αναπτύξουν μια επίκαιρη πλοκή. Στην περίπτωση, όμως, ενός πολύπειρου της γραφής, όπως ο Αλέξης Πανσέληνος, η αναφορά στην τωρινή πολύπαθη  εποχή νομίζω πως απλώς εξυπηρέτησε την αναλογία ανάμεσα στην κατάρρευση του κόσμου γύρω με τη διάλυση του ήρωα. Αυτά τα δύο μεγέθη τραγικότητας έδεσαν απολύτως μέσα στις σελίδες του βιβλίου.


Διώνη Δημητριάδου


Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά κατοικεί στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία και δίδαξε σε δημόσια λύκεια. Ασχολείται με τη συγγραφή και με την κριτική λογοτεχνίας. Βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Νοών». Συμμετείχε σε συλλογικές εκδόσεις (εκδόσεις Σιδέρης, Μικρές εκδόσεις, Διάνυσμα). Έχει στο διαδίκτυο το προσωπικό ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»