Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

Λίγα λόγια για τον "Ανέστιο" της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη


γράφει η Νότα Χρυσίνα*




"Ανέστιος" ο ήρωας και όχι άστεγος. Η εστία του γίνεται η γραφή. Εστία ως φιλοξενία αλλά και εστία ως σημείο αναφοράς και συγκρότησης εαυτού. Η γραφή γίνεται εστία και δομεί έναν νέο εαυτό. Η γραφή συνθέτει και συγκροτεί το εδώ και τώρα συμφιλιώνοντάς το με το παρελθόν το οποίο ακολουθεί όπως και η πόλη μια δεύτερη εστία μέσα στην οποία οδεύει ο ήρωας ξετυλίγοντας το μίτο της Αριάδνης μνήμης του. Η πόλη -εστία του αλεξανδρινού σε ακολουθεί και η γραφή -εστία σε τοποθετεί μέσα στην Ιστορία. Ο βάρβαρος είναι ο εσώτατος εαυτός. Ο βάρβαρος ως κατακτητής δεν θα έρθει διότι κατοικεί μέσα στον άνθρωπο που γυρεύει την ταυτότητά του αφού απαρνηθεί τον συμβολικό εαυτό του που είναι δημιούργημα των εκάστοτε θεσμών. Ο ανέστιος είναι ο άνθρωπος που αναζητά τον εαυτό του οδεύοντας μέσα από τις δαιδαλώδεις δυσκολίες της ζωής στον θάνατο, την μόνη βεβαιότητα. Οδεύει όμως γνωρίζοντας πως υπάρχει και πως αυτό το γνωρίζει ώστε να αναφωνεί πως τίποτα πέραν αυτού δεν γνωρίζει.

Ο Η.Κ., ο ήρωας του βιβλίου, σε εναν τόνο εξομολογητικό που θυμίζει τον ήρωα στην "Μεταμόρφωση" του Κάφκα διηγείται την δική του μεταμόρφωση από εφέστιο σε ανέστιο. Καταγράφει τις μέρες του που διανύουν Κυριακή σε Κυριακή και τις σχέσεις του που μεταμορφώθηκαν πριν ο ίδιος διαλέξει να διαρρήξει την σχέση του με τον χρόνο. Κινείται μέσα στον χώρο σε ένα ατελείωτο οδοιπορικό όπως και η ίδια η πόλη χωρίς να μπορεί να σταματήσει παρά μόνο για λίγο. Ο χρόνος του παρελθόντος εισχωρεί στο παρόν ως μνήμη και ως βίωμα. Όσο προσπαθεί να απαλλαγεί από το παρελθόν τόσο αυτό ορμάει μέσα από το ασυνείδητο και αποκτά σώμα μέσα από την γραφή. Ο ήρωας είναι εντός του μέλλοντός του ενώ ζούσε μια "κανονική" ζωή με την οικογένειά του. Ήταν ένας πλάνητας πριν να γίνει ανέστιος και να περιπλανιέται στον δρόμο. Ο δρόμος είναι η οδός της δικής του αλήθειας και η γλώσσα αποτυπώνει την οδό της σκέψης του. Οι σκέψεις του είναι οι μόνες που δεν τον αποχωρίζονται και οι μόνες συνοδοιπόροι του. Σκέφτομαι άρα υπάρχω. Η μοναδική διέξοδος είναι η έξοδος. Η έξοδος στην Βίβλο και η Οδός που είναι ένα όνομα της θρησκείας διατρέχει την σκέψη του ανθρώπου που μέσα από την φιλοσοφία προσπέρασε τον μύθο και την Ιστορία και έμεινε ανέστια στο παρόν.

Το ποίημα "Ας φρόντιζαν" του Κωνσταντίνου Καβάφη, θα μπορούσα να πω, πως συνομιλεί με το κείμενό τής Αλεξάνδρας Δεληγιώργη.Φυσικά, το κείμενο συνομιλεί με  άλλα κείμενα, κυρίως φιλοσοφικά, καθώς η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη είναι καθηγήτρια φιλοσοφίας, αλλά και με την λογοτεχνία από τον Όμηρο μέχρι τον Κάφκα. Ωστόσο, ο Καβάφης συμπυκνώνει ολόκληρο τον ελληνισμό που διαμόρφωσε το παρόν μας, ένα παρόν στο οποίο καταντήσαμε ανέστιοι και πένητες μετά από έναν δαπανηρό βίο. Ο βίος μας δαπανήθηκε στο κυνήγι του ωφέλιμου και οι κραταιοί θεοί από καιρό να έχουν πεθάνει ώστε να μην υπάρχει οδός έτσι που την ζωή μας χαλάσαμε.



Ας φρόντιζαν Αναγνωρισμένα


Κατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης.
Aυτή η μοιραία πόλις, η Aντιόχεια
όλα τα χρήματά μου τάφαγε:
αυτή η μοιραία με τον δαπανηρό της βίο.
Aλλά είμαι νέος και με υγείαν αρίστην.
Κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος
(ξέρω και παραξέρω Aριστοτέλη, Πλάτωνα·
τι ρήτορας, τι ποιητάς, τι ό,τι κι αν πεις).
Aπό στρατιωτικά έχω μιαν ιδέα,
κ’ έχω φιλίες με αρχηγούς των μισθοφόρων.
Είμαι μπασμένος κάμποσο και στα διοικητικά.
Στην Aλεξάνδρεια έμεινα έξι μήνες, πέρσι·
κάπως γνωρίζω (κ’ είναι τούτο χρήσιμον) τα εκεί:
του Κακεργέτη βλέψεις, και παληανθρωπιές, και τα λοιπά.
Όθεν φρονώ πως είμαι στα γεμάτα
ενδεδειγμένος για να υπηρετήσω αυτήν την χώρα,
την προσφιλή πατρίδα μου Συρία.
Σ’ ό,τι δουλειά με βάλουν θα πασχίσω
να είμαι στην χώρα ωφέλιμος. Aυτή είν’ η πρόθεσίς μου.
Aν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους—
τους ξέρουμε τους προκομένους: να τα λέμε τώρα;
αν μ’ εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ.
Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,
κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκτιμήσει,
θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό.
Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,
πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.
Θα με θελήσει πάντως ένας απ’ τους τρεις.
Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Βλάπτουν κ’ οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.
Aλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.
Aς φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν.
(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Ας φρόντιζαν (ανάγνωση)
(διαβάζει: Σαββίδης Γ. Π., K.Π. Kαβάφη, Ποιήματα, II, (1919-1933), Διόνυσος)


Η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει. Σπούδασε φιλοσοφία στο Α.Π.Θ. και στη Σορβόννη και είναι καθηγήτρια στο Α.Π.Θ. Εκτός από μελέτες, δοκίμια και άρθρα, έχει εκδώσει μυθιστορήματα και συλλογές διηγημάτων. Το δοκίμιό της «Ά-νοστον ήμαρ» τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου το 1998.

--------------------------------

*Η Νότα Χρυσίνα είναι μεταφράστρια-πολιτισμολόγος.


Σκέψεις πάνω στα «ΆΛΛΑ ΡΟΥΧΑ» του Ζαχαρία Σώκου



γράφει ο Πάνος Σταθόγιαννης*


Είναι δύσκολο να δώσει κανείς ορισμό στο ερώτημα τι είναι, εντέλει, ποίηση. Μοιάζει να αντιστέκεται η ίδια, σχεδόν να αναιρεί και να χλευάζει κάθε ορισμό. Μας επιτρέπει μόνο όχι να τη γνωρίζουμε, αλλά να την αναγνωρίζουμε. Να τη βιώνουμε ως εσωτερική συγκίνηση, παράδοξο γλυκασμό και σκίρτημα της ψυχής,  τράνταγμα των σταθερών μας μέσω μιας απροσδόκητης χρήσης της γλώσσας. Μιας γλώσσας που παύει πια να υπηρετεί τις ανάγκες της πρακτικής επικοινωνίας και συνεννόησης ή της ερμηνείας του κόσμου και του εαυτού, και καταβυθίζεται σε εκείνη τη σχεδόν μετά-συνειδησιακή κατάσταση όπου πάντα (ο χρόνος όλος του ανθρώπου και του σύμπαντος κόσμου) είναι ήδη συντελεσμένα. Γι’ αυτό και μπορούν να νοηματοδοτηθούν από την αρχή, να ονοματιστούν από την αρχή, να ανακαλυφθούν από την αρχή και να αποκαλυφθούν (χρησιμοποιώ αυτόν τον όρο με τη βιβλική του σημασία) με μια απρόσμενη και πολύσημη παρθενικότητα.
Σ’ αυτές τις σκέψεις με οδήγησε η ανάγνωση των ποιημάτων του Ζαχαρία Σώκου, φίλου και συνεργάτη από τα παλιά, που κυκλοφόρησαν πριν μερικούς μήνες υπό τον τίτλο “Άλλα Ρούχα”. Γιατί αυτό ακριβώς κάνει η ποίησή του – επικαιροποιεί σε ένα διαρκές “τώρα”, σε ένα εύπλαστο και ρευστό “παρόν” τη συλλογική μας μνήμη, όπου τα πρόσωπα, τα πράγματα και τα γεγονότα τα συντελεσθέντα, οι επιθυμίες και τα όνειρα αλληλοδιαπλέκονται, ανταλλάσουν μεταξύ τους φορτία και ουσίες για να εμφανιστούν και πάλι στην επικράτεια της Γραφής όχι ως πραγματικότητες, αλλά ως αλήθειες.
Μιλώντας εδώ για αλήθειες, έχω υπόψη μου το αριστοτελικό «αληθεύειν εστί κοινωνείν», πράγμα που σημαίνει ότι οι αλήθεια του Ζαχαρία Σώκου χωρίς να είναι απαλλαγμένες από το στοιχείο της υποκειμενικότητας, απέχουν πόρω από επικρατούσα σήμερα άποψη της μετανεωτερικότητας, όπου η ατομική θέαση είναι η μόνη δυνατή, θρυμματίζοντας τον κόσμο σε ασύμπτωτα μεταξύ τους και αυθαίρετα “εγώ”. Γιατί ο Ζαχαρίας Σώκος, ακόμα κι όταν μιλάει για πρόσωπα και πράγματα εντελώς δικά του (τη μητέρα του για παράδειγμα, τους φίλους του, τις εμπειρίες του από το στρατό, την ιδιαίτερη πατρίδα του) καταφέρνει να διευρύνει με τέτοιον τρόπο την ατομικότητά του ώστε να χωράει εντός της και εμένα, τον άλλον, τον αναγνώστη, τον πλησίον, τον συνάνθρωπο. Να ξεκλειδώνει και στην ετερότητα την ιδιοπροσωπία, να κοινωνεί, να επικοινωνεί, να καθιστά δηλαδή τον λόγο του σε τόπο κοινό.
Είναι πολλές οι προσωπικές αναφορές στην ποίησή του. Ο Σώκος απευθύνεται, συχνά χρησιμοποιώντας το δεύτερο ενικό ή πληθυντικό πρόσωπο, σε πρόσωπα που πέρασαν από τη ζωή του και τον σημάδεψαν, πρόσωπα του άμεσου οικογενειακού και φιλικού του περίγυρου, όπως και σε πρόσωπα της πρόσφατης ή απώτερης ιστορίας και της μυθολογίας μας. Όχι για να μας φανερώσει τον τρόπο που καθρεφτίστηκαν μέσα του ή ο ίδιος σε αυτά (κάτι τέτοιο θα αφορούσε μόνο τον ίδιον, άντε και τον ψυχαναλυτή του), αλλά με έναν τρόπο άλλοτε στοχαστικό και άλλοτε γεμάτο συγκινησιακή δόνηση να διευρύνει και τη δική μας εσωτερικότητα, να λειτουργήσει προσθετικά και σε εμάς. Η ποίηση του ποιητή Ζαχαρία Σώκου δεν είναι η επιβολή του εγώ επί των τεκταινομένων, αλλά, αντίστροφα, η γεμάτη έγνοια διερεύνηση (με όρους πάντα αισθητικούς και ηθικούς) του πως τα σπουδαία, τα άξια λόγου, τα διαρκώς επαναλαμβανόμενα της τραγικής μοίρας του σύνολου ανθρώπου σημαδεύουν και σφραγίζουν την ξεχωριστή μονάδα. Οι δημιουργίες του Ζαχαρία Σώκου είναι διαποτισμένες από ανθρωπιά.
Τα θέματα που τον απασχολούν είναι τα σημαντικά. Αυτά που απασχολούν ως ερωτήματα περισσότερο παρά ως απαντήσεις την παγκόσμια ποίηση από καταβολής κόσμου. Ο έρωτας (ως έλξη, ως επιθυμία εξόδου από το θωρακισμένο εγώ, ως τάση προς τον συσχετισμό), ο θάνατος (ως απώλεια, ως φθορά των πάντων, ως ερήμωση), και το νόημα (ως στοχασμός επί της κίνησής μας ανάμεσα στα δύο όριά μας, ως διαπιστωτικά αξιολογική διερεύνηση της ίδιας της έννοιας της ζωής).
Μάλλον γι’ αυτό είναι τόσοι οι άνθρωποι στη γραφή του. Απλοί οι περισσότεροι, αυτοί με τους οποίους ο ίδιος έσμιξε τα χνώτα του, αλλά και άλλοι, άγνωστοί του, από της σελίδες τις ιστορίας μας παρμένοι ή από σελίδες άλλων συγγραφέων (ο Καραΐσκος ή ο Σταυρόγκιν του Ντοστογιέφσκι για παράδειγμα) που με τρόπο έμμεσο προσδιόρισαν το σύστημα της σκέψης του. Σ’ αυτούς τους τελευταίους ανήκουν και κάποιες “περιθωριακές” μάλλον περσόνες της μυθολογίας μας από τα Ομηρικά έπη κυρίως,  τις οποίες ο τιμώμενος από όλους εμάς σήμερα ποιητής τους βγάζει από τη λήθη και τους ξαναζωντανεύει για να προχωρήσει σε μια επανεκτίμηση της βιοτής τους και έναν στοχασμό επί των πεπραγμένων τους.
Το ύφος του είναι στρωτό και η γλώσσα που χρησιμοποιεί δεν επιχειρεί να εντυπωσιάσει με ακροβασίες – ο Σώκος μοιάζει να μην χάνει ποτέ τον στόχο του, που είναι ο χαμηλός τόνος της εκμυστήρευσης, του φανερώματος, του μοιράσματος, που δεν αντέχει τις υπερβολές, τις φιοριτούρες και τις πιρουέτες. Εξαιρετική είναι και η χρήση των επιθέτων στα ποιήματά του – των πιο επικίνδυνων για το ποίημα στοιχείων του λόγου. Τα επίθετά του, χωρίς να σηκώνουν κεφάλι από τις υπόλοιπες λέξεις, χωρίς να κουνάνε, ας πούμε, σημαιάκι, διευρύνουν το οπτικό μας πεδίο ή, μάλλον, ανοίγουν σε αυτό μια καινούργια θέασή του αιφνιδιαστικά ακριβή και καίρια. 
Ο Οδυσσέας Ελύτης, στην ομιλία του κατά την απονομή του βραβείου Νόμπελ, ανέφερε ότι η νεοελληνική ποίηση έχει δύο πόλους – τον Σολωμό και τον Καβάφη. Στην παρούσα ποιητική συλλογή, ο ποιητής μοιάζει να κινείται και στους δύο – από το στοχαστικό του μεγάλου Αλεξανδρινού που υφολογικά και δομικά πλησιάζει τα αρχαιοελληνικά επιγράμματα και αποτελεί την απαρχή της , ας την πούμε έτσι, λόγιας ποιητικής μας παράδοσης, ως τον κόντε Διονύσιο, που αρδεύεται από την λαϊκή μας παράδοση, τα βυζαντινά δημώδη έπη και τα τραγούδια του λαού μας.
Αυτός ο διπολισμός στην ποίηση του Ζαχαρία Σώκου δεν μοιάζει να είναι συνέπεια μιας κάποιας αναποφασιστικότητάς του, κάποιου μετεωρισμού του, μιας που απ΄ό,τι δείχνει η ίδια η γραφή του, κινείται με ευκολία και στους δύο αυτούς δρόμους. Έχω όμως την αίσθηση (αν και πολύ πιθανόν αυτό μπορεί να οφείλεται και σε καθαρά δικές μου προτιμήσεις) ότι η δική του πορεία είναι αυτή που αντλεί από τη μη λόγια παράδοσή μας – τον εγγενή της σουρεαλισμό που δεν σχετίζεται με την πρόκληση, αλλά με την ευχέρεια στην πιο εκκωφαντική εικονοπλασία, τον λυρισμό της που όμως δεν λιγώνει, όχι από εγκράτεια αλλά από σέβας,  τον νατουραλισμό της, που δεν σοκάρει γιατί είναι πάντα ελεητικός, τους ρυθμούς της, που μοιάζουν να αντιστοιχούν στους εσώτερους παλμούς της καρδιάς μας.
Ο ποιητής που τιμάμε σήμερα είναι είναι στη βάση και στη ρίζα του λυρικός.  Κάτι τέτοιο δεν αποκλείει τον στοχασμό. Στην περίπτωση του φίλου Ζαχαρία Σώκου, μάλλον τον προϋποθέτει. Γιατί, σωστότερα, ο Ζαχαρίας Σώκος είναι ένας λυρικά στοχαστικός ή στοχαστικά λυρικός ποιητής – επιλέξτε.


Ο Πάνος Σταθόγιαννης είναι λογοτέχνης.

Ο ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΣΩΚΟΣ ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΕΑ ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΡΗΝΑ


ΟΜΟΛΟΓΙΕΣ 

Μια νέα θεματολογικά εικαστική πρόταση καταθέτει ο ζωγράφος Βαγγέλης Ρήνας με την έκθεση του«Παρουσίες». Βράχια λουσμένα στο άσπιλο ελληνικό φως, που με την πρώτη θέασή τους παραπέμπουν σε κάτι άχρονο, αρχέγονο, στέρεο, σταθερό, φαινομενικά αμετακίνητο, και σε κάθε περίπτωση, μυστηριακό. 

Εύλογο το ερώτημα, γιατί ένας πετυχημένος καθ’ όλα εικαστικός, με ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στο εξωτερικό, και εξαιρετικά ελκυστικός στην ελληνική αγορά, επιλέγει σε μια πανθομολογούμενα και εξόφθαλμα περίοδο κρίσης -ιδιαίτερα στην αγορά έργων τέχνης- να αιφνιδιάσει με μια ολοφάνερη μεταστροφή της θεματολογίας του, χωρίς ίσως να αναλογίζεται τις επιπτώσεις σε όλα τα επίπεδα. Έργα μεγάλων διαστάσεων, κατά κύριο λόγο, όπως αυτά που παρουσιάζει ο Ρήνας στις «Παρουσίες», κατά συνθήκη περιορίζουν την ενδεχόμενη «εμπορικότητα» της νέας του δουλειάς. Αυξάνουν όμως την ένταση των ερωτημάτων αναφορικά με το «δια ταύτα» της νέας πρότασής του. 

Μία επίσκεψη στο εργαστήριο του προσέφερε, θέλω να πιστεύω, ικανοποιητικές απαντήσεις στα ερωτήματα που τίθενται και τα αναγκαία «κλειδιά» προσέγγισης της νέας του εικαστικής πρότασης. 

Είναι αλήθεια ότι η πέρα από κάθε αμφισβήτηση, η ικανότητά του στην αναπαράσταση- «απεικασία των ορωμένων» - προσέφερε στον Ρήνα μια ευρύτατη αποδοχή και συνακόλουθα μεγάλη ζήτηση των έργων του. Η καθαρή και φωτεινή ματιά του σε θέματα – πρόσωπα, (ο ίδιος ισχυρίζεται ότι πρόκειται για τόπους), όπως οι θηλυκές φιγούρες, οι άγγελοι, τα πλοία, τα καρνάγια, οι όγκοι των αστικών και βιομηχανικών κτισμάτων που αναδύονται σε ένα μεταφυσικό περιβάλλον, δημιουργούν στον θεατή μια αισθητική εμπειρία θετική, λυτρωτική, νικηφόρα. Στα έργα του υπάρχει μια διαρκής αναζήτηση και εν τέλει ανάδειξη του θαύματος. Τόποι –όχι τοπία- με εμφανή την αχρονία. Τόποι προερχόμενοι από το φαντασιακό του δημιουργού που καταλήγουν να είναι τοπία του εσώτερου κόσμου του. Συνθέσεις που εκκινούν από τον κόσμο των αισθητών για να μετασχηματιστούν, σε καθολικά αισθητικά γεγονότα. Ο Ρήνας και στην προηγούμενη δουλειά του και σε ό,τι παρουσιάζεται στις «Παρουσίες», βρίσκεται σε μια διαρκή αναζήτηση του θαύματος. Το θαύμα είναι το ζητούμενο, το θαύμα είναι ο τόπος. 

Ποιος είναι όμως ο νέος τόπος του Ρήνα;

 Ο Ρήνας είναι απόλυτος :
 «Αυτή την εποχή δεν θα μπορούσα να ζωγραφίσω τίποτα άλλο πέρα από βράχια. Η όψη τους, η δύναμη τους, η διαχρονικότητα τους, η αντοχή τους, η πρωτογένειά τους, μου παρέχει μια αίσθηση ασφάλειας και ηρεμίας. 

Σ’ αυτή την ταραγμένη και τραγική περίοδο που ζούμε τα βράχια της Ικαρίας, πρόβαλαν ασυνείδητα και μυστηριακά σαν μοναδικό ψυχικό καταφύγιο. Δεν τα επέλεξα, ήρθαν μόνα τους. Αναδύθηκαν από την μνήμη, βουβά και επιβλητικά, όπως τότε παιδί όντας, εύρισκα παρηγοριά, κουρνιασμένος στη γυμνή ζεστασιά τους. 

Έχω την αίσθηση, ότι απειλείται το μέγιστο αγαθό του ανθρώπου: η ελευθερία. Διαβλέπω και διαισθάνομαι ότι το τέρας ενός απευκταίου νέου ολοκληρωτισμού, δομείται με τα δομικά υλικά μιας αστόχαστης και άκριτης αποδόμησης των πάντων. Ανησυχώ και μια εμμονική αγωνία με ωθεί στην αναζήτηση ενός ξεχασμένου και ανεπιτήδευτου τόπου που να μπορεί να αρδεύει, με φαντασία και ελπίδα, την απειλούμενη ελευθερία. Ο τόπος αυτός για εμένα είναι τα διαιώνια βράχια, παιχνίδι και καταφύγιο της άγουρης νεότητας μου». 

Το κλειδί για την ανάγνωση της νέας εικαστικής πρότασης του Ρήνα έχει δοθεί : 
«Στις καλές τέχνες, ψυχανεμιζόμαστε έναν κόσμο που αναδύεται εκ του μηδενός, από παρορμήσεις δια των οποίων ο ζωγράφος δεν γεννάει μόνο πίνακες αλλά και τον ίδιο τον δημιουργικό εαυτό του» γράφει οΚωστής Παπαγιώργης. Η ζωγραφική είναι μια μυστηριακή ( εκ του μυώ = κλείνω τα μάτια ) μεσίτευση, που με τη μεσολάβηση της φαντασίας και των υλικών, μάς επαναφέρει σε μία βιωμένη αλήθεια. Η πραγματική πατρίδα είναι πάντα η παιδική ηλικία, η πρωτογένεια των αισθήσεων και των αισθητών και ο κόσμος της αθωότητας.
 Εκεί λοιπόν επιστρέφει ο Βαγγέλης Ρήνας σε μια περίοδο που όλα γύρω μας σείονται. Απευθύνεται, όπως κάθε δημιουργός, στη μνήμη και μέσω αυτής στην πρωτογενή ασφάλεια που τού παρέχουν τα αρχέγονα, γυμνά και αμετακίνητα βράχια λέγοντας : «Αναζήτησα μια λυτρωτική σχέση με τη ζωγραφική. Λύτρωση αισθάνομαι όταν το εγώ μικραίνει, σχεδόν μηδενίζεται. Τότε νοιώθω να πλησιάζω στη σωτηρία και ταυτοχρόνως στη μέγιστη ελευθερία. Διακατέχομαι από την αίσθηση μιας πανανθρώπινης αγάπης και αγαλλίασης. Δεν γνωρίζω αν λυτρώνομαι από τη φθαρτή μου υπόσταση: τους φόβους και τις αγωνίες μου. Έτσι, πάντως, οδηγούμαι σε θεϊκή μέθεξη που κατατείνει σε έναν συλλογικό νου, όπου συμβαίνουν ανείπωτες υποστασιοποιήσεις, όπου αρσενικό, θηλυκό, τοπία, βράχια, άνθρωποι συμπλέκονται. Ο χρόνος απουσιάζει. Παρελθόν και παρόν συνενώνονται".
 Ο Ρήνας, με τις  ευαίσθητες κεραίες τού δημιουργού σε επιφυλακή, εισέπραξε τις προειδοποιήσεις για τον ενεδρεύοντα εκβαρβαρισμό και τις μετέφρασε ως απειλή κατά της ελευθερίας του ανθρώπου. Η νέα του εικαστική πρόταση – πάντα στο πλαίσιο της διαρκούς αναζήτησης του θαύματος – τον οδήγησε σε μια εντελέχεια του εσώτερου εγώ που την ταύτισε με τη συνείδηση τη δική του αλλά και ολόκληρης της ανθρωπότητας. Τα βράχια του, άλλοτε εκκινώντας από το πανανθρώπινο «αγγελικό και μαύρο φώς» - ισχυρή επίδραση της σινικής μελάνης που τη γνώρισε και οικειοποιήθηκε στη θητεία του στην πατρίδα της, την Κίνα- κι άλλοτε να ίπτανται ως προϊστορικές οντότητες ή άπτεροι άγγελοι, λουσμένοι στο πάμφωτο αιγαιοπελαγίτικο φως, δεν σού επιβάλλονται δια του όγκου τους, αλλά με μια άφατη –όπως ισχυρίστηκε- αγωνία και έναν ασίγητο αλλά και επινίκιο ύμνο τού δημιουργού τους. 

Επιλέγω να παραθέσω ορισμένα αποσπάσματα από παλαιότερες συνομιλίες μας, που καταδεικνύουν την αγωνία του δημιουργού, η οποία χαρακτηρίζει το σύνολο έργο του. 
«Δεν έχω ικανότητα στην ομιλία. Με τη ζωγραφική κατάφερα να μιλήσω, να εκφραστώ. Η ζωγραφική έγινε ο κόσμος μου όλος»

«Μ’ ενδιαφέρει μόνο το έργο και όχι η υπογραφή. Σέβομαι κάθε έργο ως αυτόνομη οντότητα. Η τέχνη προσωποποιείται και δεν πρέπει να την απατάς».

 «Η αληθινή ζωγραφική είναι δωρεά-χάρισμα. Η μούσα σού δίνει το ταλέντο και αν την προδώσεις, στο αφαιρεί. Όταν το χέρι μου και η ψυχή μου δεν ''τραβάει'' αναρωτιέμαι τί έχω κάνει, τι ύβρη διέπραξα και μου αφαιρέθηκε η δωρεά» 

«Υπάρχουν απίστευτης ωραιότητας και καλλιτεχνικής αξίας έργα που έγιναν από ανώνυμους δημιουργούς. Αυτό είναι μέγιστη και διδακτική ταπείνωση. Τον καλλιτέχνη πρέπει να τον χαρακτηρίζει η ταπεινότητα. Η έπαρση σημαίνει άρση της αναγνώρισης της δωρεάς και αυτό είναι ύβρις. Είναι συγκλονιστικό να βλέπεις αριστουργήματα και την υπογραφή «η χείρ εποίησε». Ο καλλιτέχνης είναι ενδιάμεσο. Επιθυμώ να ανήκω στους εργάτες της τέχνης και όχι στα ονόματά της. Αυτή η αγοραία προβολή του εγώ με εξοργίζει".

 «Η τέχνη είναι μια ομολογία θεϊκού δώρου. Ταυτοχρόνως είναι και σταυρός, αγκάθινο στεφάνι. Θέλει δύναμη να αντέξεις το βάρος της. Η ζωγραφική είναι τόπος, πλανήτης, όταν φτάσεις και νιώσεις ότι ανήκεις εκεί, δεν μπορείς να τον εγκαταλείψεις ποτέ» 

«Η εποχή μας είναι αντιπνευματική και δυστυχώς οδεύουμε στη μαζικοποίηση και την ποδηγέτηση των ανθρώπων...» 

«Με την πατρίδα μας την Ελλάδα τα έχω χαμένα. Υπάρχει έντονα η ανάγκη του παραδείγματος που θα περιέχει προσανατολισμό, κι’αυτή τη στιγμή, ή δεν υπάρχει ή αποκρύπτεται».

 Ο Ρήνας, όταν αισθάνθηκε ότι ασφυκτιούσε στα στενά όρια του ελληνικού χώρου, αναζήτησε στις μεγάλες πρωτεύουσες του κόσμου την αναμέτρηση με τον εαυτό του και την τέχνη του. Κατά την διάρκεια της ατομικής του έκθεσης στην Εθνική Πινακοθήκη του Πεκίνου (NAMOC) καθώς και στη Σανγκάη, εκτέθηκε, μεταξύ άλλων έργων του, μία γλυπτική εγκατάσταση, η οποία έτυχε μεγάλης αποδοχής και αποκτήθηκε από το National Centre for the Performing Arts -ο μεγαλύτερος οργανισμός τέχνης στην Κίνα και ένα απο τα σύγχρονα θαύματα της Νέας Κίνας- και εκτείθεται μόνιμα. 

Χαρακτηριστική της υποδοχής του στην Κίνα, είναι και η εγκωμιαστική δήλωση, ενός από τους σημαντικότερους εκφραστές της σύγχρονης κινεζικής τέχνης, του Προέδρου της Ένωσης Κινέζων Καλλιτεχνών LIU Dawei, ο οποίος είπε ότι: «…με το λαμπερό σαν δάδα πινέλο του Ρήνα, ανάβουν φωτοβολίδες που διαπερνούν τους αιώνες. Έχει μάτια τόσο καθαρά σαν τα νερά του πελάγους και καρδιά γεμάτη αγάπη, βαθιά και πολύχρωμη σαν τον ουρανό, τη θάλασσα, τ’ άσπρα σύννεφα. Είναι αγάπη για τη ζωή τολμηρή και μεγάλη καθώς υπερβαίνει τόπο και χρόνο, είναι αγνή και πολύτιμη σαν άγγελος κατελθών στη γή…» 

Στη συνέχεια, στις δύο ατομικές του εκθέσεις, στη Νέα Υόρκη, ο Ρήνας αλλάζει θεματολογία και ύφος. Η ζωγράφος και τεχνοκριτικός Mary Hrbacek έγραψε στο έγκριτο New York Arts:
 ''The artist toys with the viewer by deconstructing his motifs with slashes of colorful paint laid on the surfaces of these innovative metaphysical landscapes; this intervention constitutes yet another meaningful stratum of reality. In these personal paintings, he affirms that everything in existence is subject to alteration and its attendant loss. Rinas seems to question his own role in life’s drama, as he asserts the courage to continue his search for meaning through his art.''
«Oι πίνακες έρχονται από πολύ μακριά» είχε πει κάποτε ο Πικάσο. Από πολύ μακριά έρχεται και η πρόταση του δημιουργού. Είναι γνωστή η ικανότητα του Ρήνα στην πιστή αναπαράσταση, όσο και στην απόσταξη των ουσιωδών χαρακτηριστικών των θεμάτων του. Η απόσταξη αυτή είναι οδηγημένη από μια βαθύτητα, που στη συγκεκριμένη έκθεση απηχεί την αγωνία του και το καταφύγιό του απέναντι στη βαρβαρότητα των νέων χρόνων, που απειλεί τον άνθρωπο. Η συνείδησή του ενεργοποιείται και αντιδρά, προτάσσοντας αρχέγονες οντότητες, άφθαρτες και αναλλοίωτες, αιώνιες και διαρκείς, να χοροστατούν λουόμενες στο ακήρατο ελληνικό φως. 

Η νέα δουλειά του Βαγγέλη Ρήνα συνεχίζει να φανερώνει τη βαθειά του πίστη στη ζωγραφική τέχνη. Δεν διαλύει τις μορφές στο πλαίσιο νεωτερικών και μετανεωτερικών αναζητήσεων, αντιθέτως, υμνεί την υπόσταση των όντων. 

Είναι μια ζωγραφική και ένα έργο υμνητικό και ολοφυρόμενο, γιατί αφουγκράζεται τον άναρθρο λόγο που δονεί τη σιωπή του κόσμου. 

Ζαχαρίας Σώκος 

Συγγραφέας- δημοσιογράφος 

Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

Ο χρόνος, ο τόπος, τα πρόσωπα στην ποίηση του Ζαχαρία Σώκου



«Άλλα ρούχα»
ποιητική συλλογή του Ζαχαρία Σώκου
εκδόσεις Γαβριηλίδη


«Το ανυποψίαστο παρόν καγχάζουν
παρελθόντες ψίθυροι»

Ο ποιητικός χρόνος έχει τους δικούς του ρυθμούς. Έτσι ο ποιητής  αφήνεται να παρασυρθεί από τη μνήμη αναιρώντας τη γραμμική χρονική σειρά. Από τη στιγμή που θα τεθεί σε κίνηση ετούτο το μνημονικό παιχνίδι, αρχίζει και η ποιητική γραφή. Και όσο ο ποιητής ανασύρει όλα τα προσεκτικά αποθηκευμένα του μυαλού, τόσο ο στίχος εμπλουτίζεται με εικόνες και πρόσωπα.
Και είναι αλήθεια πως η ποίηση του Ζαχαρία Σώκου είναι πολυπρόσωπη. Φίλοι, αγαπημένα πρόσωπα, αλλού σημαδιακές απώλειες που χρωματίζουν τους στίχους του, πρόσωπα που νιώθει την ανάγκη να τους αφιερώσει το πολύτιμο του ποιητικού του λόγου, ανοίγοντας έτσι έναν κρυφό διάλογο μαζί τους. Και κάποτε η δύναμη του στίχου είναι τέτοια που λίγο θες κι εσύ για να μπεις μέσα στις λέξεις του, να ρωτήσεις μαζί με τον ποιητή:

«Πώς είναι ο χρόνος στο κενό
[…]
Ίπτασαι σε νύχτα απόκοσμη
σε νοτισμένα σύννεφα
με αίμα, ουίσκι και μελάνι,
ενώ σκοπεύουν προβολείς
από ξενυχτάδικα και χειρουργεία,
ασθμαίνουν σκάφος σε προσγείωση
στην έρημο της ουτοπίας,
και εκεί η μάνα σου,
πιο πέρα ο Ασημάκης,
μειδιώντας να σου γνέφουν[…]
(για τον Κωστή Παπαγιώργη)

Πώς να σου απαντήσει, όμως ο Κωστής Παπαγιώργης ή ο Χρήστος Βακαλόπουλος; Αρκείσαι, λοιπόν, στη φωνή του ποιητή διασώζει την αίσθηση της παρουσίας τους  συνομιλώντας μαζί τους.
Ξαφνικά νιώθεις πως κατανοείς τι είναι αυτό που κάνει τον ποιητή να  αναζητά την παρουσία εκεί που οι άλλοι βλέπουν ένα κενό. Μπορεί γιατί κάποτε έψαχνες κι εσύ τα αδιόρατα νήματα που δένουν το τότε με το σήμερα. Ίσως πάλι γιατί κάποιες απώλειες «γράφουν» πιο βαθιά, σαν βρίσκουν το καθρέφτισμά τους σ’ εκείνα τα πολύτιμα της προφορικής παράδοσης. Όπως κι αν το δεις, ετούτο το σπαρακτικό έρχεται και ενώνει όλα τα παλιά με τα καινούργια και μιλάει ακατάπαυστα.
 «Στης άνοιξης το τάραγμα
Και στης αυγής το κρύο… »
Τασούλης, δημοτικό τραγούδι Σαρακατσαναίικο.

«Στης άνοιξης το τάραγμα»
Τάσο μ’ Τασούλη μ’,
ένα ακροκέραμο έπεσε
ρόδι απ’ το κλαδί του
πιάνω τον πορφυρό καρπό
αίμα τα χέρια βάφω.

Κι ήσουνα λέει αξύριστος σαν τότε,
στο παραθύρι το γνωστό μου γνέφεις και γελούσες.
Και παίζαμε μπιλιάρδο στου Ανέστη
τα χρόνια μας σε μπίλιες καραμπόλες.
Σε μια παλιά VHS που ξαναβλέπω
ρεμπέτικα τραγούδαγες γελώντας,
μαύρο κραγιόν τα μάτια σου βαμμένα
τρέχουνε δάκρυα γυάλινα
γυάλινη κι η ζωή μας.

Και βλέπω στου οδηγού το καθρεφτάκι
σφαγμένο κόκορα μεσοστρατίς να αναπηδάει
πικρό προαίσθημα που φτερουγίζει.



Πετάω τα σκεπάσματα, Τάσο μ’ Τασούλη μ’.


Αυτή η ιδιαίτερη ποιότητα στους στίχους πρέπει να πηγάζει από την ποιητική θητεία του Ζαχαρία Σώκου στη δημοτική παράδοση, στον καλοδουλεμένο ρυθμό που χαρακτηρίζει τα πολύτιμα της προφορικής κληρονομιάς μας. Έτσι δένουν μέσα στο ίδιο ποίημα τα πρόσωπα που τραγουδήθηκαν στόμα με στόμα από τον λαό, με τον σύγχρονο ποιητικό λόγο που στιχουργεί εδώ πάνω σε παλαιά δοκιμασμένα βήματα. Και ακούγεται σαν ένα αδιάσπαστο δημιούργημα πάνω από χρονικούς περιορισμούς και πέρα από συνδέσεις προσώπων. Αυτό είναι ένα γνώρισμα της ποίησης που έχει κάτι ακόμη να πει και κάτι να προτείνει στον αναγνώστη που ανιχνεύει και το δικό του πένθος μέσα στις λέξεις, που αναγνωρίζει το δικό του μερτικό
στης Άρνης τα λαγκάδια.
Ο κόσμος των ποιημάτων εδώ είναι γεμάτος από εικόνες που σε κοιτάζουν πίσω από σκληρές κορνίζες και θαμπό γυαλί. Μπαίνεις πίσω από τις λέξεις και ανακαλύπτεις μια εσωτερική κατάσταση γεμάτη ευαισθησία, τόσο οικεία και αληθινή.
Ο έσω τόπος σε επικοινωνία με τους τόπους που καθορίζουν τον ποιητή. Γιατί και οι τόποι επισημαίνονται σ’ αυτό το ποιητικό οδοιπορικό, δίνοντας το μερίδιό τους στις μνήμες, συνδεδεμένοι με πρόσωπα και χρονικές στιγμές. Οι τόποι αυτοί, ωστόσο, δεν είναι πάντοτε υπαρκτοί ή τουλάχιστον δεν μπορεί κανείς να τους περπατήσει παρά μόνο σ’ αυτό που ονομάζουμε συλλογική μνήμη. Έτσι ο ποιητής θα βρεθεί στην ομηρική Τροία για να συναντήσει τον ελάσσονα ήρωα Σιμοείσιο, που μόνη του αίγλη ήταν ότι φονεύθηκε από τον Αίαντα κερδίζοντας έτσι τη μνεία την ομηρική. Σε άλλο ποίημα θα θυμηθεί τον συνονόματό του Σώκο, με την ελάχιστη και δική του αναφορά στο ομηρικό κείμενο. Αλλά και τον Θάμυρι, τον ποιητή και μουσικό, επισκιασμένο κι αυτόν από τους μέγιστους ήρωες της Ιλιάδας. Κι αλλού θα φέρει μέσα στο ποίημά του τον Ελπήνορα, τον τραγικό σύντροφο του Οδυσσέα
[…]
Σημαδεμένο ερίφιο, Ελπήνορα,
κρυφό χαρτί μιας ξένης δόξας,
σε γέλασε ο Όμηρος
τον μύθο του καπετάνιου σου να δικαιώσει

και στο όνομά του θα υπαινιχθεί πολλούς άλλους μικρούς, αδικημένους της ιστορίας.

Ο Ζαχαρίας Σώκος, γνωστός από τη δημοσιογραφική του καριέρα, έρχεται εδώ να μας συστηθεί με την ιδιότητα του ποιητή. Με πλήρη συνειδητοποίηση της αλλαγής ρόλου και εφόσον η ποιητική πρόταση απαιτεί αλλαγή ύφους, θα τιτλοφορήσει τη συλλογή του «άλλα ρούχα».
Δείχνει με αυτή την πρώτη του συλλογή ότι η ποιητική υπόθεση τον απασχολούσε καιρό. Έτσι εμφανίζεται με ωριμότητα και σεβασμό στον λόγο, με περίσκεψη στη χρήση των λέξεων, με αίσθηση ευθύνης για τη συναρίθμησή του πια στη χορεία των ποιητών. Με γνώση του χρόνου που πιέζει για αποφάσεις
Γι’ αυτό, χαρά σ’ αυτόν
που εκτελεί τις εκκρεμότητες
θα πει.
Η προσεγμένη έκδοση του Γαβριηλίδη φέρει στο εξώφυλλο ένα έργο του Βαγγέλη Ρήνα. Το σώμα που αιωρείται ανάμεσα σε πρόσωπα χωρίς να ακουμπά σε σταθερό τόπο, με ασαφή την αίσθηση του χρονικού πλαισίου, πόσο ταιριαστό φαντάζει με το εσωτερικό του βιβλίου. Άλλος ένας ιδιότυπος διάλογος ανάμεσα στην εικαστική και στην ποιητική εκδοχή της αναζήτησης μιας σταθερής αναφοράς σε πρόσωπα, χρόνο και τόπο.

Διώνη Δημητριάδου


 Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά κατοικεί στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία και δίδαξε σε δημόσια λύκεια. Ασχολείται με τη συγγραφή και με την κριτική λογοτεχνίας. Βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Νοών». Συμμετείχε σε συλλογικές εκδόσεις (εκδόσεις Σιδέρης, Μικρές εκδόσεις, Διάνυσμα). Έχει στο διαδίκτυο το προσωπικό ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»

Βιβλιοπαρουσίαση: "ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ" της ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗ


                   Συγγραφέας: ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ 



                                     Εκδότης: ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ







γράφει η Νότα Χρυσίνα



Η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη συνέγραψε ένα μικρό εγχειρίδιο λογοτεχνίας ονομάζοντάς το «ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ» παραπέμποντας στο βιβλίο του Ζορζ Μπατάιγ “Le bleu du ciel”. Το εξώφυλλο κοσμεί ένα δυνατό έργο του Πάουλ Κλέε με τίτλο “Villa R” .

H Δεληγιώργη δηλώνει στον πρόλογο πως ξεκίνησε να γράφει τις σκέψεις της για την τέχνη του πεζού λόγου καθώς «τα διαβάσματα μιας ζωής και η εμπειρία της συγγραφής “την πίεζαν να δει”  το κρυμμένο μυστικό τους» και το επιχείρησε χωρίς να είναι βέβαιη αν επιχειρούσε «με στοχαστική διάθεση, σε απόσταση ασφαλείας από τον ειδικό, πολιορκία ή έξοδο».

Ο πεζός λόγος, σύμφωνα με τη Δεληγιώργη, μάς βοηθά  να έχουμε μία εικόνα της δύναμης των πραγμάτων να μας καθορίζουν και να μας περιορίζουν αλλά και την εικόνα της δικής μας δύναμης να τα καθορίζουμε, καθώς λειτουργεί ως κάτοπτρο για να μας δείξει όσα μας κρύβουν.
Με σημείο αναφοράς τον Μιχαήλ Μπαχτίν η συγγραφέας καταθέτει την εμπειρία της πάνω στο πλήθος των αντιφάσεων, αμφισημιών, ψυχισμών αλλά και κοινωνικών γλωσσών που καλείται ο κάθε δημιουργός να ανασύρει στη συνείδηση και να πλέξει στο έργο του, προσδίδοντάς του βάθος.

Ένα βασικό πρόβλημα που θέτει η συγγραφέας αφορά τη σχέση του σύγχρονου συγγραφέα με τον χρόνο, ο οποίος, σήμερα, παρουσιάζεται στη λογοτεχνία σαν ένα «διεσταλμένο» παρόν, καθώς αυτό αναδύεται ξεκομμένο από το παρελθόν και το μέλλον, τα οποία θεωρούνται απλά προεκτάσεις του.

Το δεύτερο βασικό θέμα που τίθεται είναι η απομυθοποίηση της Ιστορίας και η συνακόλουθη αποθέωση της Τεχνικής.
Η απομυθοποίηση της Ιστορίας ήταν αποτέλεσμα της νέας αντίληψης του χρόνου, που κατάργησε την καταγωγική ρίζα αλλά και την προοπτική στο μέλλον. Με αυτόν τον τρόπο χάθηκε το βασικό πλεονέκτημα της συνείδησης: το αίσθημα της ιστορικότητας, με το οποίο μεταβιβαζόταν η βιωματική εμπειρία.
Η εστίαση στην Τεχνική μετέτρεψε το αισθητικό αντικείμενο σε αντικείμενο γλωσσολογικών και σημειολογικών αναλύσεων. Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν οι θεωρίες της λογοτεχνίας, ο δομισμός, ο αποδομισμός, η θεωρία της πρόσληψης και της αναγνωστικής ανταπόκρισης, οι οποίες από το 1960 και μετά, εστίασαν σε μια αυστηρή γλωσσική προσέγγιση της γραφής. Εξοβελίζοντας τον συγγραφέα ή αναγγέλλοντας ακόμη και τον θάνατό του, ανήγαγαν τη λογοτεχνία σε γλώσσα, αποσιωπώντας τη σχέση της με τον πολιτισμό.

Στα κεφάλαια που ακολουθούν, η Δεληγιώργη αναλύει με επιχειρήματα τα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η λογοτεχνία της μεταμοντέρνας εποχής. Διατρέχοντας την Ιστορία της Λογοτεχνίας και ιδιαίτερα τον τρόπο αντίληψης και δημιουργίας των μεγάλων έργων, των λεγόμενων έργων του Λογοτεχνικού Κανόνα, κάνει μία σύντομη ανασκόπηση της Ιστορίας της Λογοτεχνίας έως σήμερα.  Παράλληλα αντικρούει τις σύγχρονες θεωρίες καταδεικνύοντας την ανάγκη δημιουργίας δομών ελευθερίας μέσα από την ικανότητα του συγγραφέα να προτείνει τον δικό του τρόπο θέασης της πραγματικότητας. Ο δημιουργός συγκρούεται με την δεδομένη πραγματικότητα ή με δεδομένες μορφές και  με εργαλείο την σύνθεση των αντιφατικών και αμφίσημων εμπειριών και συναισθημάτων  κατορθώνει να τους δώσει νόημα.
Η συγγραφέας γράφει χαρακτηριστικά: «ο συγγραφέας πολιορκεί το μηδέν ή το τίποτα, με τα οποία αναμετριέται με τα υλικά που διαθέτει: εικόνες, όνειρα, αισθήσεις, μνήμες, λέξεις, έννοιες, ιδέες, μεταφορές και κατορθώνει να εξυφάνει ex nihilo, το έργο δίνοντάς του, περιεχόμενο και μορφή».
Αναφέρεται, επίσης, σε πολλά λογοτεχνικά έργα που έγιναν παγκόσμια καθώς ανταποκρίνονται στις αισθητικές αξίες, οι οποίες αξιώνουν οικουμενικότητα με βάση την αρχή της ομοφωνίας δηλαδή το κοινό αίσθημα του ωραίου, του υψηλού, του αληθούς και του δίκαιου.

Η προσέγγιση της Δεληγιώργη γίνεται στο πλαίσιο μιας  ποιητικής που έχει την απαρχή της στην Ποιητική" του Αριστοτέλη, στο "Περί Ύψους" του Λογγίνου και  σε σύγχρονες  ποιητικές  που έχουν  την ίδια αφετηρία. Σε αυτό το πλαίσιο τίθενται  τα ζητήματα του λόγου, της  δομής,  της μορφής, του νοήματος, των αισθητικών κριτηρίων αξιολόγησης των έργων και  μια αισθητική αγωγή που επιτρέπει στον αναγνώστη να διακρίνει τα σπουδαία λογοτεχνικά έργα   μέσα  από το σωρό των λογοτεχνικών αναγνωσμάτων. Στο  ίδιο πλαίσιο τίθεται και το ζήτημα των σχέσεων  της  αυθεντικής με τη μη  αυθεντική λογοτεχνία, της πραγματικότητας με το κείμενο,  της ομορφιάς με το βάθος, του ιερού  με το βέβηλο, του  επαρχιωτισμού με τον   κοσμοπολιτισμό, της παγκόσμιας  με την ελληνική λογοτεχνία.

Βασικός αναδεικνύεται και ο ρόλος του κριτικού της λογοτεχνίας ο οποίος οφείλει να κρίνει έχοντας την ανάλογη παιδεία αλλά και ανιδιοτέλεια. Το άνοιγμα στην παγκόσμια λογοτεχνία, με τη  βοήθεια και των αμερόληπτων κριτικών της λογοτεχνίας, δίνει μία ανάσα και στην εθνική λογοτεχνία.
Στο επιμύθιο η Δεληγιώργη τονίζει τον άρρηκτο δεσμό της γλώσσας με τη σκέψη, ώστε να αναδείξει τη δύναμή της.


Τέλος, στο Παράρτημα, υπάρχουν έξοχες αναλύσεις λογοτεχνικών έργων που απασχόλησαν τη συγγραφέα και κάποιες φορές έδωσαν το έναυσμα για τη συγγραφή νέων έργων από την ίδια. Ενδεικτικά αναφέρω τον «Δον Κιχότη» του Θερβάντες πάνω στον οποίο βασίστηκε το βιβλίο της Δεληγιώργη «Γυναίκες ή σκοτεινή ύλη».




Η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει. Σπούδασε φιλοσοφία στο Α.Π.Θ. και στη Σορβόννη και είναι καθηγήτρια στο Α.Π.Θ. Εκτός από μελέτες, δοκίμια και άρθρα, έχει εκδώσει μυθιστορήματα και συλλογές διηγημάτων. Το δοκίμιό της "Ά-νοστον ήμαρ" τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου το 1998.




Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ

(2016) Το κόκκινο της φωτιάς, Γαβριηλίδης
(2014) Ανέστιος, Άγρα
(2011) Τρυφερός σύντροφος, Άγρα
(2011) Φιλοσοφία των κοινωνικών επιστημών, Ζήτη
(2008) Καιρός, Αλεξάνδρεια
(2008) Μια δική σου ζωή, Μελάνι
(2007) Ανδρόγυς, Σύγχρονοι Ορίζοντες
(2007) Ο μοντερνισμός στη σύγχρονη φιλοσοφία, Αλεξάνδρεια
(2004) Γυναίκες ή σκοτεινή ύλη, Κέδρος
(2002) Σκέψη και προοπτική, Αλεξάνδρεια
(1997) Ά-νοστον ήμαρ, Άγρα
(1997) Σύγχρονοι προβληματισμοί για έναν καλύτερο κόσμο,
Πλέθρον
(1996) Ο μοντερνισμός στη σύγχρονη φιλοσοφία, Αλεξάνδρεια
(1993) Οι φωνές, Παρατηρητής
(1991) Ιστορίες μιας ελάχιστης εποχής, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(1991) Το τέλος του χρυσού φεγγαριού, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(1984) Ανδρόγυς, Κέδρος
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2014) 5 οικουμενικοί Έλληνες στοχαστές, Οι Εκδόσεις των
Συναδέλφων
(2013) Θεωρία, λογοτεχνία, Αριστερά, Ταξιδευτής
(2011) Ημερολόγιο 2012: Η δική μας Ελλάδα, Εκδοτικός Οίκος
 Α. Α. Λιβάνη
(2010) Καβάφεια 2007: Αφιέρωμα στον Κορνήλιο Καστοριάδη
 στοχαστή της αυτονομίας, Σύγχρονη Δελφική Αμφικτυονία
(2008) Ενδοσκεληδόν, Ζήτρος
(2008) Θεωρία, λογοτεχνία, Αριστερά, Το Πέρασμα
(2008) Καβάφεια 2006: Αφιέρωμα στον φιλόσοφο Κώστα 
Παπαϊωάννου, Σύγχρονη Δελφική Αμφικτυονία
(2006) Νικόλαος Κάλας, Μανδραγόρας [εισήγηση]
(2005) Επετηρίς του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Φιλοσοφίας: 
Φιλοσοφία, Ακαδημία Αθηνών