Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

Kάποιες σκέψεις διαβάζοντας την ποιητική συλλογή της Ελένης Αράπη «Με βράγχια ανασαίνω»






εκδόσεις Γαβριηλίδης


το κορίτσι θάλασσα
πνίγει τα τελώνια στα άπατα
εντός της για πάντα
μόνο το μπάρκο αρμενίζει

Σκέφτομαι πόσο συχνά διαβάζοντας ποίηση ανακαλύπτουμε το υγρό σώμα των στίχων. Και δεν εννοώ σε καμιά περίπτωση τίποτε ειδυλλιακού χαρακτήρα απόπειρες. Μιλώ για την αληθινή ποίηση που αντέχει να βυθίζεται στη θάλασσα ως τον πάτο της ποιητικής εικόνας, προκειμένου να ανιχνεύσει εκεί πρώτα από όλα τον εαυτό της να αναπνέει με τον πανάρχαιο τρόπο της ζωής: με βράγχια. Έχει μια έλξη γοητευτική άραγε αυτό το βύθισμα; Ή μήπως η αναζήτηση της πρωταρχικής πηγής ζωής είναι μια απελπισμένη προσπάθεια διάσωσης, φυγής από το χωμάτινο φράγμα που περιζώνει τον άνθρωπο στερώντας του αέρα και πνοή;
Μια τέτοια κατάδυση συναντώ στην ποίηση της Ελένης Αράπη. Νιώθω διαβάζοντας πως τα περιθώρια έχουν στενέψει, γι’ αυτό και κραυγάζει εκτεθειμένη απολύτως

Ξέμειναν
χείλη αφίλητα
στήθη ανέγγιχτα
άχρηστο φύλλο.
Στα σκουπίδια
Κι αυτή η φλόγα
τόσο νερό
δε λέει να σβήσει.
Τσακίδια!

Ποίηση με κίνηση, με νεύρο, με θέση και άποψη, μέσα στη ζωή, την ίδια στιγμή που την καταγγέλλει. Μια γυναικεία ύπαρξη φορτωμένη τόσους ρόλους, συγκρουόμενους, που τείνουν να την καταπιούν. Αυτή, όμως, ανθίσταται, φωνάζει και επιτίθεται. Ξέρει την πορεία που θα ακολουθήσει, προς τη σωστική λέμβο της. Όχι, αυτή δεν είναι ένα ακόμη σκαρί από αυτά που πλέουν στα ήρεμα νερά και διαλύονται στο πρώτο σφοδρό συναπάντημα με την οργή της θάλασσας. Είναι φτιαγμένη από υλικά δοκιμασμένης αντοχής. Δεν προαναγγέλλει η φωνή της μια ακόμη φυγή μπροστά στα αδιέξοδα. Γράφει πατώντας πάνω στις παλαιότερες ποιητικές παρουσίες, ακολουθεί τη νοητή γραμμή (σωστική ενδεχομένως) συνομιλώντας με άμεσο ή έμμεσο τρόπο με την εκρηκτική φύση του Κάλβου, τον εναγώνιο στίχο του Σεφέρη, τον τρομακτικό εξπρεσιονισμό του Σαχτούρη, την παραδοξότητα των εικόνων του Εμπειρίκου. Και παρουσιάζει τη δική της πρόταση, ποιητική αρχικά,


πρόταση ζωής στον αναπόφευκτο συνειρμό της.



Θέτει τον απαράβατο όρο. Αυτός που θα θελήσει να δοθεί στον ποιητικό λόγο πρέπει να γνωρίζει ότι
Με αίμα κι ηδονή
γεννιέται η κάθε λέξη

Δεν ωφελεί χωρίς τη μείξη αυτή να στρώνει λέξεις στο χαρτί. Θα του ξεφύγουν, θα χαθούν. Γιατί η ηδονή, που η ποιήτρια εδώ επιλέγει ως απαραίτητο συστατικό του λόγου της, τρέφεται από το αίμα και με το αιμάτινο αυτό σαρκίο συστήνεται πρώτα στον ποιητή που στέκεται απέναντι στα ίδια του τα λόγια εκστατικός, και κατόπιν σε όλους τους θιασώτες της ποίησης, που αντλούν από το αίμα αυτό τη δική τους δύναμη.
Γιατί η ποίηση, όπως την αντιλαμβάνεται η Ελένη Αράπη, βγαίνει μέσα από τα αγκάθια και τον πόνο. Έτσι όμως αναδεικνύεται δυνατή και – με κάποια προσοχή χρησιμοποιώ εδώ τον όρο – ίσως ελπιδοφόρα. Αυτή την αίσθηση μου δίνει ο λόγος της, ότι δηλαδή έχει φορέα του ένα ποιητικό υποκείμενο που  βάζει θεμέλια γερά, ακόμα και όταν γκρεμίζει τα πάντα γύρω του.
Θα χτίσω ενάντια ενάντια
με μόνη μου ηδονή το γκρέμισμα.

Στην ποίηση αυτή μπαίνεις αφήνοντας στην άκρη όλα σου τα άρματα

Εκκλησία η ποίηση
γδύνεσαι τα’ άρματα
πλένεις τα χέρια ανάβεις κερί
καίγεσαι αυτό –
αναφλέγεσαι.
Η στάχτη που μένει
μοναδική αλήθεια.
Μπήκα πολεμιστής
και  προσκύνησα.

Η σκέψη μου έχει μείνει στη λέξη πολεμιστής και η εικόνα του μπροστά μου, έτσι ξαρματωμένος που προσκυνά. Είναι πόλεμος, λοιπόν, η ποίηση; Κι αν είναι ποια τα θύματά της; Ο ίδιος ίσως ο ποιητής που εισχωρεί στον λόγο της χωρίς τα όπλα του, χωρίς καμιά δικλείδα ασφαλείας; Κι όμως μόνον έτσι μπορεί να γίνει θηρευτής στιγμών, να φορέσει τα απλά, να γίνει ιχνευτής, σκοντάφτοντας σε ξένες αναμνήσεις και να πει
Τι κι αν η σάρκα μου
δεν έζησε, αυτές
υπήρξαν
καταξιώνοντας έτσι τον εσωτερικό κόσμο που αποθηκεύει λέξεις και εικόνες και τις φιλτράρει στη δική του σκέψη δίνοντας κάθε φορά τη δική του εκδοχή. Εν προκειμένω εδώ την ποιητική.

Όταν διαβάζεις τον ποιητικό λόγο και οι στίχοι δημιουργούν μέσα σου τους δικούς σου συνειρμούς, τότε λες ότι κάτι καλό συμβαίνει στα ποιητικά πράγματα. Αν είναι κάτι που αξίζει σ’ αυτή την περιπέτεια της στιχουργικής, είναι ακριβώς ο διάλογος που αρχίζει ανάμεσα στον ποιητή και στον αναγνώστη του. Και δεν έχει τόση σημασία αν καταλήξει σε συμφωνία ή διαφωνία η ιδιόμορφη αυτή συζήτηση. Όπως δεν μετράει η διάρκεια της θαλασσινής ανάσας με τα βράγχια των ψαριών. Η ποίηση έχει το ρίσκο της, και για τον ποιητή και για τον αποδέκτη.
όσοι γεννήθηκαν θάλασσες
μόνο με βράγχια ανασαίνουν
κι ας ναυαγούν διαρκώς

Φαίνεται, λοιπόν, ότι ο ποιητικός λόγος αγαπά το υδάτινο τοπίο, ακόμη και με το ενδεχόμενο του ναυαγίου. Ίσως γιατί από τον βυθό συχνά ανασύρονται τα πιο πολύτιμα. Ή ίσως γιατί η καταβύθιση πάντοτε φέρει την ελπίδα μιας ανάδυσης.
Κοιτάζω στο εξώφυλλο το σχέδιο του Βαγγέλη Ρήνα και σκέφτομαι ότι η προσέγγιση της ποίησης αγγίζει την εικαστική αισθητική με έναν απόλυτο και ειλικρινή τρόπο. Αυτόν της αληθινής τέχνης που γράφει λέξεις και δημιουργεί εικόνες, που ζωγραφίζει εικόνες και απ’ αυτές πηγάζουν λέξεις.


Διώνη Δημητριάδου


Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά κατοικεί στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία και δίδαξε σε δημόσια λύκεια. Ασχολείται με τη συγγραφή και με την κριτική λογοτεχνίας. Βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Νοών». Συμμετείχε σε συλλογικές εκδόσεις (εκδόσεις Σιδέρης, Μικρές εκδόσεις, Διάνυσμα). Έχει στο διαδίκτυο το προσωπικό ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»

Τρίτη, 17 Μαΐου 2016

"Θαλασσινό, σκληρό τοπίο", ένα σχόλιο στην ποιητική συλλογή της Λίνας Ρόκου


γράφει η Διώνη Δημητριάδου*




«Κάτι να μείνει»
από τις «μικρές εκδόσεις»


«Μια βαλίτσα θάλασσα
την πας, τη φέρνεις
Χριστούγεννα, Πάσχα, διακοπές
Στα βάθη της καταποντισμένα τα βαρίδια σου
Τα συλλαμβάνουν  οι ανιχνευτές μετάλλων
και το δικό τους τίποτε
το πληρώνεις χρυσάφι»

Η θάλασσα, από όλες τις μορφές που μπορεί να πάρει το υγρό στοιχείο, αποτελεί προσφιλέστερο θέμα σε πολλές καλλιτεχνικές δημιουργίες, εικαστικές και λογοτεχνικές. Δεν μας ξαφνιάζει επομένως η επιλογή της ποιήτριας Λίνας Ρόκου να ‘εικονογραφήσει’ τους στίχους της με την πληθωρική παρουσία της θάλασσας. Μόνο που εδώ θα πρέπει να σταθούμε λίγο παραπάνω και να προσέξουμε τον τρόπο που στιχουργεί πάνω σ’ αυτό το υγρό θαλασσινό τοπίο.
Αυτή η θάλασσα άλλοτε είναι ο καμβάς που πάνω του απλώνονται οι λέξεις, δηλωτικές μιας απομόνωσης ηθελημένης:
«Το βράδυ στρώνει μια θάλασσα μοναξιά[…]»

άλλοτε έχει τη μορφή μιας δύναμης που αναζωογονεί με την ορμή της την πτοημένη συνείδηση:
«[…]να πιω νερό
απ’ τις ζωοδότρες της ανοιχτής θάλασσας
αστείρευτες πηγές»

και άλλοτε μεταμορφώνεται σε ένα υδάτινο ετερώνυμο της ίδιας της ποιήτριας:
«Πόσα κατάσαρκα
καρφιά θα βάλεις πια
να με στεριώσεις;
Δεν το ‘ξερες πως είμαι θάλασσα;»

Μέσα σ’ αυτό το υγρό πλαίσιο πώς διασώζονται οι λέξεις; Γιατί όσο ζωοδότρα κι αν είναι η θάλασσα αυτών των ποιημάτων, δεν παύει να είναι όριο, σύνορο, δηλωτικό συχνά ενός αποχωρισμού, ή απωθημένη προβολή ενός ματαιωμένου ταξιδιού. Όλα αυτά τα συναντάμε σε τούτα τα ποιήματα. Νομίζω πως η διάσωση έρχεται με μια γραφή αυθόρμητη, που ξαφνιάζει με την ευστοχία της στην περιγραφή των αισθημάτων. Με συγκρατημένο λυρισμό και εξαιρετική εικονοπλασία. Ολιγόστιχα ποιήματα, όπως πιστεύω αρμόζει στον κατασταλαγμένο, βιωματικό λόγο. Με τον ακροτελεύτιο στίχο άλλοτε να αιφνιδιάζει με τη συμπύκνωση του νοήματος και άλλοτε να παροτρύνει σε νέα σκέψη:
«Κι όταν το πρωί
ξυπνήσεις από ένα ελαφρύ τρόμαγμα
θα είναι γιατί η νύχτα σπάνια μένει άνεργη»


Η εικονοπλασία που χαρακτηρίζει την ποίηση της Λίνας Ρόκου φτάνει σε κάποια ποιήματα να καταστήσει σχεδόν συμπληρωματική τη λεκτική παρέμβαση, όπως εδώ που το σχόλιο για την ανθρώπινη μοίρα μοιάζει απλώς να υπομνηματίζει την εύγλωττη εικόνα:

«Βουβά μες σε μια στοίβα κούτσουρα
που άπληστος ήλος τα στεγνώνει
αλλάζει το ρούχο του το φίδι
Βουβά πάνω απ’ τα κούτσουρα θα τιναχτεί
να σε δαγκώσει
Αλίμονο αν νομίζεις ότι φταίνε τα κούτσουρα
ή αν νομίζεις ότι φταίει το φίδι
Η φύση είναι ανηλεής
αλλά εσύ δεν είσαι μόνο φύση»

Ένας κόσμος όπου η βιωματική μνήμη συναντά τον λιτό στίχο, γιατί είναι σοφή η επιλογή της ποιήτριας να αφήνει τον σχολιασμό στον αναγνώστη. Θα λέγαμε πως έτσι η ποίηση αποβαίνει περισσότερο δημιουργική, καθώς αποζητά τον ενεργό ρόλο του κοινωνού της. Και ο ρόλος του ποιητή; Ας πούμε πως χτίζει ένα γεφύρι ακόμη και πάνω από ορμητικά νερά με τον κίνδυνο να κατακρημνιστεί, συχνά για να κοιμηθεί κάτω απ’ αυτό μέσα στο σκοτάδι, και φτάνει να μονολογεί:
«Το γεφύρι για τον παράδεισο
δεν το έφτιαξα με θεμέλια
δεν έσφαξα κόκορα[…]»
Αυτή η επικοινωνία ανάμεσα στον δημιουργό και τον αποδέκτη της ποιητικής δημιουργίας επιτυγχάνεται και με την αμεσότητα της πρόσληψης κάποιων στίχων στους οποίους υποκρύπτεται η προσωπική συγκίνηση της ποιήτριας, όπως σ’ αυτούς που η εικόνα μεταφέρει αυτούσια τη διάσταση του τότε από το τώρα:
«[…] Ανάμεσα στο τότε και στο τώρα
ένα σμήνος από νέα παιδιά, πηγαίνοντας για το σχολείο,
θα περάσουν το πρωί μπροστά από το σπίτι
Όλα θα έχουν μαζευτεί στην αιώνια ακινησία
Οι γυναίκες, τα σκουπίδια, ο παππούς, οι πέτρες
Μέχρι το βράδυ που θα ξαναβγεί ο παππούς
να τραγουδήσει στην αυλή το “σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία”
κοιτώντας άλλη μια φορά τα άψυχα ντουβάρια»

Στο εξώφυλλο της καλαίσθητης έκδοσης των «μικρών εκδόσεων» μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του Ηλία Μπέη, σε ρόλο «εισόδου» στις ποιητικές σελίδες της Λίνας Ρόκου. Αν και το υγρό τοπίο κυριαρχεί στους στίχους της, δεν θα ταίριαζε καμιά θαλασσινή σκηνή στη θέση αυτής της απολύτως πέτρινης και σκληρής εκδοχής. Γιατί ακόμη κι αυτή η θάλασσα
«[…]είναι ενίοτε ένα απειλητικό θηρίο»

Διώνη Δημητριάδου


Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά κατοικεί στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία και δίδαξε σε δημόσια λύκεια. Ασχολείται με τη συγγραφή και με την κριτική λογοτεχνίας. Βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Νοών». Συμμετείχε σε συλλογικές εκδόσεις (εκδόσεις Σιδέρης, Μικρές εκδόσεις, Διάνυσμα). Έχει στο διαδίκτυο το προσωπικό ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

«Το Χαμένο Νόμπελ» του Κώστα Αρκουδέα


γράφει η Ρούλα Βουράκη*





Εκδόσεις Καστανιώτη


Πολλά μπορούν να εμπνεύσουν τη μυθοπλασία∙ την ιστορική αλήθεια όμως ένα: είναι καίριο, ηθικό κι ουσιώδες και λέγεται δικαιοσύνη. Για μας τους Έλληνες διαπερνά τη φύση, ορίζει την Πολιτεία, γίνεται επανάσταση και δίκιο και φέρνει την Ελευθερία, μα σκοντάφτει στους ανθρώπους κι αφήνει μερικούς αδικημένους μ΄ ανοιχτό συμβόλαιο στο χρόνο, ψάχνουν και μετά θάνατον ακόμη να το κλείσουν.

Ο λόγος για τον μεγάλο αδικημένο των γραμμάτων μας, Νίκο Καζαντζάκη, τον Κρητικό συγγραφέα με τη διεθνή εμβέλεια. Η πρόταση το βιβλίο του Κώστα Αρκουδέα, «Το Χαμένο Νόμπελ» των εκδόσεων Καστανιώτη, μια κατάθεση πνευματική και ηθική μαζί που θυμίζει κατά τον συγγραφέα του ότι, «του καιρού τα γυρίσματα αφορούν την απόδοση δικαιοσύνης ακόμη και για τη λογοτεχνία.», κάτι σαν «χρέος ανεξόφλητο», κατά την περίφημη έκφραση του Νικηφόρου Βρεττάκου που βαραίνει περισσότερο κείνους που μπορούν. Με άξονα το Νόμπελ και κίνητρο την αλήθεια, ο Κ. Αρκουδέας αφηγείται ερευνητικά τον αγώνα διεκδίκησης του Νόμπελ από τον Καζαντζάκη φωτίζοντας όλες τις πλευρές της σκοτεινής αυτής υπόθεσης και αποκαλύπτοντας τις άοκνες προσπάθειες της ελληνικής Πολιτείας, των Κυβερνήσεων και των Φορέων της που υπονόμευσαν την προσπάθειά του. 

Αν και το βιβλίο ανήκει στην κατηγορία της Νεοελληνικής πεζογραφίας, πρόκειται για μελέτη που καταγράφει μια ιστορική αλήθεια σαν πεζογράφημα, ή αλλιώς είναι η πεζογραφική απόδοση μιας αληθινής ιστορίας που έχει να δώσει διαφορετικά πράγματα στον βιβλιόφιλο και φιλομαθή αναγνώστη αφενός, στον ειδικό επιστήμονα, τον φιλόλογο, τον ιστορικό, τον πολιτικό αναλυτή αφετέρου. Κοινό σημείο αναφοράς όμως όλων παραμένει η διαπίστωση ότι πρόκειται για ένα βιβλίο αποδεικτικού λόγου και κριτικού στοχασμού με τις ενότητές του∙ ένα γνήσιο απάνθισμα μικρών πραγματειών για την πολεμική, πολιτική, και λογοτεχνική ιστορία του τόπου. 

Διαιρείται σε πέντε μέρη καθένα από τα οποία χωρίζεται με τη σειρά του σε (4) τέσσερις υποενότητες. Τα τρία από τα πέντε μέρη που εστιάζουν κατά κύριο λόγο στον Καζαντζάκη παρέχουν πλούσιο πληροφοριακό υλικό βιογραφικού, εργογραφικού και ακόμη αυστηρά προσωπικού χαρακτήρα για τον μεγάλο Κρητικό συγγραφέα. Ενδιαφέρουσες οι πληροφορίες που δίνονται για τον βίο και την Πολιτεία του Καζαντζακικού Ζορμπά σε σχέση με την Πλατωνική Πολιτεία, καθώς και για τα πολύκροτα έργα: «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» και «Τελευταίος Πειρασμός». Ως προμετωπίδα καθενός από τα πέντε μέρη του «Χαμένου Νόμπελ», λαμβάνονται εύστοχα επιλεγμένα χωρία από τις ευχαριστήριες ομιλίες των βραβευμένων με Νόμπελ λογοτεχνών, όπως του Αλμπέρ Καμύ, του Γκίντερ Γκρας, του Γιώργου Σεφέρη που ελκύουν και προϊδεάζουν γι΄ αυτό που ακολουθεί. Ξεχωρίζουν από την άλλη οι τίτλοι των υποενοτήτων που αντλούνται από ποιητές, όπως ο στίχος του Σεφέρη: «Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας» και η συγκλονιστική πρόταση από το μυθιστόρημα του Μενέλαου Λουντέμη, οδός Αβύσσου, αριθμός 0: «Σώπαιναν οι λύκοι γιατί ουρλιάζανε οι άνθρωποι». Ανάμεσα στους τίτλους και λέξεις όπως ροζονάρισμα που σημαίνει κουβεντολόι και διαποτίζουν το βιβλίο με άρωμα από την Κρήτη, τη γενέτειρα του Καζαντζάκη.

Σε όλο το βιβλίο η Ιστορία διαπλέκεται με τη Λογοτεχνία. Σε αρμονική ισορροπία, η ιστορική καταγραφή επενδύεται με τη λογοτεχνική παραγωγή, ενίοτε και την καλλιτεχνική, εθνικά και παγκόσμια. Με συνεκτικό παράγοντα το Νόμπελ και ατμόσφαιρα τον πολιτικό βίο μιας μακρότατης περιόδου με έμφαση στην εμφυλιακή μεταπολεμική εποχή και στην μετεμφυλιακή Ελλάδα, το βιβλίο του Κ. Αρκουδέα κρατά τον αναγνώστη με τη δύναμη των θεματικών εναλλαγών του και το βάθος της αλήθειας του.

Την εγκυρότητα των γραφομένων πιστοποιούν έγγραφα – ντοκουμέντα, πολύπτυχη αρθρογραφία, επιστολές, μαρτυρίες, εκθέσεις – μνημόνια επιτροπών, τεκμήρια όλα επιστημονικού ήθους του συγγραφέα, Κώστα Αρκουδέα. Κορυφαίο δείγμα η έκθεση του Αμερικανού Πολ Πόρτερ το 1947 για την Αμερικανική βοήθεια στην Ελλάδα συγκλονιστική για τη δύναμη της αναλογίας του περιεχομένου της με το σήμερα.

Σε κάθε λόγο συγκαταβατικό ή κατηγορητήριο που εκθέτει το βιβλίο, υπάρχει ο αντίλογος για τον περιορισμό απολυτότητας και μονομέρειας, ενώ σε κάποια σημεία οι πληροφορίες που προστίθενται εγχρονισμένα δίνουν μια ενδιαφέρουσα προέκταση της ιστορικής αλήθειας, πχ η πληροφορία για την επανάληψη της Δίκης των έξι για τους πρωταίτιους της Μικρασιατικής Καταστροφής, καθώς και της Δίκης του Σωκράτη το 2012 στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών.

Θα προσθέσω ακόμα ότι στην αφηγηματική σύνθεση του βιβλίου είναι άξιες αναφοράς οι ρητορικές ερωτήσεις που ευνοούν τη δημιουργική ανάγνωση με ερωτήματα του τύπου: «Ήταν δικαιότερο να πάρει το βραβείο ο Σικελιανός ή να το χάσει ο Έσσε;»

Ενδιαφέρουσα σε κάθε περίπτωση η κριτική στάση του βιβλίου απέναντι στις άξιες και ανάξιες λόγου βραβεύσεις του Νόμπελ όπου ειδικά στη δεύτερη περίπτωση αναδεικνύεται καταπέλτης άδικων επιλογών ενός κοντόφθαλμου θεσμού πολιτικά ευάλωτου και ψυχοκοινωνικά επιρρεπή.

Βάρβαρη και επιπόλαιη θα χαρακτηρίσει ο Σουηδός ελληνιστής Μπέργκε Κνες, τη χώρα του με γελοία, κομψευόμενη και αλαζονική ατμόσφαιρα, αφού επέλεξε να βραβεύσει έναν ανώδυνο συγγραφέα, τον καθολικό Φρανσουά Μοριάκ αντί του Καζαντζάκη το 1952. Την ίδια κοντόφθαλμη κι ανάξια λόγου κρίση που επέδειξε η Σουηδική Ακαδημία απορρίπτοντας από τα βραβεία της τους τέσσερις (4) κορυφαίους συγγραφείς που επηρέασαν την εξέλιξη της παγκόσμιας λογοτεχνίας, τον Μαρσελ Προυστ, τον Τζέιμς Τζόυς, τον Ναμπόκοφ, τον Λουίς Μπόρχες.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή και ας διατρέξουμε αδρομερώς το βιβλίο.

Όταν οι Έλληνες έχοντας αποφασίσει να αναβιώσουν τους Ολυμπιακούς Αγώνες διοργάνωναν τους προκαταρκτικούς του πρώτου Μαραθωνίου το 1895, πιθανόν να μην γνώριζαν ότι τον ίδιο χρόνο αρκετά χιλιόμετρα μακρύτερα στο βόρειο άξονα της ίδιας γηραιάς ηπείρου ένας άλλος διαγωνιστικός θεσμός, στο πνεύμα αυτή τη φορά θα έβαζε τα θεμέλιά του ιδρύοντας βάσει της διαθήκης του Σουηδού εφευρέτη Άλφρεντ Νόμπελ τα ομώνυμα βραβεία. Η χρονική όμως συγκυρία που διάλεξε να συναντήσει την ίδια χρονιά τους δύο αυτούς κορυφαίους διαγωνιστικούς θεσμούς στο σώμα και στο πνεύμα και η Ιστορία που τους αποθήκευσε μαζί με τα πρόσωπα στη μνήμη των λαών έχουν ένα πράγμα να μας πουν: Ο αγώνας και οι διαγωνισμοί είναι στοιχείο του κοινωνικού ανθρώπου που πιστεύει, θέλει και διεκδικεί. 

Στη χώρα μας τώρα: οι μνηστήρες του βραβείου πολλοί, οι αντιπαλότητες περισσότερες και τα μέσα υποψηφιότητας ποικίλα, όπως μας πληροφορεί το βιβλίο του Κώστα Αρκουδέα, από την απόλυτα δημοσιοσχετίστικη υποψηφιότητα του Σουρή, μέχρι την προσεταιριστική του Στρατή Μυριβίλη και τη διχαστική των Ελύτη – Ρίτσου κατά την αμοιβαία εκ μέρους τους απόρριψη της από κοινού βράβευσής τους, έπειτα από πρόταση της Σουηδικής Ακαδημίας. Μια απόρριψη επιλήψιμα εγωιστική, κατά τη θέση του βιβλίου, συμβατή ωστόσο, θα συμπλήρωνα, αν μου επιτρέπεται, με τις πολιτικές, αισθητικές και ιδιοσυγκρασιακές ακόμη διαφορές των δύο ποιητών.

Από μια μακρά διαγωνιστική πορεία οι νικητές μονάχα δύο και οι δύο ποιητές στη χώρα μας, ο Γιώργος Σεφέρης το 1963, ο Οδυσσέας Ελύτης το 1979. Στο πρόσωπό τους τιμήθηκε η ευαισθησία ενός ολόκληρου λαού και η υφή μιας χώρας φτιαγμένης για πολιτισμό. 

Η Σουηδική Ακαδημία με τον ηθικολόγο Γενικό Γραμματέα της, Άντερς Έστερλουντ βράβευσε το 1963 στο πρόσωπο του Γιώργου Σεφέρη το ποιητικό ανάστημα μιας ελληνόπνευστης γραφής που αποτύπωνε το ιδανικό του κλασικισμού. Παράλληλα επιβράβευσε μια καλλιτεχνικά εύρωστη ελληνική γενιά από τον Μίκη Θεοδωράκη, μέχρι τον Τσαρούχη, τον Κουν και τη Μαρία Κάλλας κάνοντας ακόμη πιο ηχηρή την απουσία της ελληνικής Πολιτείας που στέρησε την επίσημη Υποδοχή του βραβευμένου ποιητή στο αεροδρόμιο. Την ίδια στιγμή η μόνη ανησυχία του ίδιου ήταν αυτή που ψιθύρισε στη γυναίκα του, Μαρώ, καθώς πατούσε το ελληνικό έδαφος: «Μη με αφήσεις να το πάρω πάνω μου», ένιωσε την ανάγκη να της πει.

Αυτό είναι το σεμνό μεγαλείο που διαπερνά κα συνέχει το κράμα αντιφάσεων του επάξια τιμημένου Μικρασιάτη ποιητή, βιωματικού με συμβολική διάσταση σε διηνεκή διάλογο με το ασυνείδητο. Μυστικοπαθής και γριφώδης ισορροπεί ανάμεσα στην παράδοση και στο μοντερνισμό με το κρυφό εκείνο νήμα που ήξερε να συνδέει το χθες με το σήμερα, τη διπλωματία με την ποίηση των ελεύθερων συνειρμών, την διαίσθηση με την αντιστασιακή πνευματική δράση, ένας στεριανός μα κι ηδονικός εραστής της θάλασσας.

Με τη ζεστή προσέγγιση εκ μέρους του Σεφέρη, το ιδεολογικό περιβάλλον των Σαραντάρη, Εμπειρίκου, Κατσίμπαλη και το Φιλολογικό Καφενείο «Ηραίον» που άνοιξε το δρόμο για το μεταπολεμικό Παρίσι κοντά στον Μπρετόν, Ελυάρ και Πικάσο μια νέα ποιητική πορεία που μύριζε Αιγαίο κι Αξιοσύνη είχε ήδη αρχίσει να διαγράφεται, αυτή του επόμενου Έλληνα Νομπελίστα ποιητή, του Οδυσσέα Ελύτη. Ένας ποιητής που κατά την κρίση της Σουηδικής Ακαδημίας ζωντανεύει με αισθηματοποιημένη δύναμη και καθαρότητα βλέμματος τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργικότητα. 

Στη λογοτεχνική κονίστρα για το ίδιο έπαθλο νωρίτερα βρέθηκε και ο Καζαντζάκης, μια εμβληματική φυσιογνωμία ηδονικού μυστικισμού και ηρωικού μηδενισμού, ένας αιώνιος εραστής των ιδεών σε συνεχή πορεία κι όχι αλλαγή η πάλη του μαζί τους. Ένα γνήσιο χωνευτήρι τάσεων, ρευμάτων και υπερβατικών αναζητήσεων με σταθερό πάντα προσανατολισμό το ιδανικό της ελευθερίας ζυμωμένης μέσα του με την Κρητική ψυχή και τους αγώνες κατά των Οθωμανών στο Χάνδακα. Κι ας κατηγορήθηκε εκτός όλων των άλλων και λογοκλόπος, αυτός δεν ήταν παρά ένας ασκητής του πνεύματος, γραφιάς χωρίς δράση πολυσυλλεκτικός, όπως χαρακτηρίζεται εύστοχα στο βιβλίο, αφού απ΄ όπου περνούσε ιδεολογικά, κάτι έπαιρνε. Στη συνέχεια το αφομοίωνε γόνιμα χωρίς να ακυρώνει το προηγούμενο και δημιουργούσε εν τέλει φαινομενικές, μα και παρεξηγήσιμες αντιφάσεις. 

Η περίπτωση του Καζαντζάκη είναι καθώς φαίνεται ξεχωριστή, ηθογραφικά αποκαλυπτική ενός συστήματος θεσμικών αγκυλώσεων, τυφλά παραταξιακών εχθροτήτων, εμφυλιακών διαταραχών, θλιβερής ημιμάθειας και εμπαθειών. Ο αναλογικός συσχετισμός με τον Σωκράτη που επιχειρείται στο βιβλίο καίριος και ακριβής. Ούτε άπιστος, ούτε κομμουνιστής ήταν ο Καζαντζάκης, όπως δεν ήταν άθεος ο Σωκράτης, ούτε διαφθορείς συνειδήσεων και οι δύο. Είναι σίγουρο ότι εκείνο που ενοχλούσε και στις δύο περιπτώσεις ήταν η αναθεώρηση των παγιωμένων και η δύναμη της σκέψης που οι δύο ελεύθεροι στοχαστές προήγαγαν. Την αλήθεια των παραπάνω μας βοηθά πολύ καλά να εκτιμήσουμε το βιβλίο του Κ. Αρκουδέα παρουσιάζοντας την περίπτωση του Σωκράτη αφενός και τους κατηγόρους του Καζαντζάκη αφετέρου μαζί με το πολιτικό κλίμα της Αθήνας που στάθηκε εχθρικό στην υποψηφιότητα του τελευταίου. 

Τεκμήριο αντικειμενικής γραφής και επιστημονικής υφής του βιβλίου: «Το χαμένο Νόμπελ» αποτελεί εκ μέρους του συγγραφέα του, η σκιαγράφηση του Σπύρου Μελά από τη μια, βασικού κατηγόρου του Καζαντζάκη και μία εναλλακτική προσωπογράφηση του τελευταίου από την άλλη φέρνοντας στο φως άλλες πιο αδύναμες και λιγότερο γνωστές πτυχές του Κρητικού συγγραφέα. Ατομιστής, γεμάτος φόβο και ελπίδα στην πένα του Κ. Αρκουδέα ο Καζαντζάκης, αντιμέτωπος με το ίδιο το επιτύμβιο επίγραμμά του και με εκείνον τον ιδιότυπο μισογυνισμό του ερημίτη που τον κρατούσε αρνητή των σαρκικών απολαύσεων για να μπορεί να αφοσιώνεται στο έργο του, ενώ την ίδια στιγμή τον έδενε μοναδικά και διαμετρικά αντίθετα με τις δύο γυναίκες της ζωής του, τη Γαλάτεια και την Ελένη.

Οι αδυναμίες πάντως αυτές μοιάζουν να ωχριούν μπροστά στον αμοραλισμό και την ελαφρότητα του ανθρώπου που ναρκοθετούσε ακοιμήτως το δρόμο για την κατάκτηση του Νόμπελ από τον Καζαντζάκη . Ο Σπύρος Μελάς ήταν δημοσιογράφος, θεατράνθρωπος με ψευδαίσθηση λογοτεχνικού ταλέντου μας πληροφορεί το «Χαμένο Νόμπελ». Η χαμελαιόντεια πολιτική στάση του και η χαμέρπεια του κορυφώθηκαν στο κατοχικό ολίσθημα της φιλογερμανικής στάσης του για το οποίο τιμωρήθηκε με προσωρινή μόνο διαγραφή από την Ακαδημία Αθηνών για να εκλεγεί πρόεδρός της το 1959 και να λάβει το χρυσό μετάλλιο της Πόλης, το 1962. Αυτόν τον άνθρωπο είχε απέναντί του ο Καζαντζάκης από το 1947 που έθεσε από κοινού υποψηφιότητα με τον Σικελιανό και για μια δεκαετία ακόμη που προσπαθούσε μόνος του. 

Με τον τρίτο παγκόσμιο πολιτισμικό πόλεμο να έχει ήδη αρχίσει συσπειρώνοντας από την μία την πνευματική δύναμη της Δύσης έναντι της Κόκκινης Απειλής και από την άλλη αφήνοντας την Ελλάδα να σπαράσσεται στον Εμφύλιο διαιρώντας ακόμη και τους συγγραφείς της σε αριστερούς και δεξιούς, η προσπάθεια του Καζαντζάκη για το Νόμπελ μοιάζει τραγελαφικά ουτοπική. Η ματαίωση ωστόσο της απονομής ήταν σαφώς ελληνικός άθλος, εκτιμά ο Πάτροκλος Σταύρου με ευτελές εργαλείο αυτής της ασχημοσύνης τον Σπύρο Μελά σε συνεργασία με τον έλληνα πρέσβη στη Στοκχόλμη, Πίνδαρο Ανδρουλή την ίδια στιγμή που ο Έλληνας πρωθυπουργός Αλέξανδρος Παπάγος αποκαλούσε τον Καζαντζάκη «κόκκινο φίδι» και είχε δώσει εντολή να μην αναφέρεται πουθενά το όνομά του.

Είναι οι άνθρωποι για τους οποίους λες, ναι, υπάρχει πράγματι κάτι σάπιο στην Ελλάδα και είναι αληθινά τα λόγια του Ροΐδη: «Κάθε τόπος έχει την πληγή του… η Ελλάδα, τους Έλληνες». 

Αν το βιβλίο τούτο του Κώστα Αρκουδέα είναι κομμάτι φτιαγμένο θα ’λεγε κανείς από τα λόγια του Νομπελίστα Γκίντερ Γκρας (1999) ότι η αλήθεια υφίσταται μόνο στον πληθυντικό, τότε ας σταθεί καθένας μας απέναντι στις σελίδες του και στον Καζαντζάκη που κατά κύριο λόγο τις διαπερνά με τα λόγια ενός άλλου βραβευμένου, του Αντρέ Ζιντ.

«Πιστέψτε», λέει, «εκείνους που ψάχνουν την αλήθεια και αμφισβητήστε εκείνους που τη βρήκαν»

Αν μια τέτοια προτροπή είναι στέγη και άλλοθι μαζί για τους αιρετικούς του πνεύματος το πρώτο και τους υπερασπιστές τους το δεύτερο, δεν απομένει σε εμάς παρά να την χειριστούμε εργαλείο αναστοχασμού εκείνων που διάλεξαν ανάποδα να πάρουν το ποτάμι. Ίσως αυτός να είναι ο μόνος τρόπος να συναντήσουμε εποικοδομητικά και τον Καζαντζάκη.

Όσο τώρα για τα βραβεία κάθε είδους και της λογοτεχνίας ειδικότερα, οι δυνατές παρουσίες στο χώρο και στο χρόνο με ή χωρίς τις διακρίσεις, προχωρούν. Τα βραβεία όμως χρειάζονται πάντοτε τον Άνθρωπο για να υπάρχουν, και να τιμούν την αξία του, διαγράφουν ήθος και παιδαγωγούν, τον βραβευθέντα από τη μία, την κοινωνία από την άλλη. 

Για τον Καζαντζάκη τέλος, αν υπήρχε δικαστήριο τιμής κατά τα λεγόμενά του ο ίδιος, θα έκανε έφεση για το δίκιο που του αναλογεί. Όμως για κείνον, για μας και την ιστορία καταθέτει σήμερα σ’ ένα άλλο δικαστήριο, αυτό της συνείδησης, με αδέκαστο κριτή το Χρόνο, ο Κώστας Αρκουδέας. 

Η αναγνωστική εμπειρία της γραπτής κατάθεσής του πολύτιμη. Ο προβληματισμός ωστόσο που ανακύπτει απ’ αυτήν ακόμη πολυτιμότερος. Ήταν τελικά μονάχα το Νόμπελ χαμένο στην Οδύσσεια διαδρομή του Καζαντζάκη προς αυτό ή μήπως ολάκερος ο προσανατολισμός μιας κοινωνίας και της Πολιτείας της, του τόπου μας, δυστυχώς που κυκλοθυμεί και ταλανίζεται κι όλο το ίδιο μένει;

Δεν είναι μόνο αίτημα πολιτικής ανασυγκρότησης, σκέφτομαι, κλείνοντας το βιβλίο, ό, τι από πάντα και σήμερα μας αφορά. Είναι πρωτίστως θέμα αξιακό και θεμελιωδώς αφορά στον Άνθρωπο και στην Παιδεία.


Άνθρωπος, ήταν η απάντηση του Οιδίποδα, που χάλασε το τέρας της Σφίγγας. Ας κρατήσουμε τη συμβουλή του Σεφέρη: Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε με την ίδια απάντηση.





*Η Ρούλα Βουράκη είναι φιλόλογος 

-----------------------------------







Ο Κώστας Αρκουδέας γεννήθηκε στην Αθήνα την Καθαρά Δευτέρα του 1958. Μετά από πολλές περιπλανήσεις, επέστρεψε στην πρωτεύουσα και εργάστηκε στο Υπουργείο Πολιτισμού, στο οποίο παραμένει μέχρι σήμερα. Δημοσίευσε για πρώτη φορά το 1986 τη συλλογή ιστοριών Άσ’ τον Μπομπ Μάρλεϋ να περιμένει. Στη συνέχεια εξέδωσε την τριλογία Η πόλη με τα χίλια πρόσωπα (1987) και το μυθιστόρημα με εγκιβωτισμένα διηγήματα Το τραγούδι των τροπικών (1988). Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα Τα κατά Αιγαίον πάθη (1994), Ποτέ τον ίδιο δρόμο (1999), Ο πειρατής (2003), Ο Μεγαλέξανδρος και η σκιά του (2004), Ο αριθμός του Θεού (2008) και Παράφορο πάθος (2013). Εξέδωσε ακόμα τις νουβέλες Και πρόσεχε να μην πετρώσεις (1996), Και τώρα δεν είναι αργά (2014), τη συλλογή διηγημάτων Όλες οι μέρες Κυριακή (2000), το απάνθισμα μικρών κειμένων Τα σιγκλάκια (2010) και το παραμύθι Η πολύχρωμη σβούρα (2013). Το χαμένο Νόμπελ – Μια αληθινή ιστορία (2015) είναι η τελευταία του δουλειά.



Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ

(2015) Το χαμένο Νόμπελ, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2014) Και τώρα δεν είναι αργά, Κουκουνάρι
(2014) Και τώρα δεν είναι αργά, ειδική έκδοση συλλεκτική,
Κουκουνάρι
(2013) Η πολύχρωμη σβούρα, Άγκυρα
(2013) Παράφορο πάθος, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2013) Παράφορο πάθος, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2012) Ο Μεγαλέξανδρος και η σκιά του, Έθνος
(2010) Τα σιγκλάκια, Απόπειρα
(2008) Ο αριθμός του Θεού, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2004) Ο Μεγαλέξανδρος και η σκιά του, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2003) Ο πειρατής, Κέδρος
(2002) Αναζητώντας την ιδανική γυναίκα, Ελληνικά Γράμματα
(2000) Όλες οι μέρες Κυριακή, Κέδρος
(1999) Ποτέ τον ίδιο δρόμο, Κέδρος
(1996) Και πρόσεχε να μην πετρώσεις, Εκδοτικός Οίκος Α. Α.
Λιβάνη
(1995) Το τραγούδι των τροπικών, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη
(1994) Τα κατά Αιγαίον πάθη, Κέδρος
(1992) Το παλιό δέρμα του φιδιού, Κέδρος
(1988) Το τραγούδι των τροπικών, Οδυσσέας

Σάββατο, 7 Μαΐου 2016

"Η Κρυφή Πόρτα",Αλέξης Πανσέληνος

Πασχίζω και ιδροκοπώ για κάτι που κανένας δεν μου ζήτησε!


Ο Αλέξης Πανσέληνος,σπουδαίος λογοτέχνης,εκ των ευαρίθμων σημαντικών των καιρών μας,έχει ήδη στο ενεργητικό του (από την μεταβατική,πιστεύω,για την ελληνική λογοτεχνία) δεκαετία του ΄90 δυο έργα εγγεγραμμένα στην μνήμη κοινού και κριτικής ως αριστουργήματα. Πρόκειται,βεβαίως,για τα μυθιστορήματα "Μεγάλη Πομπή" του 1985 και "Ζαΐδα ή Η Καμήλα στα Χιόνια" του 1996.
Μείζονα από πολλές απόψεις και τα δυο αυτά έργα δεν εμπόδισαν με το ειδικό τους βάρος,που με το πέρασμα του χρόνου τα κατέστησε σημεία αναφοράς,τον πανάξιο εργάτη των γραμμάτων  Αλέξη Πανσέληνο,να έχει αστείρευτη διαφορετικότητα θεμάτων (στοιχείο που πρέπει να εκληφθεί ως μια μόνον από τις λογοτεχνικές του αρετές) και μαζί να διατηρεί την αισθητική και την τεχνική του σε όλα τα υπόλοιπα έργα του,μηδενός εξαιρουμένου,σε υψηλότατο επίπεδο.Να το πω πολύ πιο απλά;O Πανσέληνος έχει γράψει μόνον εξαιρετικά βιβλία.Δεν ξέρω πολλούς από τους σύγχρονους που να μπορούσα να πω το ίδιο γι αυτούς όσο κι αν θα το ήθελα.

Ανατρέχοντας στην βάση της Βιβλιονέτ πληροφορούμαστε ότι ο Αλέξης Πανσέληνος έχει γράψει τα παρακάτω:


"Η Κρυφή Πόρτα",Μεταίχμιο,2016 μυθιστόρημα του οποίου το οπισθόφυλλο αναφέρει ότι: 


Ενώ η πόλη παρακμάζει και καταστρέφεται, ένας άντρας πασχίζει να διασώσει κάποια ψήγματα ευτυχίας κλεισμένος στο μικρό του διαμέρισμα, απομακρυσμένος από τους παλιούς του φίλους,  χωρισμένος από τη γυναίκα του, βιοποριζόμενος από μεταφράσεις και φιλοδοξώντας να εκδώσει κάποτε ξανά ένα βιβλίο δικό του. Πολιορκημένος από τις απειλές της καθημερινότητας, με τα λεφτά του να τελειώνουν και την ηλικία του να πλησιάζει τη φθορά, θέλει να εξασφαλίσει  την ύπαρξή του μικραίνοντας τον ορίζοντά της ώστε να μην εκτίθεται σε κίνδυνο.Μετρά τις αμοιβές από τις μεταφράσεις που κάνει,υπολογίζει τα έξοδα που αυξάνουν μέσα στην κρίση του τόπου και  διατηρείται ζωντανός με το ελάχιστο οξυγόνο που του επιτρέπει ένας κύκλος μικρών, ελάχιστων απολαύσεων και μιας μετρημένης ζωής.Όμως η συναισθηματική του απάθεια κινδυνεύει από μια απρόσμενη εισβολή μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Το ξεχασμένο παρελθόν του επιστρέφει σαν απειλή και εκτροχιάζει τη ζωή του.

"Σκοτεινές Επιγραφές",Μεταίχμιο,2012,μυθιστόρημα
"Μία λέξη Χίλιες Εικόνες",εκδ.Πατάκη,2004 
"Τέσσερις Ελληνικοί Φόνοι",Πόλις 2002,διηγήματα 
"Ο Κουτσός Άγγελος",Κέδρος,1999,μυθιστόρημα 
"Η Μεγάλη Πομπή, Κέδρος 1985 και Μεταίχμιο 2013,μυθιστόρημα 
"Ζαΐδα ή Η καμήλα στα Χιόνια",εκδ.Καστανιώτη 1996 και Μεταίχμιο 2012,μυθιστόρημα 
"Betsy Lost",Κέδρος,1995 
"Βραδιές Μπαλέτου", Κέδρος,1993,μυθιστόρημα 
"Δοκιμαστικές Πτήσεις",Κέδρος,1993,δοκίμια 
"Ιστορίες με Σκύλους",Κέδρος,1993,διηγήματα



Στην "Κρυφή Πόρτα",μια απλή φαινομενικά και ολιγοπρόσωπη ιστορία,όπως περιεκτικά περιγράφει και το οπισθόφυλλο,ο Αλέξης Πανσέληνος με αλεύρι και νερό στα έμπειρα χέρια του, σαν τα βασικά υλικά,που μακάρι να τα εκτιμούσαν όλοι και να καταλάβαιναν πόσο πολύτιμα είναι,αλεύρι του το θέμα και νερό το ύφος και την γλώσσα,ζυμώνει αργά και με κινήσεις ακριβείας το τέλειο εκείνο και  χορταστικό αναγνωστικό ψωμί,που χωρίς βελτιωτικά (φανφάρες δηλαδή, γλωσσικά ακκίσματα και μεγάλη έκταση) θα αφήσει στον σημερινό αναγνώστη με τις πολλές, αμφίβολης ποιότητας και συχνά συγκρουόμενες προσλήψεις ποικίλης μυθοπλασίας, την αίσθηση πνευματικού χορτασμού χωρίς να τον έχει αποκόψει από τον προβληματισμό που ξεχειλίζει έντονος και δίχως να έχει καλύψει την αισθητική απόλαυση αυτή καθαυτή που προσφέρει το τεχνικώς άριστα δομημένο,δραματικό και μελαγχολικό κείμενο.

Κεντρικός ήρωας ο Ευγένιος,ένας συνηθισμένος άνδρας που διανύει την πέμπτη δεκαετία της ζωής του και βρίσκεται σε κομβικό της σημείο γιατί δεν είναι ανήμπορος γέρος αλλά ούτε και νέος πια, που πασχίζει να ανταποκριθεί στις πιέσεις  με τον τρόπο του,τρόπο ατομικό,κλειστό και εσωστρεφή. Είναι ένας καταθλιπτικός,απαισιόδοξος κάτοικος της μαραζωμένης Αθήνας των απανωτών μνημονίων,ένας πρόωρος συνταξιούχος του δημοσίου που ζορίζεται οικονομικά γιατί έχει μάθει να ζει με καλύτερους όρους και δεν μπορεί να συνηθίσει,όπως εξάλλου και εκατοντάδες άλλοι  ευρισκόμενοι σε καλύτερη ή χειρότερη* θέση πάντως έρμαια κι αυτοί των επιδεινούμενων συνθηκών ,την διαστρωματωμένη κρίση,που βαθαίνει .
Ο Ευγένιος,πάλι καλά,μένει σε δικό του σπίτι,ένα διπλό διαμέρισμα (δυο μικρά που επικοινωνούν μεταξύ τους με μια πόρτα) στο κέντρο της Αθήνας,κληρονομημένο από την μητέρα του,ωραία και ζωηρή γυναίκα που έζησε επιθετικά την ζωούλα της,με σχέσεις όπως της έκανε κέφι και δυο γάμους και που ακόμα και το ότι ξέπεσε κι από το Κολωνάκι βρέθηκε στο διαμέρισμα της Ιπποκράτους το πλήρωσε μεν με εξοβελισμό από το χλιδάτο κηφηναριό όμως έχοντας χορτάσει  ζωή για την οποία είχε να λέει ως την τελευταία της στιγμή. Ο γιος της στα πενήντα φεύγα του δεν έχει τίποτα,καλό ή κακό θεωρούμενο,για να καμαρώνει ή να θυμάται ότι το έζησε ως το μεδούλι του.Αντίθετα έχει λόγους να νιώθει πάντα ανάμεσα σε ψυχικές μυλόπετρες γιατί τον καταδιώκουν,εκτός από την κοινή γύρω του ανέχεια,η προσωπική μετριότητά του και τα λάθη του του παρελθόντος.
Για έναν μορφωμένο άνθρωπο όπως αυτός,που έχει εκδώσει ένα μυθιστόρημα και συμπληρώνει το εισόδημά του κάνοντας μεταφράσεις και έχει βιώσει καλύτερα χρόνια, τα λάθη αυτά του βίου του αποδεικνύονται κατά γελοίο τρόπο το υλικό της φθοράς, που ναι μεν συνεπάγεται η ηλικία μα, καθώς δεν συνοδεύεται από μια στοιχειώδη οικογενειακή πληρότητα και επαρκή προσωπική σοφία, αυτόν τον αποδυναμώνουν τελείως.Από την άλλη βέβαια ποιος και γιατί είναι ο τέλειος και αλάθητος,ο χαρισματικός που θα κατηγορήσει κάποιον ότι υπήρξε μέτριος και συνηθισμένος;
Ο Ευγένιος δεν είναι ο μοναδικός που δεν είχε τρανταχτά πάθη και δηλωμένες ιδεολογίες,που δεν συμμετείχε  στα τεκταινόμενα αν και παρακολουθούσε,που δεν ανακατεύτηκε σε καλά ή κακά,που δεν ήταν λαμόγιο,ούτε δονκιχώτης,που ήταν πάντα και σκέτα ο άνθρωπος/άτομο της διπλανής έστω μη λαϊκής πόρτας,ένας από τους με καρμπόν κοπιαρισμένους μιας ολόκληρης εποχής,στην εκδοχή εκείνος των αστικών καταβολών,με μια σύζυγο ασήμαντη όπως όλα στην καθημερινότητά του,μια δουλειά χωρίς αξιώσεις σ΄ένα υπουργείο που δεν κατονομάζεται,με μοναδικό αλατοπίπερο στην κενοτυπία του βίου του τις επιπόλαιες εξωσυζυγικές σχέσεις (χούι κι αυτό συνηθισμένο και πολύ κιόλας αν το καλοσκεφτεί κανείς,των συνηθισμένων ανθρώπων,όχι μόνον αποδεκτό κοινωνικά  μα και μέτρο καταξίωσής τους ενίοτε),λίγους φίλους ή συγγενείς στον περίγυρό του και πριν και τώρα, στοιχειωμένος ακόμα ως ένα βαθμό από το οιδιπόδειο με την μάνα του κι ας έχει αυτή πεθάνει κι ένα ακαθόριστο φορτίο στην ψυχή του, ως γιος χωρισμένων γονιών,που ο ίδιος δεν απόκτησε παιδιά.
Ένας μορφωμένος,μαγκούφης,ημιξοφλημένος μοναχικός άνδρας ο οποίος,όπως λιτά και σε μια του φράση συμπυκνώνει την όλη κατάσταση ο συγγραφέας, χάζευε τη ζωή των άλλων και ξεχνούσε τη μιζέρια της δικής του.

Και μέσα σ΄αυτήν την μαυρίλα εμφανίζεται ως ενοικιάστρια η Μαρία.Μια νεαρή,όμορφη γυναίκα που νοικιάζει το ένα από τα διαμερίσματα.Ο Ευγένιος χαίρεται γιατί θα ανακουφιστεί οικονομικά. Η κοπέλα είναι διακριτική,ευγενική,τακτική στις πληρωμές της.Όλα μοιάζουν κανονικά, αναμενόμενα,προβλέψιμα,συνηθισμένα.Τριακόσια ευρώ, μια καλημέρα και δυο κουβέντες στα συναπαντήματα με την όμορφη και λίγο,όσο χρειάζεται, μυστηριώδη νοικάρα μπαίνουν στο πρόγραμμα του Ευγένιου και ρίχνουν λίγο φως και ένα κάποιο ενδιαφέρον όσο κι αν η κρίση σ΄ αυτή την πόλη τον έχει διαλύσει.
Ένα έπιπλο πότε θα μπαίνει πότε θα βγαίνει μπροστά απ΄την πόρτα που αποτελεί το χώρισμα.Οι δυο αυτοί τόσο διαφορετικοί-ένας ημιπαραιτημένος μεσόκοπος άντρας και μια εικοσιπεντάχρονη, ζωηρή κοπέλα- μα και τόσο ίδιοι,αδύναμοι άνθρωποι,παραδομένοι ηθελημένα ή αθέλητα στην ρηχότητα και την ατυχία των εποχών τους,ειδικά εκεί που ενώνονται από την χαιρέκακη Κλωθώ, θα ανατρέψουν με την αταίριαστη σχέση,που θα έρθει σαν δαίμονας καταπάνω τους και κυρίως εκείνου,όλα αυτά που καλώς ή κακώς ήταν ως τότε η μίζερη ζωή τους σε μια μίζερη πόλη.
Συνηθισμένο κι αυτό;Ένας μεσόκοπος άντρας και μια νεαρή μαζί;Ίσως.Ναι.Και γιατί να απασχολεί τον σύγχρονο συγγραφέα μια τέτοια σχέση,τι επιχειρεί,αφού την αφηγείται και μάλιστα τόσο τέλεια, να διατυπώσει; Κρίση, διαπίστωση,αλληγορία για κάτι;Μπορεί ναι, μπορεί και όχι.Ας το απαντήσει αυτό ο αναγνώστης.Η ιστορία εξάλλου τον αφορά απολύτως,τον περιέχει σαν μιαν αδιερεύνητη εκδοχή εντός της,στον στρόβιλο της ίδιας κρίσης σ΄ένα διαμέρισμα,στην πόλη,στους δρόμους,στις καταστάσεις,στα νήματα της Κλωθώς,στα νύχια της Λάχεσης και της Ατρόπου.  

Το συμβόλαιο μίσθωσης που υπογράφουν αυτοί οι δυο συνηθισμένοι άνθρωποι θα είναι συμβόλαιο καταδίκης,η δε κρυφή πόρτα των διαμερισμάτων θα γίνει το πέρασμα που τον Ευγένιο,τον υπέροχα και απρόσμενα αντι-μπεστέλερ ήρωα του Αλέξη Πανσέληνου,θα τον οδηγήσει σε αδιέξοδο που δεν έχει να κάνει μόνο με την οικονομική πλευρά της κρίσης που συνταράζει την ελληνική κοινωνία μα με την γενικότερη και προηγηθείσα ανοησία αυτής της κοινωνίας που συντέλεσε στην κρίση και που στην περίπτωσή του δεν φέρνει σε κανένα μέλλον-ποιο μέλλον,αστείο φαντάζει-καμία λύτρωση.
Ο αναγνώστης δεν μαθαίνει ποτέ αν δίνεται τέλος στην απρόσμενη εμπλοκή των προσώπων και ποιο είναι αυτό και δεν έχει σημασία,ίσως,αν είναι το ένα ή το άλλο,ένα happy end ή η νέμεσις και για τι, για ποιον,για τον έναν ή και τους δυο ή και άλλους που παραμένουν στο σκοτάδι του σπαταλημένου, ασήμαντου παρελθόντος,εφόσον εξ αρχής δεν υπήρχε πρόθεση μα και δυνατότητα, τύχη και πρόνοια να αλλάξει,να μην υπάρξει καν ό,τι το προκάλεσε,δεν υπήρχε σύνεση για επιστροφή ,δεν χωρούσε σοφία για μετάνοια.

Ο Αλέξης Πανσέληνος με ένα συγκλονιστικό κύριο θέμα που φανερώνεται σιγά σιγά ως κύριο, χωρίς να λέγεται καθαρά τίποτα στον αναγνώστη(ούτε κι εγώ θα πω** περισσότερα μη θεωρηθεί spoil), θέμα δραματικό και παλιό όσο οι άνθρωποι,ευρηματικά τοποθετημένο στο τωρινό μαύρο, αστικό φόντο της Αθήνας των ημερών μας,δοσμένο με καταπληκτικό,μεστό τρόπο συνθέτει μιαν ελεγεία μεγάλης κλάσης και μας προσφέρει αν όχι το τρίτο δικό του καλύτερο βιβλίο, πάντως ένα από τα πιο σπουδαία από όλες τις απόψεις μυθιστορήματα που κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα, τουλάχιστον από το 2009 *** ως τώρα.


*Υπάρχουν πολλοί άνεργοι πενηντάρηδες (μεσοαστοί, μορφωμένοι που είχαν ένα μαγαζί,ας πούμε, που έβαλε λουκέτο εξαιτίας της κρίσης και τώρα δεν θεωρούνται -όχι δεν είναι,λόγω ηλικίας δεν θεωρούνται(!)- κατάλληλοι για άλλη δουλειά καθώς μόνο δουλειές του ποδαριού απέμειναν κι αυτές αντικειμενικά  (πρέπει να) τις παίρνουν οι πιτσιρικάδες και επομένως οι καημένοι δεν θα πάρουν σύνταξη στον αιώνα τον άπαντα).Πρόκειται για ρατσισμό και αίσχος ολκής.

**Δεν ψάχνουμε εδώ κανέναν δολοφόνο,δεν διαβάζουμε αστυνομικό! Μυθιστορήματα τέτοιας κλάσης σαν αυτό δεν κινδυνεύουν από spoil και θα ισχυριστώ πώς και λεπτομερώς να γνωρίζει ο αναγνώστης το θέμα, τίποτα,μα τίποτα απολύτως δεν χάνεται από την ομορφιά τους. 

***Στην πύλη δυο δεκαετιών το 2009 είναι, ως επίσημη χρονιά έναρξης της κρίσης, η χρονιά εκείνη που νομίζω μπορούμε να θεωρούμε σαν αρχή περιόδου πολύ σημαντικών ανακατατάξεων και στην λογοτεχνία μας,δίχως ακόμα να είναι συνετό να μιλήσουμε για λογοτεχνία της κρίσης.
Αυτήν θα επιχειρήσουμε να την εντάξουμε σε χρονικά πλαίσια και να την ορίσουμε ως κατηγορία, ίσως,περίοδο και ρεύμα ή οτιδήποτε,αργότερα,όποια κι αν είναι η έκβαση της κρίσης στην πλέον νευραλγική της πτυχή που -μας αρέσει δεν μας αρέσει αυτό-είναι η οικονομική.

*Η Βιβή Γεωργαντοπούλου γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα.Σπούδασε στη Νομική, όμως επαγγελματικά ασχολήθηκε με την αργυροχρυσοχοΐα (ως το 2004) και το εικαστικό βιβλιοπωλείο «Degas» (ως το 2012). Διατηρεί το μπλογκ lesxianagnosisbiblioudegas.blogspot.gr και την ομώνυμη λέσχη Ανάγνωσης από το 2009 μέχρι τώρα.