Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

Για τη «Σχεδία» του Μιχάλη Μοδινού – γράφει η Νότα Χρυσίνα

Αναδημοσίευση από το Frear


Η Σχεδία του Μιχάλη Μοδινού (Καστανιώτη, 2011) συνεχίζει να συναρπάζει και να παραμένει επίκαιρη. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που αναφέρεται στον διάσημο πίνακα-ορόσημο του ρομαντισμού του Ζαν-Λουί-Τεοντόρ Ζερικώ «Η Σχεδία της Μέδουσας», ωστόσο η κύρια πηγή έμπνευσης για να γραφτεί το βιβλίο υπήρξε ένα άλλο μυθιστόρημα. Όπως γράφει ο ίδιος ο συγγραφέας, στη Σημείωση στο τέλος του βιβλίου του, εμπνεύστηκε από το απολαυστικό βιβλίο του Τζούλιαν Μπαρνς Η ιστορία του Κόσμου σε 10 ½ κεφάλαια.
Ο πίνακας του Ζερικώ είναι πάντοτε το φόντο, αλλά ο Μοδινός τον χρησιμοποιεί ως πρόφαση, για να θέσει ουμανιστικά σύγχρονα ερωτήματα και προσπαθεί κυρίως να δώσει απάντηση στο καίριο και «βασανιστικό» ερώτημα που τίθεται στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου του Τζούλιαν Μπαρνς, που αναφέρεται στον πίνακα του Ζερικώ, «Πώς µια καταστροφή γίνεται τέχνη;». Ή καλύτερα ο Μοδινός χρησιμοποιεί και αυτό το ερώτημα, για να θέσει το ερώτημα στον αναγνώστη του «Τι είναι Τέχνη ή τι είναι Λογοτεχνία και αν χρειάζονται οι λογοτέχνες –ποιητές σε τόσο μίζερους καιρούς;», για να παραφράσω το γνωστό απόφθεγμα του Χαίλντερλιν.
                                             Φωτογραφία του Joel-Peter Witkin.
Ο αναγνώστης διαβάζει τον μυθοπλαστικό λόγο, ο οποίος πλέκεται με ιστορικά στοιχεία και διαφορετικά είδη πεζογραφίας που παραπέμπουν επίσης στην εποχή του ρομαντισμού, όπως το ημερολόγιο της κυρίας Ζεπαρντιέ αλλά και τα αφηγηματικά μέρη-εξομολογήσεις, και χωρίς να το καταλάβει έχει διατρέξει στοιχεία της ζωγραφικής του ρομαντισμού, έχει κάνει αναδρομή στο ιστορικό μυθιστόρημα και έχει μπει στο σύγχρονο μυθιστόρημα και την προβληματική του περιβάλλοντος καθώς και την αγωνία της εποχής μας για την καταστροφή της ποικιλίας των ειδών και των παρθένων περιοχών του πλανήτη.
Οι περιγραφές των τοπίων και των αγαθών είναι συναρπαστικές και παραπέμπουν σε πίνακες Ολλανδών ζωγράφων. Η φανερή αναφορά στον Βερμέερ δείχνει την αγάπη του συγγραφέα στη λεπτομέρεια αλλά και την περιπέτεια και την επιστήμη, όπως αποτυπώθηκε από αυτόν τον δεξιοτέχνη ζωγράφο.
To προτελευταίο κεφάλαιο θα μπορούσε να παρομοιαστεί με έναν καλπασμό αλόγου, καθώς η περιγραφή φτάνει στα όριά της και η ανθρώπινη αγωνία αλλά και σκληρότητα αγγίζει τη φρίκη. Ο άνθρωπος αγωνίζεται να επιβιώσει πάνω στη Σχεδία και γίνεται σχεδόν ζώο. Συνδυάζοντας την πηγή έμπνευσης του βιβλίου, το βιβλίο δηλαδή του Τζούλιαν Μπαρνς και τη διακειμενικότητα, φτάνουμε στην Κιβωτό του Νώε και τα ζώα τα οποία έσωσε από τον Κατακλυσμό επιλέγοντας να μη σώσει τις κάμπιες, οι οποίες παρουσιάζουν, στο βιβλίο του Μπαρνς, τη δική τους οπτική.
Ο Μοδινός στα βιβλία του «παίζει» με τον μύθο. Στη Σχεδία το όνομα του πίνακα που κυριαρχεί στο σκηνικό «Η Σχεδία της Μέδουσας» παραπέμπει στο μυθολογικό τέρας, την Μέδουσα, η οποία μεταμόρφωνε σε πέτρα όποιον την κοιτούσε.
                                 Έργο του Βanksy, εμπνευσμένο από τον Ζερικώ.
Ο ευφυής τρόπος που χωρίζονται τα κεφάλαια σε ημερολόγιο της κυρίας Ζεπαρντιέ και σε κεφάλαια που φιλοδοξούν να παρουσιάσουν τα πιθανά προσχέδια του πίνακα, τα οποία ονομάζονται «Τι δεν ζωγράφισε ο Ζερικώ», βοηθούν την ιστορία να ξετυλίγεται, καλύπτοντας κενά της αφήγησης και δένοντας σφιχτά την πλοκή.
Στο μυθιστόρημα παρουσιάζεται έμμεσα η σύγκρουση του νεοκλασικισμού και του ρομαντισμού καθώς και οι ιδέες των Διαφωτιστών και η διάδοσή τους από τους αποικιοκράτες. Η Λογική σε σχέση με την Ευαισθησία, η Επιστήμη σε σχέση με την Φύση. Ποια τα όριά τους; Όπως έγραψα ήδη, ο Μοδινός θέτει τα ερωτήματα προσπαθώντας να απαντήσει με τη γραφή του, το μόνο όπλο που διαθέτει. Παραθέτοντας τι δεν ζωγράφισε ο Ζερικώ υπονοεί πως δεν υπάρχει μία απάντηση στα ζέοντα ερωτήματα που θέτει ο άνθρωπος και φυσικά υπάρχουν πολλές οπτικές που νομιμοποιούνται από τη θέση που παίρνει κάποιος απέναντι στα φλέγοντα θέματα.
Θίγεται το θέμα της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από άνθρωπο και εμμέσως και το ταξικό ζήτημα, καθώς οι επιβάτες του πλοίου είναι αριστοκράτες και υπάρχουν δούλοι όπως ο μαύρος υπηρέτης της κυρίας Ζεπαρντιέ, με τον οποίο διατηρεί ένα συναισθηματικό δέσιμο καθώς τον μεγάλωσε, αλλά και η απεικόνιση των μαύρων και των απλών ανθρώπων πάνω στη «Σχεδία» από τον Ζερικώ, γεγονός που αποτελούσε επανάσταση για τα δεδομένα της εποχής.

Τέλος, θέλω να αναφερθώ στη διακειμενικότητα, τη συνομιλία του βιβλίου με άλλα βιβλία, όπως οΡοβινσώνας Κρούσος του Νταφόε αλλά και η Χρυσή Ακτή του ίδιου του Μοδινού, και να κλείσω την ανάγνωσή μου με ένα μικρό απόσπασμα από τον Ζέμπαλντ στην Φυσική Ιστορία της Καταστροφής, το οποίο παραθέτει ο συγγραφέας ως προμετωπίδα: «…κάθε ενσώματο αντικείμενο σμιλεύεται πιο έντονα στο συγκεχυμένο σύνορο ανάμεσα στο αντιληπτό και το υπερβατικό. Μια τέτοια εγγύτητα προς τον νεκρό, υποκινούμενη από τη θέληση για γνώση, και υπαινισσόμενη ταυτόχρονα μια λιβιδική επένδυση του κακοποιημένου αντικειμένου, γεννά την υποψία ότι η εκτέλεση ενός έργου ζωγραφικής όπως εκείνης του Ζερικώ- τον οποίο ο Βάις θεωρεί πρότυπο μιας λογοτεχνικής άσκησης που συνυπογράφει και ο ίδιος- ισοδυναμεί σε τελευταία ανάλυση με την προσπάθεια ενός ατόμου, τρομοκρατημένου από την πραγματικότητα της ανθρώπινης ζωής, να προκαλέσει τον ίδιο του τον θάνατο…».
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Για την «Αθανασία των σκύλων» του Κώστα Μαυρουδή – γράφει η Νότα Χρυσίνα

Αναδημοσίευση από το Frear


«Είμαι συγγραφέας, προσπαθώ να καταλάβω γιατί γεννιέσαι, γιατί υπάρχει ο κόσμος, γιατί υπάρχει ο θάνατος» γράφει ο Κώστας Μαυρουδής, μεταφέροντας τα λόγια του Ισαάκ Μπασέβις Σίνγκερ.
Στο βιβλίο του Η αθανασία των σκύλων (Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2013) έβαλε τον αναγνώστη του, με έναν ευφυή τρόπο, στο κέντρο του προβληματισμού ζητημάτων όπως ο θάνατος και η αθανασία, η φιλία, ο έρωτας, η ροή της ιστορίας, ο χρόνος, η φθορά, η μνήμη. Με πρόφαση τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο ή τις καλές τέχνες τον έσπρωξε σε μια υπαρξιακή αναζήτηση απαντήσεων.

Ο ίδιος ο συγγραφέας καλλιεργημένος και υψηλής αισθητικής άνθρωπος χρησιμοποίησε το «εύρημα» της διακειμενικότητας αλλά και της αυτοαναφορικότητας, για να πετύχει να εστιάσει ο αναγνώστης του στην ουσία των ερωτημάτων. Με αυτόν τον τρόπο κατόρθωσε να προκαλέσει τον αναγνώστη του να σκεφτεί πάνω στα υπαρξιακά αυτά ερωτήματα αποφεύγοντας εντέχνως τον διδακτισμό, αν και θα ήταν πολύ εύκολο για τον συγγραφέα να φιλοσοφεί ως αφηγητής ή ως ένας ήρωας του βιβλίου.
Ο Μαυρουδής προτίμησε να βγάλει τον αναγνώστη του από το πλατωνικό σπήλαιο και να του δείξει κάποιες εικόνες του κόσμου. Ο σκύλος στάθηκε η αφορμή και ο συνδετικός ιστός στην δική του εσωτερική ανασκόπηση, την οποία εκθέτει με τη μορφή μικρών αφηγημάτων. Χρησιμοποιώντας, κάθε φορά, ως αφορμή έναν σκύλο και ίσως παίζοντας με το ρητό «ο σκύλος είναι ο πιο πιστός φίλος του ανθρώπου», ο Μαυρουδής οδηγεί τον αναγνώστη να αναρωτηθεί εάν ο ίδιος ο άνθρωπος είναι ο πιο πιστός φίλος του ανθρώπου.
Ο συγγραφέας πλάθει 70 αφηγήματα με ιστορίες που αναφέρονται σε γεγονότα σημαντικά ή ασήμαντα, ιστορικά ή ατομικά, άλλοτε ως πρωτοπρόσωπος και άλλοτε ως τριτοπρόσωπος αφηγητής, άνθρωπος ή σκύλος. Χρησιμοποιεί πάντοτε έναν σκύλο για να προβάλλει τις ανάγκες του, τις σκέψεις του, δηλαδή τον λεγόμενο εσωτερικό του κόσμο. Ο σκύλος, λοιπόν, γίνεται ένας καθρέφτης για να δούμε τον άνθρωπο. Τα διαφορετικά είδη σκύλων μπορεί να αντιπροσωπεύουν και τις διαφορετικές προσωπικότητες των ανθρώπων. Ωστόσο, ο άνθρωπος ερμηνεύει τον κόσμο μέσα από όσα μπορεί να ανακαλέσει στη μνήμη του και όσα αντιλαμβάνεται μέσα από τις αισθήσεις του.
Αυτό παραπέμπει στον Ξενοφάνη τον Κολοφώνιο, ο οποίος άσκησε έντονη κριτική στην ανθρωπομορφική θρησκεία παρατηρώντας σκωπτικά ότι «ο κάθε λαός και η κάθε φυλή αποδίδουν στους θεούς τους τα δικά τους χαρακτηριστικά· και τα ζώα, τόνιζε, θα έκαναν το ίδιο, αν μπορούσαν να ζωγραφίσουν και να φτιάξουν αγάλματα».

Ο συγγραφέας δημιούργησε μικρά αφηγηματικά κείμενα που άλλοτε μοιάζουν με ημερολόγιο και άλλοτε με δοκίμιο, αλλά πάντοτε με γλώσσα που τη χαρακτηρίζει η ακρίβεια, η οικονομία και η λιτότητα. Ο Μαυρουδής ξεκίνησε από την ποίηση, η οποία τείνει σε λιτά γλωσσικά σχήματα για να μιλήσει για την ουσία.
Θα μπορούσα να πω πως κάθε αφήγημα θυμίζει κινηματογραφικό πλάνο που τελειώνει κάπως απροσδόκητα, χωρίς δηλαδή να έχει ολοκληρωθεί, αφήνοντας μια γλυκόπικρη γεύση όπως οι παιδικές μας αναμνήσεις. Το κάθε αφήγημα παραμένει ανοιχτό ώστε να συμπληρωθεί από τον αναγνώστη. Η μικρή φόρμα άλλωστε ευνοεί αυτά τα «παιχνίδια» με τον αναγνώστη, ο οποίος καλείται να συμπληρώσει μνήμες που είναι κοινές, για παράδειγμα ένα λογοτεχνικό έργο όπως του Σταντάλ ή έναν πίνακα του Βελάσκεθ.
Η μνήμη απεχθάνεται τα κενά και γεμίζει τις ιστορίες με λεπτομέρειες από την φαντασία. Οι άνθρωποι αναρωτιούνται για το νόημα της ζωής ενώ για τους σκύλους τίθενται ίσως απλοϊκά ερωτήματα όπως «Γιατί κρύβονται, σαν παιδιά που παίζουν, τα παλιά γεγονότα;»

Ο απλός, ο καθημερινός άνθρωπος όμως, ασχολείται και εκείνος με απλοϊκά ερωτήματα και όπως ο σκύλος «βαδίζει ανύποπτος για τη συγκυρία» μέσα στο κάδρο της Ιστορίας «παρών παντού και σ’ όλους τους χρόνους, διεκδικεί, θα ’λεγες να υπάρχει ισότιμα.». Ο σκύλος όμως «πεθαίνει χωρίς να υποψιάζεται την απουσία του, χωρίς να ξέρει τίποτε για το χρόνο… μιαν αθάνατη ύπαρξη». Κι ο άνθρωπος όμως ζει πολλές φορές την ζωή του σαν τους Βερολινέζους σκύλους, περπατώντας σπίτι δουλειά, δουλειά σπίτι. Η αμφισημία δεν δίνει ποτέ την σωστή απάντηση, οι ματαιώσεις μας μας ωριμάζουν και η αιωνιότητα καταρρέει με τον θάνατο που πλησιάζει απειλητικά με την πρώτη απώλεια κάποιου κοντινού μας προσώπου.
Δεν θα αναφερθώ κι εγώ στις πλούσιες αναφορές του Μαυρουδή σε λογοτεχνικά βιβλία, πίνακες ζωγραφικής, ταινίες, μουσικές, ιστορικά γεγονότα αλλά και την Μυθολογία που παίζει με τις Ιστορίες και τα «πεπρωμένα» τους. Θα σταθώ όμως στην πρόταση την αντιγραμμένη από το Ταλμούδ: «Εκείνος που σώζει έναν άνθρωπο είναι σαν να σώζει όλο τον κόσμο», που λέει ένας Εβραίος στην ταινία Η λίστα του Σίντλερ, η οποία αναφέρεται στη γενοκτονία των Εβραίων, και τη μεταφέρει ο συγγραφέας σε ένα από τα αφηγήματά του. Αναρωτιέμαι πόσους ανθρώπους σώζει ένας συγγραφέας με τα αφηγήματά του, μέσα στα οποία ακινητοποιείται ο χρόνος και δίνεται η ψευδαίσθηση πως ο άνθρωπος μπορεί να πλησιάζει την αθανασία. Μέσα από τη γραφή του ο συγγραφέας ζωγραφίζει ξανά τη ζωή ως ζωντανή μνήμη κάθε φορά που ένας αναγνώστης διαβάζει μία από τις μικρές ιστορίες του Μαυρουδή στο βιβλίο τουΗ αθανασία των σκύλων.
Κλείνω το βιβλίο με γλυκιά αίσθηση νοσταλγίας και σκέφτομαι πως ίσως τελικά η αθανασία να μην είναι τίποτα άλλο παρά αυτό που ο ίδιος ο συγγραφέας ονομάζει το κερδισμένο παρόν: «…κι αυτό που υπήρξαμε, ακέραιο, σε αιώνια γαλήνη συντηρημένο, σαν ένας θεός να το σταμάτησε εκεί».
• Κρατικό Βραβείο Διηγήματος [2014]
• Βραβείο Βραβείο Διηγήματος – Περιοδικό “www.oanagnostis.gr” [2014]
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Επάνω, πίνακας του Anthony van Dyck, το έργο μέσα στο κείμενο του Edwin Henry Landseer.]

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2016

Σκέψεις πάνω στον ΚΩΣΤΑ ΑΞΕΛΟ


Με αφορμή  το επίμετρο του ΜΑΡΙΟΥ ΜΠΕΓΖΟΥ στο βιβλίο του ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΟΥΑΤΖΗ για τον φιλόσοφο

γράφει η Νοτα Χρυσίνα* 



Η φιλικότητα συνυπάρχει άρρηκτα με την ποιητικότητα

Ο Μάριος Μπέγζος, καθηγητής Συγκριτικής Φιλοσοφίας της Θρησκείας του Πανεπιστημίου Αθηνών, έγραψε την ελληνική βιογραφία του Κώστα Αξελού, μετά από πρόταση του ίδιου του φιλοσόφου. Τίτλος του βιβλίου Κώστας Αξελός. Το Άνοιγμα της Σκέψης (Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2002).
Ο Γιώργος Δουατζής πρότεινε στον Μάριο Μπέγζο να γράψει το επίμετρο του βιβλίου του, στο οποίο καταγράφεται η τελευταία συνέντευξη που έδωσε ο φιλόσοφος Κώστας Αξελός στον ποιητή- δημοσιογράφο, καθώς είναι συστηματικός μελετητής της φιλοσοφίας του Αξελού και βιογράφος του. Το βιβλίο του Γ. Δουατζή ΤΟ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ εκδόθηκε το 2011(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΠΟΝ).

Βασικές έννοιες της σκέψης του Αξελού, που αναφέρονται από τον Μ. Μπέγζο, είναι η «ανοικτότητα», η «πλανητική σκέψη», ο «κ/Κόσμος», το «παιχνίδι του κόσμου».
Επίσης, σημαντικές έννοιες είναι: η ποιητικότητα και το αποκορύφωμα της σκέψης του φιλοσόφου η φιλικότητα. Ο φιλόσοφος αποθεώνει τη φιλία, η οποία «δεν θεωρεί τον εαυτό της, τους άλλους, τον κόσμο σαν μια κτήση και …διατρέχει το σύνολο της σχέσης άνθρωπος και κόσμος». «Η φιλικότητα συνυπάρχει άρρηκτα με την ποιητικότητα».
Η φιλικότητα του Αξελού με παραπέμπει στην φιλότητα και το νείκος του Εμπεδοκλή, ο οποίος είχε έρθει σε επαφή με πλάνητες  που με την διδασκαλία μυστικιστικών ρευμάτων και καθαρμών καθόρισαν τη σκέψη του. Ο ίδιος ο Εμπεδοκλής έγραψε στους δικούς του Καθαρμούς απευθυνόμενος στους συμπολίτες του:
«...Αθάνατος εγώ κι όμοιος θεός πλανιέμαι,
κι όχι θνητός, ανάμεσα σε σας και τιμημένος
περιζωσμένος με ταινίες κι ολάνθιστα στεφάνια.»
Η «ανοικτότητα της σκέψης» του Αξελού και το «πλανητικό στοιχείο» που διαπερνά τη σκέψη του έχει πολλαπλές αναφορές. Η πρώτη οδηγεί στον πλανήτη Γη που σήμερα, την εποχή της παγκοσμιοποίησης, είναι, για πρώτη φορά στην ιστορία του, ενωμένος πολιτισμικά. (Η Δύση καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη σκέψη και μέσα από την Τεχνολογία κατισχύει της Ανατολής).
Δεύτερον, η πλάνη στην οποία οδήγησε η αναζήτηση της αλήθειας μέσα από την Φιλοσοφία, για να διαπιστωθεί πως δεν υπάρχει μία αλήθεια αλλά κυρίαρχη οπτική γωνία από την οποία την παρατηρούμε και επομένως η αλήθεια ταυτίζεται σχεδόν με την πλάνη ή το εφήμερο.
Τρίτον, ο πλάνης που σημαίνει ταξιδευτής όπως ο σημερινός άνθρωπος, περισσότερο από κάθε εποχή στο παρελθόν, αλλά και η σκέψη που πλανάται και περιπλανάται. Όπως σημειώνει ο Μπέγζος με τα ακριβή λόγια του Αξελού «Η πλανητική σκέψη αντιστοιχεί στην περιπλάνηση του είναι εν τω γίγνεσθαι της ολότητας του κόσμου». Ο περιπλανώμενος έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να μην καταντήσει παραπλανώμενος καθώς συναντάει μέσα στον χώρο και τον χρόνο «όψεις της αλήθειας».
Καθήκον του ανθρώπου «η “φιλίωση” με τον πολυδιάστατο και ανοιχτό Κόσμο, κάτω από τον ορίζοντα του Χρόνου». Ο άνθρωπος θέλοντας να εξουσιάσει το «παν» δεν κατορθώνει να ελέγξει τον σημαντικότερο αντίπαλό του τον εαυτό του. Ο αυτοέλεγχος είναι αυτό που πρέπει να στοχεύει ο άνθρωπος. Η παραδοχή της αβεβαιότητας οδηγεί στην ελευθερία. «Εκ προοιμίου δεν είμαστε η ερώτηση, αποτελούμε μέρος της». «Οι λέξεις μπορούν να ανοίγονται σε ένα γενικότερο ρεύμα το οποίο τις φέρει». Γι’  αυτό δεν υπάρχει τελευταία λέξη. Ούτε πρώτη. Όλες οι λέξεις έχουν την ιστορία τους». Συνέπεια αυτού η ανοικτότητα. Για πρώτη φορά στην Ιστορία της σκέψης δεν υπάρχει καμία παρηγοριά, καμία σωτηρία. Το ήθος είναι επιλογή και τρόπος ζωής. Η γλώσσα δεν αρκεί να εκφράζει αλλά πρέπει και να σιωπά. Πίσω από τη λέξη υπάρχει ο διάλογος που προηγήθηκε της έκφρασής της. (Gadamer). Η σιωπή έχει νόημα.
«Για να ξεπεράσουμε κάτι πρέπει να το αφήσουμε να μας διαπεράσει». «Σκοπός της σκέψης είναι να σκέφτεται. Τι; Αυτό που φανερώνεται και που αποκρύβεται». Ο Ηράκλειτος είχε πει «η φύση αγαπά να κρύβεται» και «πως ο λόγος δεν λέει ούτε κρύβει». Ο φιλόσοφος και ιδιαίτερα ο στοχαστής πρέπει να είναι έτοιμος να πλησιάσει τη σοφία και ταυτόχρονα τη συντριβή.
Ο άνθρωπος σύμφωνα με τον Αξελό «υποφέρει διότι δεν είναι όλον». Θυμίζει τη θεωρία του Πλάτωνα για τον ανδρόγυνο στο «Συμπόσιο ή Περί έρωτος». Η ποιητικότητα παραπέμπει στην έννοια της ποίησις του Αριστοτέλη ως εκδήλωση της αδιαίρετης ύλης και του πνεύματος και την Τέχνη της Φύσης που συνδέεται με τον Δημιουργό. Η ποιητικότητα και η φιλικότητα θα μπορούσε να παραπέμπει στην Ποιητική του Αριστοτέλη και στα «καθόλου», τους γενικούς νόμους. Η ποίηση άλλωστε θεωρήθηκε από τον Αριστοτέλη φιλοσοφικότερη της Ιστορίας. Ο Κ. Αξελός ήταν ο τελευταίος φιλόσοφος του 20ού αιώνα, όπως γράφει ο Μάριος Μπέγζος. Στην τελευταία του συνέντευξη στον Γ. Δουατζή φαίνεται ο φιλόσοφος αλλά και ο άνθρωπος σε μια αρμονική σύζευξη. Η Ποίηση είναι μία δύναμη που θέτει σε κίνηση τη σκέψη και η σκέψη που στοχάζεται συναντάει την Ποίηση. Η ποίηση όταν αγγίζει το ύψος της είναι η μέλλουσα σκέψη που έχει ήδη αναγγελθεί.

*Η Νότα Χρυσίνα είναι μεταφράστρια, πολιτισμολόγος






Τρίτη, 9 Αυγούστου 2016

"Οι Φωνές του Ποταμού Παμάνο",Ζάουμε Καμπρέ /Jaume Cabré


Αναδημοσίευση από:http://lesxianagnosisbiblioudegas.blogspot.co.ke/2016/06/jaume-cabre.html
Καταλανική σάγκα σε εφτά μέρη.



Ο Ζάουμε Καμπρέ το 2004 προσέφερε στο πολυπληθές αναγνωστικό κοινό του ένα μυθιστόρημα 650 σελίδων εμπνευσμένο από τον ισπανικό εμφύλιο.Το έκανε μεγαλόπνοα,γενναιόδωρα,χωρίς φόβο για την διττή φρίκη της ιστορικής αλήθειας του πολέμου όμως με πάθος για την ανάδειξή της, πάθος που ποτίζει τη δραματική μυθοπλασία απ΄την ημερολογιακή αρχή που της δίνει (και πριν απ΄αυτή) μέχρι το τέλος της (και πολύ μετά απ΄αυτό). "Οι Φωνές του Ποταμού Παμάνο" είναι ο τίτλος αυτής της επικής ιστορίας και φτάνει στον αναγνώστη σαν ένα ιστορικοπολιτικό μυθιστόρημα με πλούσιο περιεχόμενο, χτισμένο με ασυνήθιστη τεχνική, ένα από αυτά που αποκαλούμε σάγκα και τους αξίζει η προσεκτική και εστιασμένη εκείνη ανάγνωση που θα τα ξεδιπλώσει καλά ως την τελευταία τους πτυχή και θα τα δικαιώσει (ή θα τα απορρίψει) ως τέτοια στα μάτια εκείνου που θα αναμετρηθεί συναισθηματικά μαζί τους.
Οι συνεχείς ανατροπές και η καταιγιστική δράση, οι ανεκπλήρωτοι έρωτες, οι σχέσεις άρρωστης ή καθαρής αγάπης και δημιουργικής ή νοσηρής εξάρτησης που αναπτύσσονται ανάμεσα στα μέλη τριών οικογενειών κυρίως μα κι ενός ολόκληρου χωριού και σύσσωμης της ισπανικής κοινωνίας στις πιο κρίσιμες ιστορικές της περιόδους και, τέλος, η προσήλωση των έντιμων ανθρώπων στο δίκαιο και το καλό, δεν λείπουν στιγμή.
Ο Καταλανός συγγραφέας οδηγεί τον αναγνώστη με αναδρομική μη γραμμική πορεία γραφής (αν δεν υπάρχει σαν όρος, ας τον υιοθετήσουμε) μέχρι τα καταλανικά Πυρηναία του βουτηγμένου σε αίμα αθώων και ενόχων ισπανικού φρανκικού χτες και θολού μεταφρανκικού σήμερα που φτάνει ως το 2002, με αρωγό του την βαθιά γνώση της οδυνηρότητας αυτής καθαυτής του θέματος και ασπίδα του (γιατί παίρνει πολιτική θέση, διαλέγει το δημοκρατικό στρατόπεδο χωρίς να τους χαρίζεται σε κριτική και δεν το εικάζω αυτό, το λέω με βεβαιότητα)την ευφυή ειρωνεία εκείνου που ξέρει σε βάθος και από πικρή πείρα το χρονικό μιας ατέρμονης ακόμα και στις μέρες μας σύγκρουσης, κρατώντας έξω από την βαριά ατμόσφαιρα της μυθοπλασίας την επηρμένη σιγουριά του λεπτολόγου ερευνητή που εκ του ασφαλούς και αφού έχουν τελειώσει  τα πιο δύσκολα -έχουν άραγε; Μπορεί κάποιος να το βεβαιώσει;- εκείνος μετατρέπεται σε παντογνώστη αφηγητή.
Ο Καμπρέ δεν είναι με τίποτα ο συνηθισμένος τριτοπρόσωπος ή ο παντογνώστης αφηγητής, έχει αναπτύξει μια διαφορετική αφηγηματική τεχνική που την συναντάμε και στα άλλα έργα του και έχει πολύ ενδιαφέρον: πασάρει κυριολεκτικά τον ρόλο του αφηγητή σε πρόσωπα της ιστορίας βάζοντάς τα να λένε κι εκείνα σε μικρή ή μεγαλύτερη έκταση -μπορεί να είναι μόνο μια φράση η αφηγηματική τους σφήνα- κάποια κομμάτια της και μοιράζει, ποσοτικώς άνισα, το υλικό σε τρεις πλατιές χρονικές περιόδους που όμως τις εμπλουτίζει με εγκιβωτίσεις ισχυρών ιστοριών από τις επίσης κρίσιμες δεκαετίες του ΄60,΄70 και τις αρχές του΄ 80 δημιουργώντας ένα συνεχές πηγαινέλα που ίσως στην αρχή αποθαρρύνει ή μπερδέψει κάπως τον (βιαστικό) αναγνώστη. 
  • 1920 (και΄30, οι κρίσιμες δεκαετίες που  κυοφορούν τις συμφορές που θα έρθουν)
  • 1940 (ισπανικός εμφύλιος και Β΄Παγκόσμιος Πόλεμος)
  • 2002 (η παγκοσμιοποιημένη αφασία και η απώλεια του συλλογικού ιδεώδους)
Ο αναγνώστης από την στιγμή που θα κατανοήσει, σε επίπεδο τεχνικής, τον μηχανισμό της αφήγησης του στυλίστα Καμπρέ, εξοικειώνεται, συμπάσχει, ταυτίζεται, νοιώθει. Παρακολουθεί με δέος, συμπόνια, θυμό, αγάπη, συγκίνηση και σκεπτικισμό πρωταγωνιστές και δευτερεύοντες χαρακτήρες (πάνω από 30 στον αριθμό) να γίνονται έρμαια της ατομικής και συλλογικής μοίρας, να παραδίνονται στον χρόνο, κι ό,τι φέρνει αυτός, ανήμπορα ανθρώπινα σαρκία φλεγόμενα από έρωτα, αγάπη, πόθο, μίσος και ένα σωρό άλλα ή να του αντιστέκονται όπως μπορούν,να ζυμώνονται με την Ιστορία που δεν τους ρωτά, τους αιφνιδιάζει και με τα πάντα μπερδεμένα εντός τους, ζώντας μονάχα ένα επισφαλές παρόν· να εγκλωβίζονται παθητικά ή συμμέτοχα σε μια διαδοχή άσχημων καταστάσεων ενώ ο εμφύλιός τους μαίνεται και η έκβασή του κρέμεται συνεχώς από μια κλωστή, που γι αυτούς δεν είναι κλωστή, είναι το τραχύ σκοινί του δήμιου. Για όλους ανεξαιρέτως.
Αυτοί οι αμέτρητοι θλιμμένοι άνθρωποι, φασίστες και δημοκρατικοί, κινούνται στην πυκνή -και σε αρκετά σημεία φορτωμένη και στα όρια της φλυαρίας όμως πάντα όμορφη- αφήγηση του Καμπρέ, ως νικητές και ηττημένοι, θύτες και θύματα, καμιά φορά ταυτόχρονα, του φοβερού εμφυλίου(ας μου βρει κάποιος έναν πόλεμο και ειδικά εμφύλιο που δεν είναι φριχτός), να διασχίζουν την ενδοχώρα της Καταλανίας κάτω από συνθήκες τρόμου και ανεξέλεγκτης βίας και να σκορπίζονται από εκεί στην Βαρκελώνη και την Μαδρίτη, μα και την Πορτογαλία, τη Γαλλία, την Ιταλία και τη Σκανδιναβία κουβαλώντας στο πέρασμα των χρόνων τις δραματικές προσωπικές τους μικρές ή μεγάλες ως προς την κειμενική τους έκταση ιστορίες, που όλες όμως συνδέονται μεταξύ τους με επτασφράγιστα μυστικά που αν αποκαλυφθούν οδηγούν κατευθείαν στον θάνατο και γίνονται μια πολυπρόσωπη, τεράστια σάγκα από τις πολλές που στην Καταλονία και σ΄όλη την Ισπανία μα κι έξω από τα σύνορά της ύφανε και στην ωμή πραγματικότητα και στις μυθοπλασίες ο παγκόσμιου ενδιαφέροντος αυτός εμφύλιος, ανακατεύοντας Ισπανούς και μη, γυναίκες και άντρες, συζύγους και τα γεννημένα κι αγέννητα παιδιά τους, πλούσιους και φτωχούς, αστούς και χωριάτες, νέους και γέρους, ρομαντικούς και κυνικούς, δειλούς και γενναίους, προδότες και ήρωες.
Ισπανικός Εμφύλιος.Το καλοκαίρι του 1936, η νεαρή, πλούσια και πανέμορφη Καταλανή κληρονόμος Ελιζέντα Βιλαμπρού βλέπει αναρχικούς να σκοτώνουν τον φασίστα πατέρα και τον άβουλο αδερφό της. Η αφορμή για την αρχή του προσωπικού της μίσους έχει δοθεί με μια φριχτή πράξη και τίποτα δεν θα σταματήσει την σκληρόκαρδη αστή να κάνει αδιακρίτως σημεία και τέρατα για να πλουτίζει και να μηχανορραφεί.Η Βιλαμπρού θα εξελιχθεί σε ηγετική φυσιογνωμία, υποστηρίκτρια και πιστή του Φράνκο και του ανόσιου καθεστώτος του και αν και επιλέγει να μένει τον περισσότερο καιρό στο χωριό γνωρίζει τα κατάλληλα υψηλά κυβερνητικά πρόσωπα για κάθε περίσταση και προσωπικά τον δικτάτορα και κινεί μέσω αυτών τα νήματα ύφανσης της δικής της εξουσίας με σκοπό τον πλουτισμό και την εκδίκηση όλων για όλα, μετερχόμενη κυνικά και ψυχρά κάθε μέσο και την ίδια την ομορφιά της.
Το '44,ενώ κορυφώνεται ο αγώνας κατά του ναζισμού σ΄ολόκληρη την Ευρώπη και κυλάει ποτάμι το αίμα των αθώων σε πολλές χώρες, τα στρατεύματα του Φράνκο καταλαμβάνουν μαχόμενα υπέρ του ετοιμοθάνατου χιτλερικού άξονα, όχι αναίμακτα,την περιοχή της Τουρένας στην Βόρεια Καταλονία και μετά από πολλά και ποικίλα που έχουν στο μεταξύ συμβεί, δολοφονείται στην εκκλησία του χωριού ο δάσκαλος Ουριόλ Φουντέλιας ο μοναδικός άντρας που έχει αγαπήσει αληθινά αυτή η μέγαιρα.Νέο μίσος και μια νέα εμμονή:να βάλει λυτούς και δεμένους,να λαδώσει όλες τις μαριονέτες της καθολικής εκκλησιαστικής ιεραρχίας μέχρι το Βατικανό ώστε να αγιοποιηθεί ο Ουριόλ. Αυτή είναι η επίσημη πτυχή της ιστορίας που θέλει να εξασφαλίσει η Βιλαμπρού, έτσι την ξέρουν και ανάλογα μ΄αυτήν μισούν οι μεν τους δε, όσοι την έζησαν ή πέρασε σ΄αυτούς από τις οικογένειές τους που ήταν με την μια ή την άλλη πλευρά στον εμφύλιο, με τους επαναστάτες ή τους φρανκικούς δηλαδή.
Εξήντα χρόνια αργότερα η Τίνα Μπρος, μια χαμηλών τόνων δημοκρατική δασκάλα, που έχει σωρό τα οικογενειακά ζητήματα κι έναν καρκίνο να την τριγυρίζει ,όταν πια έχει αποδημήσει ο δικτάτορας κι έχει (επαν)έλθει ένας...μονάρχης, αναλαμβάνει για κάποιες εκδηλώσεις και επετειακές παράτες σχολικού τύπου να συγκεντρώσει υλικό που να αφορά σε δασκάλους και την δράση τους από εκείνα τα χρόνια σ΄αυτήν την περιοχή. Η Τίνα βρίσκει πίσω από τον πίνακα μιας τάξης στο παλιό σχολείο της Τουρένα, ένα κουτί με γράμματα του Ουριόλ γραμμένα σε μαθητικά τετράδια.
Σ΄αυτά ο φοβιτσιάρης και μαζεμένος Ουριόλ Φουντέλιας που λόγω προβλημάτων υγείας δεν έχει υπηρετήσει στον στρατό ποτέ και κανενός και το μόνο που θα ήθελε πραγματικά να κάνει είναι να ήταν ζωγράφος και να τον άφηναν ήσυχο,γράφει ένα μακροσκελές γράμμα/ημερολόγιο απευθυνόμενος στην κόρη του, που δεν έχει ποτέ γνωρίσει -η Ρόζα, η έγκυος γυναίκα του μην αντέχοντας την συμπόρευσή του με τους φαλαγγίτες του Φράνκο και υποφέροντας από τον έρωτα που περισσότερο διαισθάνεται παρά βλέπει να γεννιέται ανάμεσα στην Βιλαμπρού και τον δειλό, ευγενικό δασκαλάκο, σηκώνεται και φεύγει χωρίς να αφήσει πίσω της καμία πόρτα επικοινωνίας -για να της πει την αλήθεια:δεν ήταν ποτέ φασίστας, αντίθετα όταν ήρθαν έτσι τα πράγματα τάχθηκε με τους δημοκρατικούς και επί έναν χρόνο έπαιζε το κεφάλι του κορώνα γράμματα συγχρωτιζόμενος δημόσια με τον διορισμένο δήμαρχο Βαλεντί Τάργα, ένα θλιβερό υποκείμενο,για να μαθαίνει και μετά να δίνει πληροφορίες στρατηγικής σημασίας,να κρύβει Εβραίους από την Βόρεια Ευρώπη και να φιλοξενεί αντάρτες,να τους περνάει από τα ασφαλή περάσματα στα Πυρηναία προς τις κοιλάδες και τα σημεία των μαχών.
Η ανακάλυψη των τετραδίων γίνεται για την Τίνα χρέος τιμής να αποκαλύψει την αλήθεια ό,τι κι αν της κοστίσει και να αποκαταστήσει την υπόληψη του Ουριόλ Φουντέλιας. Μπροστά της αρχίζει να ξεδιπλώνεται το αιματοβαμμένο αν και ξεχασμένο από τους περισσότερους, όχι την Βιλαμπρού πάντως που στα ενενήντα της τυφλή και ματαιωμένη από τον γιο της παραμένει μια σκατόψυχη μα ούτε και τις οικογένειες που θρηνούν αδικαίωτους νεκρούς, το τεράστιο κουβάρι της φοβερής ιστορίας του Ουριόλ που μια από τις άκρες της βρίσκεται καλά κρυμμένη εκεί στην ορεινή Καταλονία του ισπανικού εμφύλιου. Ποιος και το γιατί είναι πίσω από την συγκάλυψη και την παραχάραξη της ιστορίας-γιατί όπως σύντομα ανακαλύπτει η Τίνα κάποιοι γνώριζαν την αλήθεια και δεν μίλησαν -γίνεται το μέγιστο μέλημά της όσο κι αν δεν είναι καθόλου σίγουρη ότι θα δώσει καρπούς στο τέλος η αφοσίωσή της, αυτής μιας ξένης γυναίκας,που έρχεται από μιαν άλλη αφετηρία, και γίνεται ένα θραύσμα, ένα καθαρό κομματάκι στο μεγάλο παζλ  της ιστορίας και της Ιστορίας.



Ο γεννημένος στη Βαρκελώνη Ζάουμε Καμπρέ γράφει στα καταλανικά, μια από τις τρεις (!) επίσημες γλώσσες της σημερινής Καταλονίας (επί Φράνκο τα καταλανικά κυνηγήθηκαν) για την οποία όμως πολλοί Καταλανοί διατείνονται ότι και τώρα, για ευνόητους λόγους ηγεμόνευσής της η μνημονιακή Ισπανία του κυρίου Ραχόι δεν τα αφήνει σε χλωρό κλαρί. Η πληροφορία αυτή μόνον άσχετη δεν είναι με το βιβλίο, το αντίθετο· σχετίζεται με την παλιά και σφοδρή σύγκρουση Ισπανών και Καταλανών για την απόσπαση ή όχι της Καταλονίας. Η διατήρηση της καταλανικής γλώσσας σε μεγάλα ποσοστά και η μη αφομοίωση της εθνικής τους κουλτούρας από την καστιλιάνικη *είναι μείζον ζήτημα για την Κατολονία που δεν έρχεται πάντα με ειρηνικούς τρόπους στην επικαιρότητα.
Μια τέτοια πληροφορία είναι διπλά χρήσιμη (για την κατανόηση της Ιστορίας και την κατάκτηση της αισθητικής απόλαυσης της ιστορίας του Καμπρέ) στους αναγνώστες που αναζητούν τις βαθύτερες αιτίες που γεννούν τα τολμηρά και καινοτόμα ιστορικοπολιτικά μυθιστορήματα, όπως αυτό εδώ που καταφέρνει να ξεπεράσει τα όποια δομικά προβλήματα έχει και κρατά το ενδιαφέρον και του εκτός Ισπανίας αναγνώστη(που προφανώς έχει τα δικά του να τον απασχολούν) αμείωτο.

Πρώτο μέρος
Η πτήση του φλώρου
Δεύτερο μέρος 
Ονόματα στο χώμα
Τρίτο μέρος 
 Αστέρια σε ακκίδες
Τέταρτο μέρος 
Μοιρολόι για τον δήμιο
Πέμπτο μέρος 
Kindertotenlieder
Έκτο μέρος 
Η μνήμη της πέτρας
Έβδομο μέρος 
Το τραγούδι του μνήματος

Τα γιατί και πώς εδώ έχουν ιδιαίτερη σημασία.Το τραγικό ιστορικό παρασκήνιο της κεντρικής ιδέας, η έρευνα και η πολιτική της σκοπιμότητα, το πόσο επιστημονικά ή συναισθηματικά γίνεται και πώς χρησιμεύει σαν κύριο υλικό αντλημένο από το παρελθόν σε έναν καθ΄όλα σύγχρονο συγγραφέα, οι προθέσεις του συγγραφέα όταν θα αφηγηθεί με τον τρόπο αυτόν κι όχι εκείνον - έναν πιο ήπιο για παράδειγμα και απλό ή έναν έντονο και σύνθετο, πληθωρικό και ασυγκράτητο όπως είναι ο τρόπος του Καμπρέ-, η σύνδεση επτά μεγάλων κεφαλαίων (με εύγλωττους, ειρήσθω εν παρόδω τίτλους) δίχως να αφήνονται κενά ανάσας του κειμένου και του αναγνώστη ή να γίνεται διαίρεση/εξομάλυνση με ενότητες, η αντοχή των δομικών στοιχείων της τεχνικής αυτής, το μάλλον μακροπερίοδο του λόγου κτλ έχουν ειδική βαρύτητα λόγω της ιστορικότητας του θέματος και αξίζει ο αναγνώστης να ψάξει πέρα από την μυθοπλασία. 
Αρκεί να σκεφτεί ότι η αυτοδιοικούμενη Καταλονία, με πρωτεύουσα την πολύφερνη Βαρκελώνη του Γκαουντί, του Μιρό, της Καμπαγιέ και πατρίδα του Νταλί (από το Φιγέρες αυτός) και άλλων πολλών, αμφιλεγόμενων ή όχι -είναι μια από τις περιοχές αγκάθια της μεταφρανκικής Ισπανίας -πάντα ήταν- γιατί ζητά κάθε τρεις και λίγο την πλήρη αυτονόμησή της, κάνοντάς το με τρόπο διαφορετικό μεν απ΄ αυτόν των Βάσκων μα πάντως σταθερά κι επίμονα. Ε, λοιπόν ο Ζάουμε Καμπρέ είναι Καταλανός ως το μεδούλι, το δικό του και των βιβλίων του.

Πρόσωπα του μυθιστορήματος(μερικά τουλάχιστον) κι ένας... γάτος

η Τίνα Μπρος(δασκάλα, 2002)
ο Ουριόλ Φουντέλιας(δάσκαλος,1944)
η Ελιζέντα Βιλαμπρού 

ο Βαλεντί Τάργα (φαλαγγίτης, δήμαρχος της Τουρένα και πολλά άλλα)
ο Ζουάν Βεντούρα/υπολοχαγός Μαρκό
ο Έλιοτ ή οι Έλιοτ 

οι Σεραλιάκ(Πέρε, ο πατέρας και Ζάουμε, ο γιος, λιθοξόοι ή μάλλον επιτυμβιογράφοι**)

η Ρόζα (δασκάλα, γυναίκα του Ουριόλ)
ο Ζόρντι Μπουφίλ(δάσκαλος, σύζυγος της Τίνας Μπρος)
ο Αρνάου(φοιτητής, γιος της Τίνας και του Ζόρντι)

ο Μαρσέλ Βιλαμπρού (επιχειρηματίας, γιος της Ελιζέντα)

ο Ανσέλμ Βιλαμπρού (πατέρας της)
ο Ζουέπ Βιλαμπρού (αδελφός της)

 ο Αουγκούστ Βιλαμπρού(επιφανής ιερωμένος, θείος της)
ο Σαντιάγο Βιλαμπρού(γαιοκτήμονας, σύζυγος της Ελιζέντα)
ο Γκαζούλ(δικηγόρος της )
η Μπιμπιάνα(πιστή υπηρέτριά της)
ο Χαθίντο Μας(οδηγός της )
ο Κίκε Εστέβα(εραστής της)
η Μέρτσε(σύζυγος του Μαρσέλ)

οι γυναίκες Βεντούρα(οι αδελφές του δολοφονημένου 14χρονου αγοριού, η μητέρα του )
ο Φελίου Μπρονγκέ(ο μεταφρανκικός δήμαρχος)
η Μπάσκονες (η φαλαγγίτισσα που έχει το περίπτερο)
ο Γιούρι(ο γάτος των Μπουφίλ-Μπρος, που δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων) 

Ιερείς
Στρατιωτικοί
Υπηρέτες
Οικογένειες του χωριού
Ερωμένες του Μαρσέλ
και πάμπολλα ακόμα πρόσωπα


Ο Καμπρέ κατά την ταπεινή μου ελληνική γνώμη, (μα τι άλλο θα΄ταν εκτός από ελληνική, αφού στα ελληνικά -και τι υπέροχη γλώσσα που είναι η ελληνική -διαβάζω και γράφω κι ελληνικά σκέφτομαι όσο δυτικοποιημένη και μαζί ουδόλως ενοχική γι αυτό αλλά και για την ανατολική πινελιά της ζωής κι αν είμαι, βρείτε μου δηλαδή έναν που να μην συνδυάζει ούτε στο ελάχιστο τα δύο αυτά, ενώ έχει την τύχη να μένει σε τούτο το σταυροδρόμι κι εγώ τότε θα σας δείξω αμέσως έναν ανόητο ψεύτη), καταφέρνει να βάλει και τον μη μυημένο στα της Ιβηρικής βιβλιόφιλο στην καρδιά του πονήματός του κι αυτός, ο αναγνώστης, θα του συγχωρήσει στο τέλος -ένα ουμανιστικό και μελαγχολικό τέλος- το ότι ώσπου να γίνει αυτό, του έβγαλε την ψυχή στις πρώτες 150 και λίγες λέω σελίδες, στις οποίες έχει κάνει μαρμίτα το βιβλίο και ρίχνει εντός του, και τι δεν ρίχνει, δεκάδες ονόματα προσώπων και τόπων, επινοημένα και μη ιστορικά γεγονότα, σκέψεις, μπλεξίματα οδυνηρά αδιέξοδων καταστάσεων που διπλοκλειδώνονται με μυστικά, διαλόγους που δεν έχουν κλασική μορφή, όπως είπα και πιο πάνω, μα χώνονται σαν φράσεις στο σώμα του κειμένου σε μια εντελώς ξαφνική αλλαγή προσώπου αφήγησης· εκεί που διαβάζεις μια στρωμένη -επιτέλους- αφήγηση σε γ΄πρόσωπο, ο σημαντικός ή ασήμαντος ήρωας εκεί, στο πιο απρόβλεπτο σημείο, ενώ περιγράφεται παρατηρητικά/εξωδιηγητικά από τον Καμπρέ η όποια κίνησή του, αυτός τού παίρνει την πένα κι ορμά ακράτητος στο προσκήνιο του κειμένου, ουρλιάζοντας, κλαίγοντας, εκστομίζοντας βρισιές και κατάρες σε α΄πρόσωπο, δίχως τυπική διάταξη, χωρίς συστηματική στίξη -άντε κάνα κόμμα κι αυτό με το ζόρι, ούτε λόγος για άνω τελείες και τέτοιες πολυτέλειες· λίγο δηλαδή να αφαιρεθείς την έχασες την ιστορία κι άντε πάλι πίσω διότι, αν κάνεις τον έξυπνο και την αφήσεις, σ΄αφήνει κι αυτή και δεν θα καταλαβαίνεις πιο κάτω τι και γιατί· μόνο τα ονοματεπώνυμα των ηρώων, αποτελούμενα από τρία τέσσερα από την μεριά των μανάδων και την πατρική γραμμή -τα ξέρετε δα πώς είναι αυτά τα ισπανικά ονόματα, Χοσέ Ουριόλ Φουντέλιας Γκράου λέγεται π.χ. ο δάσκαλος και Ζουανέτ Εσπλαντίου Καρμανίου Βεντούρα το αγόρι που δολοφονεί εν ψυχρώ ο Βαλεντί- πετάνε στα σκοινιά του ρινγκ με απανωτά χτυπήματα και τον πιο υπομονετικό και καλά ασκημένο, σε στριφνά από άποψη τεχνικής κείμενα, αναγνώστη. 
Θα έπρεπε να παραθέσω σχετικά παραδείγματα, μα είναι ή ολόκληρες σελίδες -η 62η και η μισή 63η π.χ. που είναι προβληματικές-, ή δυσνόητες συνδέσεις κομματιών της ιστορίας από διαφορετικές χρονικές περιόδους που όμως εντοπίζονται σχεδόν στη μισή αφήγηση κι όχι μόνο στην 69η ή την 71η σελίδα ή κλισέ φράσεις σαν την κρυάδα στην 93η *** κι άλλα διάφορα όχι αμελητέα και κυρίως όχι λίγα και να σχολιάσω πάνω σ΄αυτά, μα δεν θα το κάνω γιατί αφενός εμείς δεν είμαστε σχολικοί μαθητές -να βάλουμε κάτω το  λογοτεχνικό κείμενο (που το θέμα του είναι εκείνο που του προσδίδει αξεπέραστη αίγλη και αξία) και να το τεμαχίσουμε προκειμένου να μας βάλει κάναν καλό βαθμό η φιλόλογός μας, όμως εμείς να το χάσουμε εντελώς, σαν να μην το διαβάσαμε ποτέ-, αφετέρου έχει μιαν αφοπλιστική συνολική ομορφιά το φιλόδοξο μυθιστόρημα του Καμπρέ και ένα έξοχο ιδεολογικό μεγαλείο που στέκεται πάνω από πολιτικές σκοπιμότητες.Το δια ταύτα του (ποιος είναι τελικά αυτός που γράφει την Ιστορία) σε συνεπαίρνει, σε ιντριγκάρει κι όταν το τελειώσεις έχεις τόσα σημαντικά και πλατύτερα να σε απασχολούν για την απανθρωπιά των ανθρώπων, που δεν σε ενδιαφέρουν καθόλου τα μικρά έτσι κι αλλιώς τεχνικά του κουσούρια.

Εδώ αξίζει να επισημάνουμε ότι την μετάφραση, για τις εκδόσεις Πάπυρος που το κυκλοφόρησαν το 2008, την έκανε από τα καταλανικά ο Ευρυβιάδης Σοφός και την θεώρησή της η Κατερίνα Σπαθή. Άθλος.Τους αξίζουν πολλά μπράβο.

ΥΓ.Πώς μου ήρθε να διαβάσω Ζάουμε Καμπρέ;Να σας πω ευχαρίστως.Ο Δημήτρης Τερζής ετοιμάζει αφιέρωμα στην εφημερίδα του, την Εφ.Συν.για τον Εμφύλιο στην Ισπανική Λογοτεχνία που καλώς εχόντων των πραγμάτων θα είναι έτοιμο στα μέσα Ιουλίου.Έχει αρχίσει λοιπόν την έρευνά του και διαβάζει πυρετωδώς. Και αναρτά στο μπλογκ του. Και βάζει τον κόσμο σε πειρασμούς. Δείτε εδώεδώ κι εδώ.
Τι πιο συνετό πριν το "Confiteor" που είναι το καινούργιο μυθιστόρημα του Καμπρέ που βγήκε από τις εκδόσεις Πόλις και ήδη συζητιέται πολύ και παντού, να διαβαστούν οι "Φωνές του Ποταμού Παμάνο", διότι είναι πιο σωστό να μην αρκείσαι σε ένα βιβλίο για να γνωρίσεις τον συγγραφέα που την δεδομένη στιγμή σε ενδιαφέρει; 
Τα υπόλοιπα τα μαντεύει κανείς, δεν ξέρω πότε θα διαβάσω και το "Confiteor" αλλά του χρωστάω του Τερζή για τον Καμπρέ, άξιζε και με το παραπάνω η ανάγνωση.

*Η καταλανική Βαρκελώνη είναι η πιο τουριστική πόλη της Ισπανίας. Ο νοών νοείτω.

** Δεν βρήκα λέξη που να περιγράφει αποκλειστικά τον τεχνίτη που σκαλίζει ταφικές επιγραφές(οι Σεραλιάκ αυτό έκαναν με κύριο υλικό τους την άφθονη καταλανική πέτρα), μα ο ίδιος δεν είναι ούτε μαρμαράς τάφων -έτσι δεν τους λένε τώρα;-ούτε (μαρμαρο)γλύπτης κι έτσι έφτιαξα μια (λέξη).

*** Ούτε αστυνομικό να΄ταν, που στο κάτω κάτω αυτό σαν είδος έχει άλλες αντοχές σε κλισέ τύπου : ο Χαθίντο πέρναγε την ώρα του μελετώντας ένα δανέζικο ή σουηδικό περιοδικό με γυναίκες στα πρόθυρα κρυολογήματος.


*Η Βιβή Γεωργαντοπούλου γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα.Σπούδασε στη Νομική, όμως επαγγελματικά ασχολήθηκε με την αργυροχρυσοχοΐα (ως το 2004) και το εικαστικό βιβλιοπωλείο «Degas» (ως το 2012). Διατηρεί το μπλογκ lesxianagnosisbiblioudegas.blogspot.gr και την ομώνυμη λέσχη Ανάγνωσης από το 2009 μέχρι τώρα.