Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2016

Η ηθική της ποίησης

γράφει η Διώνη Δημητριάδου*


Διαβάζοντας το ανθολόγιο ποιημάτων του James Arlington Wright
«Ηλιοθεραπεία στο σούρουπο»
σε μετάφραση και εισαγωγή της Μαρίας Κατσοπούλου
από τις εκδόσεις Vakxikon

Είναι η πρώτη φορά που το ελληνικό κοινό μπορεί να έχει μια εποπτεία του έργου του σπουδαίου Αμερικανού ποιητή James Arlington Wright, μέσα από την προσεγμένη αυτή έκδοση. Σποραδικά έχουμε συναντήσει ποιήματά του, όμως εδώ πρόκειται για μια αυτοτελή δημοσίευση ποιημάτων του, ανθολογημένων από όλες τις συλλογές του. Οδηγό αποτέλεσε η βραβευμένη με το βραβείο Pulitzer (1972) συλλογή του Collected poems.
Μέσα από τις συλλογές του Το Πράσινο Τείχος (The green Wall), Άγιος Ιούδας (Saint Judas), Το Κλαδί Δεν Θα Σπάσει (The Branch Will Not Break), Ας Μαζευτούμε Στο Ποτάμι (Shall We Gather At The River) αλλά και σε κάποια από τα Νέα Ποιήματα (από τα τελευταία που έγραψε) παρακολουθούμε την πορεία του ποιητή από τις πιο παραδοσιακές φόρμες στην πιο ελεύθερη έκφραση, και από μια υποδηλωτική χρήση γλώσσας στη συνυποδηλωτική, μεταφορική με στοιχεία σουρεαλισμού. Από τον πιο σύνθετο λόγο στον πιο λιτό και απλό. Στα τελευταία μάλιστα ποιήματα ένας αναπόφευκτος ρεαλισμός διακρίνει τον στίχο του.

Με τη γνώση ότι στη μετάφραση της ποίησης είναι δύσκολο να γίνει απολύτως αισθητή η διαφοροποίηση της μορφής από τη μια συλλογή στην άλλη, παραθέτω δείγματα ποιημάτων, που βοηθούν να φανεί η αλλαγή στο ύφος και στο περιεχόμενο.

[…]
Εκτός από το ότι κατέφθανε η άνοιξη
Ή πιθανόν να είχε ήδη φθάσει, ενώ
Ξαπλώναμε πλάι σε ένα μαλακό, φλεβώδες πέτρωμα·
Εκτός από μια κουκουβάγια που λαλούσε για μισό μίλι
Μακριά· εκτός από ένα φτερό στούρνου
Που άγγιζε απαλά το πρόσωπό μου, πλάι σε μια ρίζα:
Μα πώς να θυμηθώ εάν
Ήταν εκείνη που μίλησε, ή όχι;

(Οι μάγισσες ξυπνούν τη φύση την άνοιξη, από Το Πράσινο Τείχος)

[…]
Και όταν σε βρήκε να γελάς κάτω από τα δέντρα,
Το ορτύκι άρχισε να λαλεί και ξεμακρύνοντας να κελαηδάει,
Τόσο μακριά, όσο τα χέρια απλώνονται να φτάσουν άλλα χέρια·
Μα, όταν κελάηδησε, με φίλησες αθόρυβα.

(Το ορτύκι, από Το Πράσινο Τείχος)


Περπάτησα, όταν η αγάπη έφυγε,
Έξω από την πόλη των ανθρώπων,
Για μια ανάλαφρη πνοή ανέμου.
Πέρα από τα ραγισμένα δέντρα,
Πέρα από τις ηττημένες ζωές
Ηλικιωμένων ανδρών, πέρα από τα κορίτσια:
Τα αστέρια ψηλά κρατούσαν τη γαλήνη τους.
Ψάχνοντας μάταια για ψέματα
Γύρισα, σαν τη γη, να φύγω.
Το πέταγμα μιας κουκουβάγιας περιπλανήθηκε στον αέρα, γυμνό
Στους χιονισμένους σεληνιακούς λόφους.
Και τα πράγματα ήταν όπως ήταν.

(Πνοή ανέμου, από το Άγιος Ιούδας)

Οι μεγάλες πέτρες της στάμνας πίσω από τον αχυρώνα
Είναι μουλιασμένες από ασβεστόνερο.
Το πρόσωπο της γιαγιάς μου είναι ένα μικρό φύλλο από σφένδαμο
Αποξηραμένο μέσα σε ένα μυστικό κουτί.
Ακρίδες κατεβαίνουν στις σκούρες πράσινες χαραμάδες
Της παιδικής μου ηλικίας. Μανταλάκια κρέμονται απαλά από τα δέντρα.
Τα μαλλιά σου είναι γκρίζα.
Τα κλήματα των πόλεων είναι μαραμένα.
Πέρα έξω, τα εμπορικά κέντρα αδειάζουν και σκοτεινιάζουν.
Μια άλικη σκιά χαλυβουργείων.

(Λυκόφωτα, από Το Κλαδί Δεν Θα Σπάσει)

Απόψε παρακολουθώ τα μαλλιά του πατέρα μου,
Καθώς εκείνος κάθεται και ονειρεύεται κοντά στη σόμπα του.
Γνωρίζοντας το φτερό της απελπισίας μου,
Μου έστειλε το λοφίο μιας κουκουβάγιας για την αγάπη,
Μήπως δεν ξέρω, κι έτσι επέστρεψα στο σπίτι.
[…]
Είναι περήφανος για μένα, πιστεύοντας πως
Έχω κάνει σημαντικά πράγματα ανάμεσα στους ανθρώπους
Και έχω γίνει ένας καταξιωμένος άνδρας
Ανάμεσα στους καταξιωμένους άνδρες στις μεγάλες πόλεις.
Δεν θα τον ξυπνήσω.

(Δυο πόζες δίπλα σε μια φωτιά, από το Ας Μαζευτούμε Στο Ποτάμι)

Είμαι ολομόναχος
Κάτω στον μαύρο βράχο.
Τώρα γι’ άλλη μια φορά, τραβάω
Τον δρόμο μου, τον δικό μου δρόμο.
Μόνος, μέχρις ότου ο μαύρος
Βράχος να σπάσει στα δύο στο έδαφος
Και να κλείσει και να πεθάνω.
[…]

(Η ιδέα του καλού, από τα Νέα Ποιήματα).


Έτσι όπως ανθολογούνται τα ποιήματα του James Arlington Wright δίνεται η δυνατότητα -παρατηρώντας τις αλλαγές στην ποίησή του- να κάνουμε κάποιο σχόλιο ευρύτερου χαρακτήρα.  
Ξεκινάει ένας ποιητής (από τους πολλούς που συναντούμε) τις πρώτες του απόπειρες στον λόγο με μια διάθεση ίσως να τα πει όλα, δημιουργώντας έτσι μια ποίηση που διακρίνεται από ένα φλύαρο βερμπαλισμό, ακόμα και με μια απατηλή εικόνα ωρίμασης. Θέλει χρόνο η σκέψη του, θέλει χρόνο και η πείρα ζωής που αποκομίζει για να αντιληφθεί ότι ο λιτός στίχος επικοινωνεί καλύτερα με τον αναγνώστη του, αλλά παράλληλα εκφράζει με τον πιο περιεκτικό τρόπο τα αποθησαυρισμένα νοήματα. Σκέφτομαι διαβάζοντας τον συγκεκριμένο εδώ ποιητή πως από νωρίς είχε κατανοήσει αυτή τη λεπτή διαφορά που διακρίνει τον ασχολούμενο με την ποίηση από τον αληθινό Ποιητή. Γιατί μπορεί στα πιο ώριμα έργα του να φαίνεται η ουσιαστική απλούστευση που περικλείει μια υπέροχη ποιητική κατάθεση, όμως από τα πρώτα του ποιήματα φαίνεται ότι αυτός ο δημιουργός ήξερε την έννοια του μέτρου, ακριβολογούσε με τα κατάλληλα λόγια.
 Το ορτύκι άρχισε να λαλεί και ξεμακρύνοντας να κελαηδάει,
Τόσο μακριά, όσο τα χέρια απλώνονται να φτάσουν άλλα χέρια·

Στη θεματολογία του φαίνεται καλύτερα ο σκοπός της ποίησής του. Στο κέντρο ο άνθρωπος. Ο ρόλος του ποιητή να τον βοηθήσει, όσο μπορεί και του αναλογεί. Μακριά από άηχες και άστοχες λέξεις.
[…]
Οι ανθρώπινες εικόνες σας ήρθαν να προσευχηθούν για χέρια
Που ξεκαθαρίζουν τα οράματά τους, η ανθρώπινη φωνή σας
Ξάφνου μετέτρεψε το ποίημα σε ήχο.
[...]
Μια ανθρώπινη λέξη για την αγάπη του αέρα
Συνθέτει τις μπερδεμένες ασυμφωνίες σε τραγούδι.
Επικαλεστείτε τη σπάνια λέξη για τη σπάνια επιθυμία.
Ευδοκιμεί στην πείνα, και ισχυροποιείται
Ώστε να ζήσει πάνω από την τύφλωση και το θόρυβο
[…]
Πριν αφήσετε μία μόνο λέξη να διαφύγει,
αφήστε την να λιμοκτονήσει στο σκοτάδι· αμολήστε την με τη μορφή
τεντωμένου φτερού, να ξαφριστεί στη θάλασσα μόνη…
(Η ηθική της ποίησης, από τον Άγιο Ιούδα)

Ίσως να πρέπει να περάσει κανείς από πολλά προσωπικά κύματα, να αντιμετωπίσει τις δικές του απώλειες προκειμένου να κατανοήσει ότι έχει στα χέρια του ένα όχημα και με αυτό μπορεί να αγγίξει τον ξένο πόνο και να μιλήσει γι’ αυτόν. Αντιλαμβάνεται τότε ότι οι λέξεις δεν πρέπει να διαφεύγουν χωρίς πρώτα να έχουν δοκιμαστεί στη ζωή μέσα. Είναι μια  προσωπική κατάθεση αυτό που αποπειράται ο ποιητής και, σαν τέτοια, έχει το βάρος της όταν προσεγγίζει τον άλλο άνθρωπο. Με αυτό δεν θέλω να πω ότι η ποίηση δουλεύει σ’ ένα σκοπό ταγμένη. Πολύ μακριά από μένα μια τέτοια θέση. Θέλω όμως να πω ότι η ποίηση είναι μια σοβαρή υπόθεση, εμπεριέχει ήθος και με αυτό συστήνεται. Ο James Arlington Wright μοιάζει να νιώθει βαθιά αυτό το ιδιότυπο χρέος και αυτό υπηρετεί. Όχι μόνο για την προσωπική του κάθαρση αλλά για να νιώσει την αύρα του στίχου του και ο άγνωστος αναγνώστης του. Ακόμα και όταν νιώθει μόνος ολότελα, αυτή τη μοναξιά τη μοιράζεται, και είναι σαν να μιλά ξαφνικά για σένα που διαβάζεις και σαν να λιγοστεύει κάπως η μοναχική δική σου παρουσία.
[…]
Κανένας άλλος δεν θα ακολουθήσει
Αυτό το ποίημα, εκτός από εσένα,
Μα δε με νοιάζει.
Πολύτιμο μυστικό μου, πώς θα μπορούσαν να ξέρουν
Εσένα ή εμένα;
Υπομονή.
(Η ιδέα του καλού, από τα Νέα ποιήματα)

Η ποίηση του James Arlington Wright είναι γεμάτη από εικόνες. Άλλες πιο ρεαλιστικές, οι περισσότερες με ψήγματα μεταφορικότητας στο πλάσιμό τους. Όλες, μα όλες όμως με γνήσια ποιητική διάθεση να αποδοθεί ο εξωτερικός αλλά και ο εσωτερικός κόσμος μέσα από την αυθεντική ποιητική ματιά, απότοκο της παρατήρησης. Αυτή η λεπτομερής  παρατήρηση του έξω κόσμου και συνακόλουθα η προσεκτική ανατομία του μέσα κόσμου δημιουργούν το έργο του ποιητή. Και το διαμορφώνουν με τέτοιο τρόπο, ώστε να μιλάει κατευθείαν στον κόσμο των ανθρώπων. Γιατί γι’ αυτούς προορίζεται και όχι μόνον για την προσωπική -του ποιητή- απόλαυση ή ακόμα και αλαζονεία.
Είναι ευχής έργο που με την πρωτοβουλία των εκδόσεων Vakxikon έχουμε στα χέρια μας αυτή την ανθολογία. Ας διαβαστεί ο ξεχωριστός αυτός ποιητής και ας αποτελέσει αυτή η έκδοση (στην αξιοπρόσεκτη  μετάφραση και την κατατοπιστική εισαγωγή της Μαρίας Κατσοπούλου) το έναυσμα για μια περαιτέρω ενασχόληση με τον λόγο του.

Διώνη Δημητριάδου


Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά κατοικεί στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία και δίδαξε σε δημόσια λύκεια. Ασχολείται με τη συγγραφή και με την κριτική λογοτεχνίας. Βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Νοών». Συμμετείχε σε συλλογικές εκδόσεις (εκδόσεις Σιδέρης, Μικρές εκδόσεις, Διάνυσμα). Έχει στο διαδίκτυο το προσωπικό ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

ΛΟΓΓΙΝΟΣ «ΠΕΡΙ ΥΨΟΥΣ»

Αναδημοσίευση από: http://www.dailytvradio.gr/λογγινοσ-περι-υψουσ/

γράφει η Νότα Χρυσίνα*


Ο  Συγγραφέας του «Περί ύψους» μάς είναι ακόμα άγνωστος (!) ωστόσο υπάρχει σχετική βεβαιότητα για την χρονολόγηση του έργου. Τα χειρόγραφα σώζουν το όνομα Λογγίνος. Μέχρι τον 19ο αιώνα το έργο αποδιδόταν στον Κάσσιο Λογγίνο (3ος αι. μ.Χ.). Βάσει τεκμηρίων, που συνάγονται από το ίδιο το έργο (Κεφ.44), το «Περί ύψους» ανήκει στον 1ο μ.Χ. αιώνα. Κανένα παλαιότερο έργο της εποχής αυτής δεν παραπέμπει στο «Περί ύψους» και κανένα κατοπινότερο έργο της εποχής δεν μνημονεύεται από τον συγγραφέα.
Ο συγγραφέας απευθύνει «το υπόμνημά του» όπως το χαρακτηρίζει, στον φίλο του Ρωμαίο αξιωματούχο Ποστούμιο Τερεντιανό. Το συνέγραψε ύστερα από αίτημα του τελευταίου, μετά από την κοινή τους μελέτη πάνω στο σύγγραμμα του Καικίλιου του Καλακτίνου.
Γνωρίζουμε ότι το έργο γράφτηκε ως απάντηση στο έργο του Καικίλιου, το οποίο σήμερα είναι χαμένο. Το «Περί ύψους» περικλείει απόψεις πλατωνικές, αριστοτελικές, στωικές και επικούρειες. Περιέχει περίπου εκατό χωρία ποιητών, ρητόρων, φιλοσόφων, ιστοριογράφων και "ένα παράθεμα από την Παλαιά Διαθήκη". Στο έργο υπάρχουν επαρκή στοιχεία που αποκαλύπτουν την ελληνική ταυτότητα του συγγραφέα.
Ο Λογγίνος υποστηρίζει πως το ύψος, η κορύφωση του λόγου, είναι φυσικό χάρισμα αλλά και προϊόν μελέτης και άσκησης.
Τα στοιχεία που γεννούν το αληθινό ύψος είναι πέντε: Τα δύο πρώτα είναι έμφυτα, τα τρία άλλα επίκτητα, με κοινό σε όλα το υπόβαθρο της εκφραστικής ικανότητας.
Πρώτον, η δύναμη για τη δημιουργία διανοημάτων. Δεύτερον, το έντονο και ενθουσιώδες πάθος. Τρίτον, η δημιουργία κάποιων σχημάτων λόγου (δύο ειδών: τα μεν της νοήσεως (σκέψης) δηλαδή αυτά που αφορούν τον τρόπο σύλληψης του νοήματος, τα δε της λέξεως (έκφρασης) δηλαδή αυτά που αφορούν τον τρόπο έκφρασης). Τέταρτον, η ευγενής έκφραση δηλαδή η επιλογή των λέξεων, η μεταφορά και η λεξιπλασία. Πέμπτον, που ολοκληρώνει όλα τα προηγούμενα, η κυριαρχική και εξηρμένη σύνθεση.
Το ύψος του λόγου προϋποθέτει υψηλή ψυχή καθώς είναι ο αντίλαλός της. Ο μεγάλος δημιουργός διακρίνεται για την υψηλοφροσύνη του. Το ύψος μπορεί να γεννηθεί με την μίμηση των μεγάλων έργων του παρελθόντος. Ο Πλάτωνας δεν δίστασε να μιμηθεί τον Όμηρο.
Ο Λογγίνος δίνει παραδείγματα μεγαλείου τόσο από την «Ιλιάδα» του Ομήρου όσο και από την «Γένεση».
Συγκρίνοντας τα ομηρικά έπη μεταξύ τους ο Λογγίνος ισχυρίζεται ότι η «Ιλιάδα» δονείται από πάθος ενώ η «Οδύσσεια», την οποία θεωρεί μεταγενέστερο έπος, από αφήγηση και μυθοπλασία.
Στην κατάκτηση του ύψους συμβάλλει η επιλογή των ουσιαστικότερων στοιχείων της υπόθεσης και επιτυγχάνεται με τη σωστή σύναψή τους.
Ο δημιουργός οφείλει να αναρωτιέται για την εντύπωση που θα έκανε το έργο του στους σπουδαίους λογοτέχνες του παρελθόντος. Επίσης, πρέπει να αφηγείται με ζωντάνια και μέσα από τη «φαντασία» του να χτίζει λόγο μεγαλοπρεπή και ζωντανό. Οι φανταστικές εικόνες του ποιητικού λόγου αποβλέπουν στην έκπληξη.
Τα σχήματα μπορούν να δώσουν μεγαλείο. Ερωταποκρίσεις, ασύνδετα, υπερβατά, πολύπτωτα, εναλλαγές αριθμών, χρόνων, προσώπων, περιφράσεις.
Το ευγενές λεκτικό είναι σπουδαία πηγή ύψους. Επιλογή κατάλληλων λέξεων, μεταφορές, παραβολές, εικόνες, υπερβολές (αρμονία).
Ο μεγαλοφυής δημιουργός δεν είναι αλάνθαστος. Ο Όμηρος έκανε λάθη όπως και ο Σοφοκλής αλλά ο πρώτος έγραψε τα έπη και ο δεύτερος το αριστούργημα την τραγωδία «Οιδίποδας τύραννος».
Το βιβλίο ολοκληρώνεται με έναν διάλογο με άγνωστο σε εμάς φιλόσοφο. Ο διάλογος αφορά την ποίηση. Ο φιλόσοφος αναρωτιέται για την έλλειψη χαρακτήρων υψηλών πάνω από τα συνηθισμένα. Αναφέρεται στην έλλειψη δημοκρατίας και ελευθερίας και στην σχέση τους με την ποίηση. Διαπιστώνουν πως κυριαρχούν η φιλοχρηματία και η φιληδονία και πως κανένας δεν ενδιαφέρεται για το ψυχικό μεγαλείο. Υπάρχει παντού διαφθορά. Τα πάντα αγοράζονται και ο καθένας είναι πρόθυμος να πουλήσει την ψυχή του.
Το «Περί ύψους» μεταφράστηκε από τον Γάλλο ποιητή και κριτικό λογοτεχνίας Νικολά Μπουαλώ (1674) ο οποίος πίστευε στην μίμηση των παλαιών, των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων λογοτεχνών, σε αντίθεση με τους νέους της εποχής του.

Η Νότα Χρυσίνα είναι μεταφράστρια, πολιτισμολόγος
Λογγίνος, «Περί ϋψους», μεταφρ. Φιλολογική ομάδα Κάκτου, εκδ. Κάκτος, Αθήνα 1999

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2016

Μια ανάγνωση στο βιβλίο της Φερράντε «Η Υπέροχη φίλη μου»

Αναδημοσίευση από: http://fractalart.gr/ferrante-elena/


Γράφει η Νότα Χρυσίνα // *


Έλενα Φερράντε «Η υπέροχη φίλη μου», 
μετάφραση: Δήμητρα Δότση, Εκδόσεις Πατάκη,
 2016, 436 σελ.


Η Έλενα Φερράντε είναι μία συγγραφέας «φάντασμα». Κανένας δεν γνωρίζει εάν είναι υπαρκτό πρόσωπο άντρας ή γυναίκα ή ακόμη εάν είναι ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Ωστόσο, η ίδια «έχει δώσει» λίγες συνεντεύξεις στις οποίες τονίζει πως την ενδιαφέρει η γραφή και πως επιθυμεί οι αναγνώστες να εστιάσουν σε αυτή και όχι στη συγγραφέα.
Καθώς διάβαζα το βιβλίο της Φερράντε «Η υπέροχη φίλη μου» σκεπτόμουν μία λέξη που ανέφερε η ίδια σε συνέντευξη της στο Βήμα στον Γρηγόρη Μπέκο. Η λέξη αυτή είναι  «frantumaglia: το να χάνουμε το συμπαγές της ύπαρξής μας, να συνειδητοποιούμε ξαφνικά από πόσα λογής-λογής μικροσκοπικά θραύσματα είμαστε πλασμένοι. Στην ιταλική γλώσσα, στο τέλος μια δύσκολης ημέρας ή έπειτα από κάποια τραυματική εμπειρία, χρησιμοποιούμε την έκφραση: «αισθάνομαι κομμάτια»» είπε η Φερράντε στον Μπέκο και πρόσθεσε πως αυτή η λέξη ήταν η πρωταρχική πηγή της λογοτεχνίας της.
Αυτό νομίζω είναι και το κλειδί της ανάγνωσης του βιβλίου της αλλά και της «ταυτότητάς» της. Η Φερράντε αφηγείται την ιστορία της φίλης της για να της δώσει «πρόσωπο», καθώς η ίδια  η συγγραφέας αλλά και η ηρωίδα της εξαφάνισαν τα ίχνη τους. Η Λίλα έκοψε ακόμη και τις φωτογραφίες όπου εικονιζόταν, δεν άφησε κανένα ίχνος της πουθενά, σαν να μην υπήρξε. Η πράξη της αυτή μάς παραπέμπει στην ίδια τη συγγραφέα, την Έλενα Φερράντε. Η ιστορία της Λίλα θα μπορούσε να είναι η αυτοβιογραφία της Φερράντε την οποία αφηγείται η Λενού η καλύτερή της φίλη, το alter ego της ηρωίδας ή και της ίδιας της συγγραφέα ή μία περσόνα που θα μπορούσε να είναι η αφηγήτρια- συγγραφέας; Μέχρι εδώ βρίσκω το παιχνίδι των ταυτίσεων και προβολών συγγραφέα και αφηγητή, ηρωίδας και συγγραφέα εφυές. Άλλωστε η ίδια η Φερράντε φρόντισε να μας τονίσει την λέξη «frantumaglia» δίνοντάς μας την αρχή του νήματος ώστε να λύσουμε το μυστήριο της ανάγνωσής μας δηλαδή μας λέει πως ο καθένας μας αποτελείται από θραύσματα, κομμάτια και δεν έχει περίγραμμα όπως το όραμα της Λίλας όταν οι άνθρωποι γίνονται σαν μάζα χωρίς περίγραμμα. 
Η Φερράντε συνθέτει το «πρόσωπό» της αλλά και το μυθιστόρημά της παίρνοντας τα θραύσματα και δημιουργώντας ήρωες και ηρωίδες που έχουν κομμάτια, θραύσματα από τον καθένα μας. Με αυτά τα υλικά φτιάχνει ήρωες και ηρωίδες βίαιους αλλά και ευγενικούς, καπάτσους αλλά και αθώους, ερωτεύσιμους και απεχθείς, ελκυστικούς αλλά και ανυπόφορους έξυπνους, αναποφάσιστους, αναιδείς και τολμηρούς, ονειροπόλους και κυνικούς ή ρεαλιστές. Ποιος δεν αναγνωρίζει κομμάτια από τον εαυτό του «θραύσματα» από το πολύπλοκο εγώ μας μέσα σε όλους τους χαρακτήρες, θηλυκούς ή αρσενικούς;
Ζούμε μέσα σε μια εποχή, την μετανεωτερικότητα, που χαρακτηρίζεται από την θραυσματικότητα τον κατακερματισμένο εαυτό και την αβεβαιότητα. Τα πάντα έχουν πολλές όψεις. Τίποτα δεν είναι απλό ή τετελεσμένο. Ο σκοτεινός ή αγγελικός εαυτός μας άλλοτε κυριαρχεί και άλλοτε συρρικνώνεται. Η ζωή μας μπορεί να πάρει μία πορεία προς το καλό ή το κακό, το οποίο δεν είναι ποτέ σίγουρο ότι είναι το «καλό» ή το «κακό» καθώς ο κόσμος γύρω μας αλλάζει και η ροή των γεγονότων αναποδογυρίζει κάθε βεβαιότητα.
 Η Λίλα είναι άριστη μαθήτρια αλλά δεν συνεχίζει το σχολείο και  επιλέγει να παντρευτεί έναν πλούσιο άντρα. Αυτό στην αρχή μοιάζει με ήττα αλλά μπορεί να είναι και επιτυχία. Σήμερα που η οικονομική κρίση και η φτώχεια άλλαξε για άλλη μια φορά τα δεδομένα ποιος μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα τι είναι καλό για έναν άνθρωπο; Σήμερα που χιλιάδες πτυχιούχοι είναι άνεργοι και χωρίς ελπίδα ποιος θα πει με σιγουριά πως η Λενού πήρε τη "σωστή απόφαση" να συνεχίζει να «βγάζει τα μάτια της» πάνω στα βιβλία και η Λίλα την "λάθος" απόφαση να παντρευτεί και να «βολευτεί» όπως την κατηγορούν κάποια στιγμή οι φίλοι της;
Η βασική θεματική του βιβλίου υφαίνεται πάνω στη φιλία δύο κοριτσιών αλλά αφορά όλες τις ανθρώπινες σχέσεις. Η φιλία είναι η πρόφαση ή το πλαίσιο μέσα στο οποίο υφαίνονται οι χαρακτήρες για να μην μείνουν θραύσματα.
Κατά τη γνώμη μου η Φερράντε εστιάζει στην αμφιθυμία όλων των σχέσεων φιλικών, ερωτικών, γονιών –παιδιών. Η πλοκή μοιάζει με μουσικό έργο με «δίεση» και «ύφεση» όπου ο έρωτας δίνει το ρυθμό. Τα κορίτσια βγαίνουν από τον σκοτεινό κόσμο των φαντασιώσεων της παιδικής ηλικίας όπου όλα είναι ασπρόμαυρα και δραματικά με διαστάσεις θρίλερ και μπαίνουν στην εφηβεία όπου η κυκλοθυμικότητα και η αμφιβολία κυριαρχεί.
Πολλά ονόματα νεαρών ανδρών και κοριτσιών πλέκονται σε ένα ατέλειωτο ερωτικό ταλάντωμα που χαρακτηρίζει την εφηβεία. Αυτός που πρωταγωνιστεί είναι ο έρωτας και όχι τα πρόσωπα. Η εξωτερική και η εσωτερική δομή αλλάζει και μαζί τους αλλάζει και το περιβάλλον. Τα όνειρα γίνονται περισσότερο απαιτητικά και εισβάλλουν στις ζωές όλων. Η εφηβεία είναι ο τελευταίος χώρος όπου οι άνθρωποι έχουν την ψευδαίσθηση ότι ανήκουν κάπου. Η ενηλικίωση συμβαδίζει με την γνώση της μοναξιάς. Η Λίλα αποχαιρετά με μια ιεροτελεστία την φίλη της Λενού όταν η Λενού την πλένει γυμνή πριν από το γάμο. Η σεξουαλικότητα των κοριτσιών τώρα θα έχει ξεκάθαρο προσανατολισμό. Ποτέ πια δεν θα είναι ένα οι δυό τους. Ποτέ πια δεν θα χρειαστεί μία άλλη γυναίκα να συμπληρώσει την ταυτότητά τους. Η καθεμία θα είναι ολόκληρη και επομένως μόνη. Η άλλη θα παραστέκεται αλλά δεν θα πρωταγωνιστεί με ίσους όρους στη ζωή της μιας ή της άλλης όπως οι φίλες της παιδικής ή της εφηβικής ηλικίας.
Το μυθιστόρημα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα καθαρό είδος μυθιστορήματος μαθητείας ή ημερολόγιο ή ακόμη κοινωνικό μυθιστόρημα. Είναι, κατά τη γνώμη μου,  ένα μεικτό μυθιστόρημα που εστιάζει κυρίως σε θέματα κοινωνιοψυχολογικά. Οι τεχνικές που χρησιμοποιεί είναι μοντερνιστικές αν και ο μύθος είναι η σύγχρονη ιστορία και το παράλογο είναι η ίδια η ζωή. Η ζωή μας που μοιάζει με ένα ατελείωτο παιχνίδι ανταγωνισμού. Πιο ψηλά πιο μακριά καλύτερα από τον διπλανό μας χωρίς όμως ένα όριο. Όλα είναι ρευστά και χωρίς νόημα εάν δεν μπουν σε ένα πλαίσιο νοήματος. Το πλαίσιο αυτό μπορεί να είναι μία φιλία, ένας στόχος όπως η κατασκευή παπουτσιών ή κάτι άλλο. Η ζωή είναι ένα όνειρο όπως έγραψε ο Ισπανός δραματουργός Καλντερόν και ως όνειρο δεν έχει όρια, ένα ξεκάθαρο περίγραμμα.
Η Φερράντε παίζει με τον αναγνώστη της. Τον καλεί να απαντήσει εκείνος τι είναι ρεαλιστικό και τι αφύσικο, τι είναι πλαστό και τι γνήσιο. Εκείνη απλά συγκολλά κομμάτια και φτιάχνει το μυθιστόρημά της. Αφηγείται με ζωντάνια όσα τής λέει η μνήμη της ,όπως ισχυρίζεται.
Η μετάφραση της Δήμητρας Δότση είναι εξαιρετική και κατορθώνει να δώσει τη ζωντάνια της ιταλικής γλώσσας,  να μεταφέρει το χρώμα της και να παραμείνει σε γενικές γραμμές πιστή. Το μυθιστόρημα είναι απαιτητικό σε πολλά σημεία και οι λύσεις της Δότση λεπτές και άψογες.
Σύμφωνα με την μεταφράστρια, το τοπίο έχει ρόλο πρωταγωνιστή στο μυθιστόρημα της Φερράντε καθώς οι χαρακτήρες είναι σφυρηλατημένοι από το σκληρό και ζοφερό γκρίζο της Νάπολης. Η ιστορία της πόλης και οι σκληρές συνθήκες μέσα στις οποίες μεγάλωσαν οι δύο φίλες, αλλά και όπως μαρτυρείται και η ίδια η συγγραφέας, σφυρηλάτησαν τον τραχύ χαρακτήρα της Λίλας και τη προσαρμοστικότητα και των δύο κοριτσιών στην πραγματικότητα. Κομβικό σημείο η ερώτηση της δασκάλας στην Λενού: « Ξέρεις τι είναι οι πληβείοι, Γκρέκο;»
Οι πληβείοι των πόλεων δεν αξίζουν τίποτα στη ζωή ή δεν τους αξίζει τίποτα. Πόσοι κατορθώνουν να ξεφύγουν και να αλλάξουν ζωή; Τα ερωτήματα επανέρχονται και ζητούν πάλι απαντήσεις. Μπορεί η μόρφωση να σου αλλάξει τη ζωή ή η κοινωνική τάξη στην οποία γεννήθηκες σε ακολουθεί και σε καθορίζει;
Οι περιγραφές της πόλης της Νάπολης έχουν πολλές ομοιότητες με τις πόλεις που ξεπήδησαν φτωχογειτονιές αλλά η Νάπολη έχει μία ξεχωριστή ιστορία πολιτική που είναι γεμάτη βία και επίσης ένα άλλο χρώμα και μια ατμόσφαιρα πιο πνιγηρή σε σχέση με τις πόλεις που υπάρχουν "πληβείοι". Η βία αναδεικνύεται σε μία ακόμη πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος παίζοντας τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στις οικογένειες αλλά και τις κάθε είδους ατομικές σχέσεις. Η βία στη Νάπολη έχει το όνομα της καμόρα. Το όνειρο των κοριτσιών είναι να γράψουν ένα διήγημα ώστε να γίνουν πλούσιες και να ξεφύγουν από τη φτώχεια και τη βία. Η ανατροπή στην πλοκή και στον τρόπο που παρουσιάστηκαν οι χαρακτήρες των κοριτσιών είναι ο πλούσιος γαμπρός που επιλέγεται ως λύση από την ατίθαση Λίλα.
Το μυθιστόρημα κλείνει αναπάντεχα, σχεδόν όπως τα συμβατικά ροζ μυθιστορήματα, με έναν γάμο που όμως ήδη κλυδωνίζεται κάτω από την απειλή της βίας που αχνοφαίνεται με την πράξη του Στέφανο Καρράτσι, του νεαρού γαμπρού,  να φέρει στο γάμο τους το πιο αντιπαθητικό πρόσωπο για τη νεαρή γυναίκα του Λίλα, τον Μαρτσέλλο Σολάρα, ο οποίος φοράει μάλιστα τα παπούτσια Τσερούλλο, που σχεδίασε και κατασκεύασε η Λίλα, και μάλιστα το ζευγάρι που σηματοδότησε τη σχέση του ζευγαριού των οποίων τον γάμο παρακολουθούμε όταν τελειώνει το πρώτο μέρος της Τετραλογίας της Φερράντε.
Η τετραλογία της Νάπολης κυκλοφόρησε σε 1.000.000 αντίτυπα στην Αμερική και μεταφράστηκε σε 40 γλώσσες.
Κλείνοντας την ανάγνωσή μου θα ήθελα να προσθέσω πως η Φερράντε με την τετραλογία της απαντά και στον θεωρητικό Ρολάν Μπαρτ πως ο συγγραφέας δεν πέθανε αλλά «εξαϋλώθηκε» όπως λέει για τους ήρωές της:
(«Όταν η Λίλα μου τα διηγήθηκε όλα αυτά, είπε επίσης ότι εκείνο που αποκαλούσε εξαΰλωση, παρότι το ένιωθε ξεκάθαρα μέσα της μονάχα σ’ εκείνη την περίσταση, δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Για παράδειγμα, είχε συχνά την αίσθηση ότι μεταφερόταν για λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου σε κάποιο άτομο ή σε κάποιο πράγμα ή σε κάποιον αριθμό   ή σε κάποια συλλαβή, παραβιάζοντας το περίγραμμά του».

* Η Νότα Χρυσίνα είναι μεταφράστρια, πολιτισμολόγος

Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2016

"ΤΟ ΕΠΙΜΟΝΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ" της Καίτης Βασιλάκου


γράφει η Νέλλα Συναδινού*



- Στου μέλλοντος την ανατρεπτική μεταστροφή, στη μετεξέλιξη της κοινωνίας προς ένα εξωλογικό σκηνικό, με σπέρμα στο έλλογα βιωμένο παρόν μας, ελίσσεται το ΕΠΙΜΟΝΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ της Καίτης Βασιλάκου.
- Ένα διήγημα και δύο νουβέλες προβάλλουν δυνάμει απολήξεις των ήδη χαραγμένων δρόμων του πολιτισμού μας προς μια βαρβαρότητα: απότοκη  οικολογικού αφανισμού και ολιστικά πολιτιστική στο φερώνυμο ΕΠΙΜΟΝΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ και εκφυλιστικά καθεστωτική από την πολιτειακή αποσάθρωση, στα ΕΛΕΓΧΟΣ  ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ και ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ. Το ευφάνταστο συνδυάζεται με το ρεαλιστικό, όπως απαιτεί  μια υποθετική προβολή στο μέλλον, που ανακύπτει όμως από πειστικές συνθήκες και  αισθητοποιείται από διαλόγους τόσο φυσικούς, ώστε να απηχούν την αμεσότητα του διπλανού ανθρώπου.
-Στο διήγημα ΕΛΕΓΧΟΣ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ προβάλλεται θεσμοθετημένη και νομικά παγιωμένη η ιεραρχική προτεραιότητα των νεότερων σε ένα πλαίσιο πεπερασμένων πόρων. Το απάνθρωπο ηλικιακό όριο ζωής που τίθεται, επιχρίεται με ανθρωπισμό μέσα από μια δέσμη γενναιόδωρων παροχών  για ένα διάστημα προ του τέλους. Η ανατροπή υφαίνεται υπόκωφα, χωρίς ιδεολογικές αντικρούσεις και χωρίς αντιπαράθεση επιχειρημάτων ∙ αναφύεται σχεδόν, με τη δύναμη της εξανθρωπισμένης φύσης. Έτσι το μη φυσικό καθίσταται καθαυτό το ισχυρότερο επιχείρημα απέναντι στη ρατσιστική διάκριση του ολοκληρωτισμού,  κατά ηλικιακή κατηγορία. Συνειρμικά, επανέρχεται στη σκέψη μου η διατύπωση ατόμου προερχόμενου από τριτοκοσμική χώρα την προηγούμενη δεκαετία: «Τι όμορφη χώρα, η Ελλάδα, με ήλιο και καλοντυμένους ανθρώπους και τόσο χαρούμενους, χαμογελαστούς γέροντες!». Τότε με είχε αιφνιδιάσει η επισήμανση  για τους υπερήλικες ∙ στον παρόντα χρόνο αφουγκράζομαι την αποδόμηση της αλήθειας της.
-Στη νουβέλα ΕΠΙΜΟΝΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ, ο καταιγισμός από ακραία καιρικά φαινόμενα προκαλεί όλεθρο και αλλοιώνει άρδην τους όρους ζωής για τους επιζήσαντες. Δραματουργικά, αναδύεται η σύγκρουση γενεών ανάμεσα στους ενήλικες, γαλουχημένους σε συνθήκες πολιτισμού, και στα παιδιά, αναγκασμένα να ενηλικιωθούν στον πρωτογονισμό ενός εχθρικού φυσικού περιβάλλοντος. Αμείλικτος πια επιβάλλεται ο νόμος της φύσης, που παύει να εμφανίζεται εξιδανικευμένη, ως σοφή και αρκαδικά ρομαντική, αλλά δείχνει το αληθινό της πρόσωπο: τη βία του ισχυρότερου. Οι όμορφες όψεις του πολιτισμού μας, τις οποίες τείνουμε να θεωρούμε αυτονόητες, όπως ο σεβασμός στην ανθρώπινη ζωή, η αλληλεγγύη, η ευσπλαχνία, μια-μια καταλύονται.  Οι εκ του πολιτισμού προερχόμενοι παλαιότεροι, καθίστανται παντελώς  άχρηστοι, έχοντας λάβει μόρφωση σε απόλυτη αναντιστοιχία με τις νέες συνθήκες ∙ όμως στην αδύναμη ομάδα τους συντηρείται η πολιτισμένη ανθρώπινη επαφή. Σαφώς σκιαγραφείται το τραγικότερο σημείο μιας μετάβασης και σαφώς αναδίνεται η ελπίδα της επόμενης αναγεννητικής φάσης, έστω κι αν πάλι θα κυοφορείται μια αυτοκαταστροφή.  Ακόμη και στον χρόνο της αφήγησης δεν αποστεγνώνεται η ανθρωπιά από τους νεότερους, αλλά σε καίριο σημείο αναβρύζει από εκπρόσωπο τους ∙ ίσως γιατί τον είχαν μπολιάσει πέντε έτη πολιτισμού, που πρόλαβε στη ζήση του.
-ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ, νουβέλα και τρίτο κείμενο του βιβλίου, απεικονίζει τη ριζική κατάλυση της κατακτημένης δημοκρατίας στην Ευρώπη και την αντικατάστασή της από πολιτειακές οντότητες με το όνομα Κράτος και προσδιορισμένες ανά Τόπο, ούτε έθνος απομένει ούτε καν πατρίδα. Επίκεντρο το Κράτος Ελλάδος και ηρωίδα μια καθηγήτρια σε διατεταγμένη αποστολή κατασκοπίας για λογαριασμό του Κράτους. Η προσωπικότητα της ηρωίδας ψυχογραφείται αναλυτικά και οι δράσεις και αντιδράσεις της ακολουθούν μια συνέπεια σε σχέση με τα βιώματα της και την αντίληψη ζωής που έχει διαμορφώσει. Με αυτόν τον τρόπο δεν προκαλεί την αντιπάθεια του αναγνώστη στη διάρκεια της αφήγησης, ταυτόχρονα όμως δεν εγείρει ούτε οίκτο ούτε χαρά το καθαρτήριο τέλος της. Διατηρείται ένα πλαίσιο αποστασιοποίησης, που δεν επιτρέπει στον αναγνώστη, παρά το εκκωφαντικό της στρεβλότητας, να λάβει θέση υπέρμαχου ή πολέμιου απέναντι στα πρόσωπα. Σχολαστικά φωτίζονται τα μειονεκτήματα του πρότερου δημοκρατικού βίου και τα πλεονεκτήματα της συγκεκριμένης μορφής ολοκληρωτισμού, μέσα από το όμμα της ηρωίδας ∙ κι όμως ο αναγνώστης δεν κινδυνεύει να παραπλανηθεί σε εσφαλμένες οδούς καθαγιασμού αυτής της υποτιθέμενης νέας τάξης. Οι αποστάσεις διατηρούνται ως προς το απόλυτα «καλό» ή το απόλυτο «κακό» στις προθέσεις των ανθρώπων. Ο βαθύς όμως  πυρήνας  της αλήθειας υποφώσκει σε όλη την πορεία της νουβέλας και σταδιακά γίνεται διάφωτος, με κορύφωση τις διατυπώσεις: «Στη δημοκρατία ο πολίτης έχει πάντα την ελπίδα ότι θα φτάσει στην ευτυχία» και: «Ό,τι μεγάλο έχει δημιουργηθεί σε τούτο τον κόσμο, το έχει δημιουργήσει ο άνθρωπος που ελπίζει. Αυτός που δεν έχει ελπίδα απλώς επιβιώνει, δεν μπορεί να κάνει τίποτε περισσότερο». Ωστόσο πάλι, η ανατροπή της παραπάνω καθεστωτικής ανατροπής, δεν πανηγυρίζεται.
-Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση προσθέτει στην δραματοποίηση των χαρακτήρων και οι εμπνευσμένοι διάλογοι, που αφθονούν στο έργο, έρχονται να συνδράμουν στην πλοκή και στην αληθοφανή μυθοπλασία. Οι ήρωες, αν και σε άγνωστα πλαίσια ενταγμένοι, μοιάζουν γνώριμοι, οικείοι. Οι πράξεις τους ανακύπτουν απρόσκοπτα δικαιολογημένες. Ο λόγος παραμένει λίγο ψυχρός ή μάλλον  ψύχραιμος, όπως πηγάζει από την εσωτερική εστίαση του αυτοδιηγητικού αφηγητή εκάστου κειμένου. Απουσιάζει δηλαδή η διάθεση καταγγελίας, σε συνάρτηση με την προσωπικότητα των τριών κεντρικών χαρακτήρων, αφηγητών των τριών αντίστοιχα κειμένων.  Χώρος των δύο πρώτων κειμένων το «παντού», εθνικότητα άδηλη, ονόματα πολυεθνικά. Στο διήγημα ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ, ο χώρος ορίζεται, αλλά ως ένα στίγμα μέσα σε μια παγκοσμιότητα. Ό,τι αληθινό δε διατρανώνεται, αλλά τεκμαίρεται. Η έκφραση παραμένει λιτή και προσεκτική, λέξη την λέξη. Η εικόνα προβάλλεται χωρίς επιμονή στην περιγραφή. Η θεατρικότητα είναι έκδηλη, αν και προσωπικά, λάτρης της έβδομης τέχνης, προσβλέπω και τα τρία κείμενα να προβάλλονταν στην κινηματογραφική οθόνη ∙ ιδιαίτερα η νουβέλα της οικολογικής καταστροφής.
-Τελικώς, εμποτισμένο φαντασία το έργο, σαφώς δεν εντάσσεται στην κατηγορία της επιστημονικής φαντασίας, αλλά της  διορατικής λογοτεχνίας, που με αφετηρία το παρόν ψυχαναλύει το μέλλον.
- Όσο για το στόχο που το διατρέχει, δε είναι, κατά τη γνώμη μου, να κατακρίνει, αλλά να κατανοήσει στοχαστικά.

ν.σ.

* Η Νέλλα Συναδινού είναι φιλόλογος

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2016

Διαβάζοντας το “Cabaret Voltaire” του Αχιλλέα Κατσαρού

γράφει η Διώνη Δημητριάδου*



Η σύλληψη της συνολικής εικόνας
Διαβάζοντας το “Cabaret Voltaire” του Αχιλλέα Κατσαρού

εκδόσεις Μίνθη




Ορχήστρες Αθηνών και πάσης Ελλάδος
Ημέρα πρώτη
Κάθοδος στον Άδη.
Η ανάσταση εδώ σαλπίζει πιο σιωπηλή
από τις κραυγές των ζωντανών
οχύρωση του σώματος
μπροστά στη σκιά.
Τα ζώα μιλούν.

   Από τους πρώτους στίχους του “Cabaret Voltaire” ανοίγει μπροστά σου μια εικόνα. Και αυτή σε συνοδεύει ως το τέλος, τακτοποιώντας τα κομμάτια της στίχο τον στίχο μέχρι να δεις όλο το νόημά της. Σκέφτομαι ότι με αυτό που μόλις έγραψα έρχομαι σε αντίφαση με τον τίτλο που έβαλε ο ποιητής στο έργο του. Γιατί εμφανέστατα παραπέμπει στον εμβληματικό εκείνο χώρο του Hugo Ball και των ντανταϊστών στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, στη Ζυρίχη, αλλά και στο ομώνυμο περιοδικό του ανατρεπτικού αυτού κινήματος. Και ακόμα περισσότερο νιώθω την αντίφαση, όταν ανακαλύπτω στις σελίδες του Κατσαρού τα σχέδια από το ημερολόγιο του Tristan Jara, ηγέτη των ιδιόμορφων αυτών δημιουργών. Αν ο ποιητής θέλει τον συσχετισμό με τη γραφή του dada, τότε το όλο σκηνικό που επιχειρεί να στήσει υπονομεύεται από τις αρχές του κινήματος. Και πάλι εδώ σκέφτομαι πόσο συμβατικός είναι ο κώδικας της γλώσσας, μια που η λέξη αρχές δεν συνάδει φυσικά με τον αυτονόητο αναρχισμό των ντανταϊστών. Η αποδοχή του τυχαίου παράγοντα στη βάση κάθε δημιουργίας, η άρνηση αρχών που να διέπουν την τέχνη, η μη αποδοχή της οποιασδήποτε σκοπιμότητας θα μπορούσε να ορίσει τα πλαίσια του καλλιτεχνικού έργου, η απομάκρυνση εν τέλει από κάθε λογική που θα κατεύθυνε το χέρι του ζωγράφου ή τη σκέψη του ποιητή, δεν συνιστούν μια μορφή μηδενισμού; Πρόκειται για μια πολύ πιο ακραία εκδοχή του αυτοματισμού στην τέχνη (από αυτήν που δηλώνει ο υπερρεαλισμός κατόπιν), που αναπόφευκτα οδηγεί στην αποδοχή της αυτονομίας του έργου, αποκομμένου πια και από τον ίδιο τον δημιουργό του. Στόχος, άλλωστε, του κινήματος αυτού ήταν η έλλειψη οποιουδήποτε εμφανούς στόχου. Αντιφατική οπωσδήποτε η προσέγγιση αυτή.
Έρχομαι, μετά από αυτή την απαραίτητη εισαγωγή, στο έργο του Αχιλλέα Κατσαρού. Είναι άραγε ζωντανή στη σημερινή ποίηση η παρουσία του ιδιόμορφου dada; Έχω την πεποίθηση ότι όλα τα ρεύματα που επηρέασαν κατά εποχές την ποιητική δημιουργία (και τη λογοτεχνική γενικότερα) δεν έχουν σβήσει αλλά συνεχίζουν τη ζωή τους ανιχνευόμενα σπερματικά στα σύγχρονα έργα. Ίσως, όμως,  είναι μοναδική η περίπτωση του Κατσαρού που τόσο έντονα κατευθύνει προς το συγκεκριμένο ρεύμα. Πόσο πιστός, ωστόσο, μπορεί να μείνει ο σημερινός ποιητικός λόγος σε ένα μηδενισμό που μόνο με τη μορφή ποιητικής άσκησης μπορεί πλέον να εκληφθεί; Ευτυχώς η ποίηση που εκπροσωπεί ο Κατσαρός είναι κάτι πολύ περισσότερο από κάτι τόσο αδιέξοδο και επιφανειακό όπως μια άσκηση επί χάρτου - ας μου επιτραπεί εδώ το λογοπαίγνιο.
Στα τρία μέρη που χωρίζει τον λόγο του, και ύστερα από το ξάφνιασμα που σου προκαλεί στο πρώτο μέρος η απρόσμενη εικόνα της ορχήστρας των ζώων (οργουελικής ίσως επιρροής), κλιμακώνεται ένα τοπίο με έντονα τα στοιχεία του σουρεαλισμού.

Είμαι ένας μικρός αχινός
φώναξε κάποιο ζωντανό
παίζω φλάουτο
φοράω πράσινο του δάσους φανελάκι
αδυνατώ να ερμηνεύσω γιατί
δεν βγαίνουν νότες
από μέσα
παρά μόνο κάτι κίτρινα
σαν αηδόνια κελαηδούν
χωρίς κεφάλι
και μιλούν
στις νότες
που έχω
για μπότες.

Μόλις όμως πάει να κατασταλάξει μέσα σου το άτοπον του πράγματος, υποψιάζεσαι το ρεαλιστικό υπόβαθρο που κατευθύνει το όλο έργο. Γιατί ο ποιητής, κατά τη γνώμη μου, έχει απόλυτη επαφή με την πραγματικότητα, την οποία παρουσιάζει εδώ μεταμφιεσμένη με στοιχεία του παραλόγου. Ίσως η πρόσληψη του αληθινού να χρησιμοποιεί συχνά το ύφος  του άλογου, σαν ένα μονοπάτι που οδηγεί με εντυπωσιακό τρόπο στον ίδιο στόχο. Αρκεί να ανασηκώσεις λίγο την κουρτίνα και να διαβάσεις σωστά τα σημεία.

Θα μπορούσες να με πεις και άλογο
μα δεν έχω ταυτότητα
από τότε που σηκώθηκα στα δύο
σαν άνθρωπος
προχωρώ κολλημένος
με τέσσερα πόδια ενδιάμεσα
σκάλα
για ν’ ανεβαίνει ο κάθε
μεθυσμένος αλητόγατος
να μου κάνει παρέα
όταν παίζω φυσαρμόνικα και ζεσταίνω
τον άνεμο που φυσάει.

Οι παραπάνω στίχοι -τραγικοί στον συμβολισμό τους- δεν επιτρέπουν θαρρώ μεγάλη ακροβασία στο παράλογο και το άσκοπο, περιγράφοντας την εικόνα του μοναχικού (ποιητή ίσως;) που ρόλος του είναι η μετάλλαξη του άτοπου σε κοινό τόπο, ώστε να κοινωνούν οι υπόλοιποι.

Στο δεύτερο μέρος βρίσκει τη συνέχειά του ο στίχος
Κάθοδος στον Άδη
που μας υποδέχθηκε στην αρχή του ποιήματος. Εδώ ο χώρος των κεκοιμημένων θα δώσει το κατάλληλο πλαίσιο για μια

Παρατήρηση των εγκοσμίων στον τόπο των
κεκοιμημένων ή τι θα μπορούσε να ειπωθεί για
τον θάνατο την ώρα που τον μελετάς στον φυσικό
του χώρο.

Ο φόρος τιμής στον Αντρέ Μπρετόν με την απαραίτητη παρουσία
Η κυρία Νταντά Σουρεάλ

Εδώ έχουν τη θέση τους και οι σημερινοί «άγιοι των Εξαρχείων»

περπατώντας τη Βαλτετσίου θα δεις
επιληπτικούς Λουκιανούς κι άλλους αγίους να
ξύνουν ακόμα το κεφάλι τους
μπροστά στο θαύμα της φλεγόμενης βάτου

εκεί δίπλα στην Περσεφόνη. Πώς αλλιώς; Εδώ όλοι έχουν μια θέση, ακόμα και η νεκροκεφαλή μέσα στο πλήθος, προς έκπληξη του ποιητή

αυτή η νεκροκεφαλή
στη μέση του πλήθους
πώς διάβολο βρέθηκε ανάμεσά μας;

Μια υπενθύμιση ίσως της ματαιότητας των φαινομένων που εισηγείται η ζωή.

Όμως στερεύουν, όπως είναι φυσικό, οι ερμηνείες κι έτσι αφήνεσαι στον χείμαρρο των λέξεων, στην κυριαρχία των εικόνων. Και αναμένεις, μετά από τον απόλυτο χώρο των νεκρών και των νεκροζώντανων, μια ανάσταση. Αυτή θα έρθει στο τρίτο μέρος, σαν μια σκηνή από τον Ιωάννη, τον αποκαλύπτοντα τα μυστήρια. Μόνο που η σκηνή εδώ δεν μιλά μόνο για τα  μελλούμενα, μα και για τα αληθινά βάσανα του κόσμου. Έτσι δίπλα στο τοπίο της Νισύρου, στον απρόβλεπτο τόπο του ηφαιστείου που συνδέει με τα έγκατα της γης, έχουμε τη Λέσβο των πνιγμένων, των κυνηγημένων σύγχρονων, που τόπο δεν γνωρίζουν. Ο ποιητής είναι μέρος του πάσχοντος τοπίου, κομμάτι της ανθρωπότητας που αγωνιά. Τι θα γίνει, λοιπόν;

Αναστάσιμη μέρα.
Έξω από τον τάφο δεν θα δεις άγγελο ούτε γυναίκες.
Η κόλαση είναι πιο ζωντανή από κάθε περιγραφή.
Σπάνε οι βράχοι.
Χιλιάδες λεύγες πραγματικότητα,
αυτό είναι το αλύτρωτο κρασί.
[…]
Υπάρχουν ανθολογίες εκεί έξω;
Δόρατα αιχμηρά;
Λεγεώνες ονείρων;
Κύματα επτά.
Υπάρχουν στάχτες;

Οδύσσειες;



Ο ποιητής έθεσε τον προβληματισμό του. Ως εδώ. Μας έφτιαξε τη σύνθετη εικόνα του επιχειρώντας να μιλήσει με όχημα το επιφανειακά παράλογο, το σουρεαλιστικό, αλλά προσγειώνοντας τον λόγο του στα αληθινά πράγματα. Κατανοεί ο αναγνώστης; Αν ακολούθησε, στίχο τον στίχο, τον ποιητή μέσα από τις δίσημες λέξεις του, αν μπήκε στον κόπο μιας ποίησης που ξέρει να απογειώνεται έχοντας πίσω της όμως σταθερό τοπίο, τότε έχει κατανοήσει. Όσο έπρεπε. Η ποίηση του Αχιλλέα Κατσαρού υπερίπταται των χώρων για να δει καλύτερα. Ανιχνεύει τα παλαιότερα ρεύματα  για να προτείνει μια σύνθετη σκέψη που δομείται πάνω στο λεκτικά παράλογο συχνά, αλλά που ανοίγει παράθυρα στη ρεαλιστική εικόνα. Είναι όμως μια ποίηση που απαιτεί από τον αναγνώστη της επίσης ένα ταξίδι, και πίσω στον χρόνο και μέσα σε πολλά γνωστικά επίπεδα. Πώς αλλιώς να ερμηνεύσει αυτό που βιώνει;
Αναρωτιέμαι πώς θα ακουγόταν αυτός ο ποιητικός λόγος μέσα σ’ εκείνο το παλαιό Cabaret Voltaire. Πώς θα διαβαζόταν αυτή η μείξη των στοιχείων λογικού και άλογου στο περιοδικό των δημιουργών του dada.  Υποθέτω με την απαραίτητη διαχρονική  διευκρίνιση από την πλευρά του ποιητή ότι οι παλαιές επαναστάσεις διασώζονται όσο μεταφέρεται το πνεύμα τους στο σήμερα με τις απαραίτητες μεταλλάξεις. Έτσι το ανατρεπτικό πνεύμα στην καλλιτεχνική δημιουργία υπάρχει σε μια σύγχρονη εκδοχή της ποίησης. Γιατί αναμφίβολα ο ποιητικός λόγος του Αχιλλέα Κατσαρού ανατρέπει τα ποιητικά πράγματα θυμίζοντας πως ο στίχος αυτόν τον ρόλο επιτελεί. Ένα γερό ταρακούνημα των αισθήσεων πρώτα, των σκέψεων κατόπιν.


Διώνη Δημητριάδου


Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά κατοικεί στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία και δίδαξε σε δημόσια λύκεια. Ασχολείται με τη συγγραφή και με την κριτική λογοτεχνίας. Βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Νοών». Συμμετείχε σε συλλογικές εκδόσεις (εκδόσεις Σιδέρης, Μικρές εκδόσεις, Διάνυσμα). Έχει στο διαδίκτυο το προσωπικό ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»