Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

Ελένη Κουρμαντζή-Παναγιωτάκου: Νεοελληνική Αναγέννηση στα Γιάννενα

της Νότας Χρυσίνα

Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ:August 14, 2017

Ελένη Κουρμαντζή-Παναγιωτάκου
Νεοελληνική Αναγέννηση στα Γιάννενα
Από τον πάροικο έμπορο στον Αθανάσιο Ψαλίδα και τον Ιωάννη Βηλαρά
 (17ος – αρχές 19ου αιώνα)
Εκδόσεις: Gutenberg

Η πόλη των Ιωαννίνων είναι το πνευματικό κέντρο στο οποίο εστιάζει η μελέτη της καθηγήτριας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Ελένης Κουρμαντζή- Παναγιωτάκου, τόπος καταγωγής της συγγραφέα και πολλών πνευματικών ανθρώπων που έγιναν φορείς των σύγχρονων ιδεών του Διαφωτισμού και ίδρυσαν τα πρώτα νεωτεριστικά σχολεία (από τα μέσα ήδη του 17ου αιώνα) αλλά και τα πρώτα ελληνικά τυπογραφεία στις σπουδαιότερες πόλεις της Δύσης όπως η Βενετία και η Βιέννη.
Το πρώτο κεφάλαιο της μελέτης της Κουρμαντζή είναι αφιερωμένο στις παροικίες των πεφωτισμένων γιαννιωτών εμπόρων και λογίων που συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση του νεοελληνικού διαφωτισμού. Οι γιαννιώτες έμποροι ήρθαν σε επαφή με τις Επιστήμες και τον Ορθολογισμό της Δύσης όταν η νέα δομή οικονομίας με την άνθηση του εμπορίου τούς επέτρεψε να δημιουργήσουν εστίες σε πολλές πόλεις της Ευρώπης όπως η Βενετία, το Λιβόρνο, η Τεργέστη, το Βουκουρέστι, το Ιάσιο, η Μόσχα, η Οδησσός, η Βιέννη κ.ά. Σε αυτές τις πόλεις διαμορφώνονται οι νέες αντιλήψεις του νεότερου ελληνισμού και προετοιμάζεται η ελληνική Επανάσταση.
Η συγγραφέας παραθέτει σημαντικά στοιχεία που αφορούν την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας από τους Έλληνες που ζούσαν στη Ρωσία και αλλού. Στο βιβλίο γίνεται λεπτομερής καταγραφή των εμπορικών σχέσεων των ελληνικών γιαννιώτικων οικογενειών, των πόλεων δράσης τους στην Ευρώπη, μέσα από τα επίσημα αρχεία των χωρών, και πώς αυτές συνέβαλαν στον αγώνα της ανεξαρτησίας. Επίσης δίνεται έμφαση στη συμβολή των εύπορων Γιαννιωτών στη δημιουργία και χρηματοδότηση σχολείων, με τις ευεργεσίες, στα οποία δίδαξαν λόγιοι όπως ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο Αθανάσιος Ψαλίδας κ.ά.
Το δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου είναι αφιερωμένο στον εκπαιδευτικό και λόγιο Αθανάσιο Ψαλίδα. Η συγγραφέας προσεγγίζει το κριτικό πνεύμα του Ψαλίδα μέσα από τα έργα του «Αληθής Ευδαιμονία», «Καλοκινήματα» και «Έρωτος Αποτελέσματα» τα οποία συγκρίνει με έργα όπως «Ο Ανώνυμος του 1789», «η Ελληνική Νομαρχία» και «ο Ρωσσαγγλογάλλος», έργα που η Κουρμαντζή ισχυρίζεται, μέσα από την τεκμηριωμένη, αναλυτική σύγκρισή τους, πως γράφτηκαν από τον Ψαλίδα. «Ο Ψαλίδας, γράφει η Κουρμαντζή, χρησιμοποιεί κάποιες θρησκευτικές αρχές ως προκάλυψη της φιλοσοφικής του σκέψης και τις απονεκρώνει αποκόπτοντάς τες από το περιεχόμενό τους και τελικά τις απορρίπτει ολοκληρωτικά». Παράδειγμα η ιδέα του Θεού για την οποία καταλήγει ότι τα επιχειρήματα των Φιλοσόφων περί υπάρξεως του θεού δεν ισχύουν για τον ίδιο, γιατί τελικά «ο Νους δεν μπορεί να μας δείξει την ύπαρξη του Όντος έξω τούτου του Κόσμου, εφόσον αυτό δεν είναι δυνατόν να υποπίπτει στις αισθήσεις μας». Ο Ψαλίδας αρνείται, επίσης, τις θεωρίες των φυσικών φιλοσόφων για την Ειμαρμένη και την Ελευθερία και συνδέει την Ελευθερία με την ανθρώπινη βούληση.
Η Κουρμαντζή υποστηρίζει ότι αρκετές θέσεις που συναντάμε στα έργα του Ψαλίδα εντοπίζονται και στην «Ελληνική Νομαρχία» αλλά και στον «Ρωσσαγγλογάλλο». Για τον λόγο αυτό προβαίνει σε αντιπαραβολή της «Ελληνικής Νομαρχίας» με έργα του Ψαλίδα συγκρίνοντας έννοιες κοινωνικές, πολιτικές, φιλοσοφικές και ιστορικές που περιέχονται σε αυτά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η έννοια της Ελευθερίας που στην «Αληθή Ευδαιμονία» είναι μια από τις προϋποθέσεις της «ανθρώπινης ευδαιμονίας». Η ίδια θέση υπάρχει στην «Ελληνική Νομαρχία»: «ιδού λοιπόν οπού απεδείχθη, αγκαλά και συντόμως πλην με σαφήνειαν και αλήθειαν, τι εστί ελευθερία, οπόσον είναι αναγκαία εις την ανθρώπινον ευδαιμονίαν…». Στον «Ρωσσαγγλογάλλο» υπάρχει η βασική θέση του Ψαλίδα ότι δεν πρέπει ο ελληνισμός να περιμένει την απελευθέρωσή του από τις Ξένες Δυνάμεις. Επίσης κοινό θέμα όλων των έργων είναι η προτροπή για Ελευθερία.
Το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου είναι αφιερωμένο στον σατιρικό ποιητή, φιλόσοφο, λόγιο και γλωσσολόγο Ιωάννη Βηλαρά, φίλο του Αθανάσιου Ψαλίδα. Η σατιρική ποίηση του Βηλαρά είναι όχημα κοινωνικής κριτικής. Στα έργα του «Λογιώτατος Ταξιδιώτης». «Λογιώτατος ή ο Κολοκυθούλης» και «Ρομέηκη γλόσα» παραθέτει τις απόψεις του για τον «φωτισμό» του Γένους ο οποίος πηγάζει από την καλλιέργεια των ιδεών μέσα από τις Τέχνες, τις Επιστήμες και τη Φιλοσοφία και όχι από την ίδια τη γλώσσα. Ο Βηλαράς είναι υπέρμαχος του δημοτικισμού της ομιλούμενης γλώσσας που εκφράζει την ελληνική πραγματικότητα. Το έργο του Βηλαρά θα δικαιωθεί από τον Σολωμό και τον Ψυχάρη.
Η Ελένη Κουρμαντζή- Παναγιωτάκου επιχείρησε τη μελέτη του «Γιαννιώτικου Διαφωτισμού» μετά από προτροπή του σπουδαίου συγγραφέα Δημήτρη Χατζή και τη συμπαράσταση του ποιητή και ακαδημαϊκού δάσκαλου Γιάννη Δάλλα. Στο επίμετρο του βιβλίου παρατίθεται, από τη συγγραφέα, πλούσια βιβλιογραφία.

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

«Ιδεολογικά ύποπτη» διηγήματα της Ελένης Γκίκα





γράφει η Διώνη Δημητριάδου*



                           εκδόσεις Καλέντη

[…]
Άνοιξη ήταν όταν τη βρήκε το κακό και είχε πάει για Πάσχα στα Άνω Λεχώνια. Παντού τριγύρω ανθισμένες κερασιές, τρελάθηκε από την ομορφιά, ναι, αφού το ξέρετε πως η Μεγάλη Ομορφιά δεν αντέχεται, τρελαίνει!
(Κάκτος σε σχήμα καμέλιας)

Μέσα σ’ ένα εσωτερικό τοπίο εκπληκτικής ομορφιάς, πλούσιο σε παραστάσεις και αποθηκευμένες εικόνες πολύτιμες, κινείται η γραφή της Ελένης Γκίκα, ομοίως όταν ο λόγος της προτιμά τον ποιητικό χώρο ή όταν επιλέγει την πεζή απόδοσή του. Έχω την εντύπωση πως όποιο δρόμο και αν ακολουθήσει, πάντα αυτός θα την οδηγεί σε γραφή που αφήνει ποιητικό το ίχνος της. Τα πεζά της -γιατί αυτή τη φορά μας προτείνει 23 κείμενα που τιτλοφορεί διηγήματα- εύκολα θα μπορούσαν να μετασχηματιστούν σε ποιητικό λόγο χωρίς να απολέσουν κανένα από τα χαρακτηριστικά τους. Και ίσως αυτό να συνιστά την ιδιαίτερη γοητεία που  αποπνέουν τα γραπτά της.
Ιστορίες, αφηγήσεις, σκέψεις αφηγημένες, κάτι από όλα αυτά ή μήπως όλα αυτά μαζί, σαν μία και μόνη ιστορία, που ξεπερνά τα τυποποιημένα των λογοτεχνικών μορφών; Μια προσωπική γραφή, γνώριμη και αναγνωρίσιμη μέσα σε πολλές, σαν κουβέντα οικεία από φίλη. Σ’ αυτή τη φωνή -αληθινή και γήινη- θα πρέπει να αναζητηθεί το νήμα που συνδέει τα κείμενα του βιβλίου. Με την πιο ρεαλιστική απόδοση της πραγματικότητας να συνδιαλέγεται αιφνιδίως με μια απογειωτική φράση ή εικόνα. Όπως άλλωστε συμβαίνει με την αληθινή ζωή, που περιγελά τη σταθερότητα των αισθήσεων με την υποψία μιας άλλης οπτικής.

Μέσα από τους τάφους ξεπρόβαλε ο σκίουρος. Υπάρχει, άλλωστε ζωή ακόμα και στον βράχο και στα πτώματα. Τα δέντρα σαλεύουν κι αφηγούνται ιστορίες. Μόνο η εκκλησία του Αγίου Πέτρου και του Αγίου Άλμπαν δεν ανοίγει σχεδόν πόρτα στους περίεργους. Είναι, υποστηρίζουν οι ειδικοί, η είσοδος επιτρεπτή μονάχα για τους μυημένους.
Σ’ εκείνο το καφέ παγκάκι ξημεροβραδιαζόμουν για μήνες σαν εξόριστη. Ώσπου οι τοίχοι έγιναν διάφανοι. Οι καφετί πέτρες, άσπρα πανιά και σύννεφα που παραμερίζουν. Κι από τους τάφους έφυγαν οι σκίουροι. Βγήκαν οι κόρες. Μ’ άσπρα μαλλιά και φεγγαρίσια μάτια. Και σιδερόφρακτοι ιππότες. Αθάνατοι. Μετά από το θυσιαστήριο.
Στο μεταξύ στο δάχτυλό μου η φεγγαρόπετρα που δάκρυζε έγινε κατακόκκινη.
Έβγαλε αίμα.

Διαβάζω και σημειώνω. Στο τέλος έχω ένα βιβλίο όλο υπογραμμίσεις και σχόλια. Σε άλλα σημεία συναντώ μια δική μου σκέψη, όπως εκεί που γράφει ότι η Μεγάλη Ομορφιά δεν αντέχεται, τρελαίνει! Έτσι δεν είναι; Άμα γνωρίσεις το απόλυτο της ύπαρξης, πόσο μπορείς να μείνεις ταπεινός και ψύχραιμος; Διάχυτος ερωτισμός; Ναι, άλλοτε ξεκάθαρος και άλλοτε υποκρυπτόμενος πίσω από αλληγορικό λόγο. Αλλού πάλι, σαν να περπατώ στη δική μου παλιά γειτονιά, στη σειρά των γνώριμων δρόμων: Αριστοτέλους, Πλατεία Βικτωρίας, 3ης Σεπτεμβρίου, Πιπίνου, Φυλής…
Κι εκείνες οι «Ανεπίδοτες επιστολές»; Μπερδεύονται τα γράμματα, όλο και κάτι θυμίζουν: Αγάπησα ό,τι δικό σου: Τα παιδιά σου, τ’ αμάξι σου, τους συγγενείς και τη γυναίκα σου. Τον δρόμο που περπατούσες, το σπίτι όπου γερνούσες.
Και στο διήγημα που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή Ιδεολογικά ύποπτη, αυτά τα πρόσωπα είναι μήπως γνωστά, με αυτά ή με άλλα ονόματα; Ο Γιώργος δεν άντεξε την Προδομένη Επανάσταση, νοικοκυρεύτηκε. Κι ο Θύμιος που ζει τη Διαρκή του, έγινε πια τόσο γραφικός, μέχρι εξευτελισμού στο τέλος. Προδομένη πορεία από τους άλλους ή από εμάς τους ίδιους; Ένα ερώτημα που ίσως καταλήγει ρητορικό.


Και σ’ εκείνο το εξαιρετικό «Δικό μας είναι μόνο αυτό που έχουμε χάσει» μάλλον βρίσκονται όλα τα προσωπικά φυλαγμένα: Ο Ρημαγμένος Απρίλης του Κανταρέ, με τη μνήμη να είναι κολλημένη σ’ εκείνη την ανελέητη μπέσα που φθάνει ως το αίμα. Κατόπιν η σοφία του Μπόρχες να σου θυμίζει ότι το κατάδικό σου πρέπει να το ψάξεις μέσα από την απώλεια. Πώς αλλιώς; Και η φράση του Καμύ να ισορροπεί σε παράλογο νήμα Δεν υπάρχει μοίρα που να μη νικιέται με την περιφρόνηση. Ίσως αυτό το τελευταίο να είναι το πιο αισιόδοξο μήνυμα που διασώζει μέσα στη δική της αφήγηση η συγγραφέας, συνδέοντας έτσι με τον καλύτερο τρόπο τον δικό της λογοτεχνικό κρίκο στην υπέροχη αλυσίδα της διανόησης.
Αυτό συμβαίνει με τα κείμενα της Ελένης Γκίκα. Καθώς διαβάζεις, σε πηγαίνουν και σε άλλα αναγνώσματα, που κατά ευτυχή συγκυρία -ή μήπως τίποτα δεν είναι τυχαίο;-  είναι κοινά. Διακειμενικότητα θα ήταν η σωστή λέξη, αλλά επειδή το κείμενο αυτό έχει πάρει πιο προσωπικό τόνο, ας πω απλώς ότι έχουν συναντηθεί οι αναγνώσεις μας, ίσως και οι μνήμες μας. Σκέφτομαι, ωστόσο, ότι αυτά τα είκοσι τρία αφηγήματα βρίσκουν έτσι καλύτερα τον τρόπο να ισορροπήσουν σε μια κοινή επιφάνεια, που δεν τη δημιουργεί μόνο η γραφή αλλά και η ανάγνωση, τα δύο αυτά απολύτως ταιριαστά. Ευτυχής συγκυρία η συνάντηση του συγγραφέα με τον αναγνώστη του.
Ακόμα και στις ιστορίες που δεν έχεις κάτι κοινό να ανακαλέσεις, όπως στην ολοζώντανη Ένα κοφάκι και δυο σβαρνάδες, συναντάς στην αφήγηση για τον Τρύγο στα Μεσόγεια μια δική σου θλίψη για όσα χάνονται ανεπιστρεπτί, και που μόνο με τη μνήμη τα διατηρείς για λίγο ακόμα δικά σου.
Η γραφή εναλλάσσει τα πρόσωπα και η αφηγήτρια πότε παίρνει πάνω της την ιστορία σε πρώτο πρόσωπο και πότε μοιάζει να καταγράφει αλλότρια πάθη. Όμως σε κάθε περίπτωση η ειλικρινής κατάθεση δείχνει ότι το πρόσωπο πίσω από τις λέξεις είναι ένα, όποιο αφηγηματικό προσωπείο και αν επιλέξει.
Αυτή τη γραφή είναι να μην την αγαπάς; Κι ας παρουσιάζεται με όποια φόρμα θέλει, κι ας παίζει με τα είδη του λόγου, κι ας τα μπερδεύει ακόμα και μέσα στην ίδια ιστορία. Η λογοτεχνία είναι ένα παιχνίδι, όμορφο, επινοητικό, αιφνιδιαστικό στις επιλογές του. Όπως άλλωστε και η πραγματική ζωή, της οποίας τα γυρίσματα αποτυπώνει.


Διώνη Δημητριάδου

Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά κατοικεί στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία και δίδαξε σε δημόσια λύκεια. Ασχολείται με τη συγγραφή και με την κριτική λογοτεχνίας. Βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Νοών». Συμμετείχε σε συλλογικές εκδόσεις (εκδόσεις Σιδέρης, Μικρές εκδόσεις, Διάνυσμα). Έχει στο διαδίκτυο το προσωπικό ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»