Τετάρτη, 8 Νοεμβρίου 2017

"ΔΙΠΛΗ ΠΡΟΣΠΕΡΑΣΗ" του ΖΑΧΑΡΙΑ ΣΩΚΟΥ

 γράφει ο Πάνος Καπώνης*


            Στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ στις 20 Δεκεμβρίου 2011 είχε δημοσιευθεί το εξής :

«ο κορμός της ποίησης που γράφεται σήμερα στον τόπο μας παραμένει η γενιά του '70, με όλα τα θετικά και αρνητικά χαρακτηριστικά που συνόδευσαν την εμφάνιση και καθιέρωσή της. Την πρωτοκαθεδρία της δεν μπόρεσαν να αμφισβητήσουν οι νεότερες γενιές, παρά την έντονη παρουσία τους, τόσο εκδοτικά όσο και στο διαδίκτυο ...»01

            Όμως, πέρα από τα παραπάνω ισχύοντα, υπάρχουν πάντα και οι εξαιρέσεις : Μια τέτοια εξαίρεση είναι και η παρουσία τα τελευταία χρόνια στο ποιητικό προσκήνιο του Αιτωλού δημοσιογράφου Ζαχαρία Σώκου, που αποφάσισε από τις σημαντικές τηλεοπτικές παρουσιάσεις σημαντικών λογοτεχνών της δεκαετίας του '70 και όχι μόνον, να μεταπηδήσει στην ποίηση και μετά την έκδοση της πρώτης του συλλογής το 2015 “Άλλα ρούχα” να εμφανιστεί ξανά τον Οκτώβριο του 2017 με την δεύτερη συλλογή του “Διπλή Προσπέραση”.
            Επειδή, μετά τους τελευταίους στίχους που ακολουθούν με τον τίτλο “Προς Διερεύνηση” «Μοίρα του γένους μου, / ποιά ανεξιχνίαστα κρίματα / μνήμες κυτταρικές σε στοιχειώνουν;», αξίζει τον κόπο να διερευνήσουμε και την ποιητική του.02

            Γέννημα, θρέμμα της Αιτωλίας, ο Ζαχαρίας Σώκος, της ιερής γης – κατά την κριτικό Ελένη Χωρεάνθη03 - των «Ελεύθερων πολιορκημένων», του Παλαμά, του Μαλακάση, του Δροσίνη, αλλά και άξιων νεότερων και σύγχρονων δημιουργών, παιδί της ομίχλης, της υγρασίας, ένας «αλατόπηχτος», στο ποίημα της πρώτης συλλογής «Λάθος χρόνος», σαφώς επηρεασμένος τόσο από αρχαίους συγγραφείς, από τους οποίους συχνά πορίζεται μότο ή αλλού από την Παλαιά Διαθήκη (Άσμα Ασμάτων), αλλά κυρίως από την παραδοσιακή ποίηση, θεμελιώνει την ποίησή του, που εν τέλει στην δεύτερη αυτή συλλογή φανερώνει αφενός μια γνήσια έμπνευση κι αφετέρου μια καλή τεχνική στον στίχο – που τείνει από παραδοσιακός να τρέπεται πολλές φορές σε ελεύθερο.
            O Ζαχαρίας Σώκος, με την πολύτιμη γνώση που αποκόμισε από την τηλεόραση και τις πολύ αξιόλογες συνεντεύξεις του με πρόσωπα του πολιτισμού, εμφανίζεται για δεύτερη φορά στα γράμματα με την νέα ποιητική συλλογή «Διπλή Πρόσπεραση», περνώντας σε μια νέα φάση της ζωής του περισσότερο φιλοσοφημένη όπου, χωρίς να αρνείται το παρελθόν του, θέλοντας να επικοινωνήσει κυρίως μέσα από την ποιητική και όχι μόνον γραφή,04 μας δείνει ενδιαφέροντα δείγματα της πέννας του :

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΜΟΥ ΙΙ
Απρόσκλητος είναι / και επιμένει / Όλα γυρίζουν κι όλα κύκλος / Σαρώσεις και περιστροφές / κι ηκεφαλή / ακίδα του παρόντος, / πετάει σπινθήρες άοκνους / λέπια της ψυχής / πελεκούδια του χρόνου / Και φθίνει ο κύκλος, / ο κυκλοτερής, / και βαθαίνουν οι γκρεμοί / κι ό,τι μεγάλωσε μικραίνει   

            Με το ποίημα αυτό π.χ. μας δίνει και ένα ενδιαφέρον στίγμα του νέου ποιητικού του λόγου, με ένα λιτό, δωρικό πες τόνο, σαν της Αιτωλίας στίγματα, σαν υποδόρια αφανή τοπία που περιμένουν να εμφανιστούν οι τρείς άγγελοί του.05  Το χαρακτηριστικό βέβαια του Σώκου στα ποιήματά του, είναι η έμφαση της σχέση του με την αιτωλική γη, πότε εμφανώς και πότε συγκαλυμένα.

ΚΑΤΑΜΕΣΗΣ ΣΤΗ ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑ
Κλείνω τα βλέφαρα / στο μέσα μου βουλιάζω / κι εκεί τα πεπραγμένα  / τ' άπραγα, τα παραπεταμένα / κάλαντα λένε : / Αίμα κι έρωτας, / έρωτας και αίμα, / ό,τι δεν έδωσα και θα 'πρεπε, / ό,τι θέλησα μα δεν το πήρα / Ενοχή κι ό,τι δεν έστρεξε / παιχνίδια του εγώ τουτέστιν / Κι ο θάνατος  / ένα τίποτα στο γραπτό / ποιός ξέρει ;
            Η εμβάθυνση στην παράδοση, παρ όλο που – όπως ο ίδιος λέει - “Δεν έχω ουσιαστική βιωματική σχέση με την παράδοση καθότι, στην ουσία, είμαι παιδί της πόλης”, τα δημοτικά τραγούδια παραμένουν για εκείνον, ένας εξαίρετος θησαυρός και μια ανεκτίμητη δεξαμενή που σαφέστατα διατήρησαν τη συλλογική μνήμη και το λαϊκό αίσθημα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο που ο ελληνικός πολιτισμός βρίσκονταν σε αμυντική στάση ή εάν θέλετε ο επηρεασμός του Σώκου από τις δικές του αναμνήσεις και βιώματα, πολλές φορές τον οδηγούν σε μια μίξη γραφής, που εμφανίζεται εμβόλιμα σε αρκετά ποιήματά του, όπως :

ΕΡΧΟΝΤΑΙ
Έρχονται / φορώντας σιδηρές γροθιές / γυάλινα οι άλλοι μάτια  / Δικοί μου είναι / θρέμμα μου / Τους είπα λάθος το σωστό / και τώρα πως να τα μαζέψω ...

            Εξάλλου ο ίδιος στις σημειώσεις του, εμφανίζει τις πηγές του από το δημοτικό τραγούδι.06  Ένα άλλο χαρακτηριστικό του Ζαχαρία Σώκου είναι, ότι σε αρκετά ποιήματά του ξεκινάει με μια προσφώνηση, ιδιαιτερα σε ποιήματα αφιερωμένα σε φίλους του ή άλλους συγγραφείς ή ποιητές, όπως : «Γράφω ποιήματα Κωστή» για τον φίλο του και σημαντικό συγγραφέα, αείμνηστο Κωστή Παπαγιώργη ή «Καλέ μου Τάσο», ή «Ω! Μάρκο Μέσκο» για τον ποιητή Μ. Μέσκο ή ακόμη για τον ποιητή Πάνο Κυπαρίσση «Αχ, Πάνο».

            Ο Ζαχαρίας Σώκος, πέρα από τις συνεντεύξεις που πήρε από γνωστά πρόσωπα της λογοτεχνίας και της τέχνης, έδωσε ο ίδιος και μια σημαντική συνέντευξη, που παραχώρησε στην λογοτεχνική ιστοσελίδα cantus firmus, στην οποία είχε πει  : «Όχι μόνο η ποίηση αλλά κάθε ενέργεια του ανθρώπου αντλεί τη γνώση και την εμπειρία από το παρελθόν αφού το μέλλον στην ουσία δεν υφίσταται». Αλλά, ας δώσουμε τον λόγο στον ίδιο τον Ζαχαρία Σώκο να περιγράψει την ποιητική του :

«Σίγουρα πάντως δεν είναι μια ποίηση μόνο πολιτική, αλλά με τον τρόπο της την εμπεριέχει ή μια ποίηση που να στηρίζεται μόνο στη μυθολογία ή την ιστορία αλλά ενίοτε εμπνέεται από πρόσωπα του μύθου ή της ιστορίας… Νομίζω ότι κοινός τόπος είναι οι αγωνίες του ανθρώπου απέναντι στα διαχρονικά ζητήματα που αφορούν την ύπαρξή του και βεβαίως ο έρωτας και η θνητότητα. Αναφορικά με την τρέχουσα πολιτική, ελπίζω και φοβάμαι ότι μετά 100 χρόνια οι Έλληνες θα αναστοχάζονται ότι συμβαίνει σήμερα και θα κλαίνε και θα γελάνε…».

            ΠΑΝΟΣ ΚΑΠΩΝΗΣ
           Μαρούσι Νοέμβρης 2017




*O Πάνος Καπώνης είναι ένας από τους πρώτους χρονολογικά ποιητές της "Γενιάς του '70". Γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1947 στο Αγρίνιο. Σπούδασε οικονομικά και νομικά στα Πανεπιστήμια Θεσσαλονίκης και Αθηνών, καθώς και σκηνοθεσία. Γράφει και δημοσιεύει ποίηση από το 1966. Οι πρώτες του ποιητικές συλλογές ήταν "Κοκτέιλ" (1972), "Μεταμορφώσεις του Ιερεμία" (San Francisco, 1977). Ποίηματα, διηγήματα και δoκίμια του έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά στην Ελλάδα και τις ΗΠΑ, σε ανθολογίες και άλλα έντυπα. Από τους ιδρυτές, μαζί με τον ποιητή Ντίνο Σιώτη, και επί χρόνια γενικός γραμματέας του λογοτεχνικού σωματείου "Κοινωνία των Δεκάτων", υπήρξε μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού "(δε)κατα". Από τους ιδρυτές, επίσης, της "Ένωσης Αιτωλοακαρνάνων Λογοτεχνών", διετέλεσε γενικός γραμματέας της. Είναι δικηγόρος Αθηνών. Έχει διδάξει Φαρμακευτικό Δίκαιο στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Παράλληλα με τη λογοτεχνία έχει συγγράψει πέντε τόμους πανεπιστημιακών συγγραμμάτων Φαρμακευτικού Δικαίου.

01   Βλ. “η ποιητική ομάδα του '70”, Π. Καπώνη : Πρόσωπα στην Ομίχλη, Απόπειρα Αθήνα 2013.
02   “Διπλή προσπέραση”, σελ. 78.
03   http://diastixo.gr/kritikes/poihsh/3893-alla-rouxa.
04   Διαδικτυακό περιοδικό τεχνης και λόγου csntous firmous 15-12-2015.
05   “Διπλή προσπέραση”, σελ. 23, 24 & 25.
06   “Διπλή προσπέραση”, ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ σελ. 79.

Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

Ελένη Κουρμαντζή-Παναγιωτάκου: Νεοελληνική Αναγέννηση στα Γιάννενα

της Νότας Χρυσίνα

Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ:August 14, 2017

Ελένη Κουρμαντζή-Παναγιωτάκου
Νεοελληνική Αναγέννηση στα Γιάννενα
Από τον πάροικο έμπορο στον Αθανάσιο Ψαλίδα και τον Ιωάννη Βηλαρά
 (17ος – αρχές 19ου αιώνα)
Εκδόσεις: Gutenberg

Η πόλη των Ιωαννίνων είναι το πνευματικό κέντρο στο οποίο εστιάζει η μελέτη της καθηγήτριας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Ελένης Κουρμαντζή- Παναγιωτάκου, τόπος καταγωγής της συγγραφέα και πολλών πνευματικών ανθρώπων που έγιναν φορείς των σύγχρονων ιδεών του Διαφωτισμού και ίδρυσαν τα πρώτα νεωτεριστικά σχολεία (από τα μέσα ήδη του 17ου αιώνα) αλλά και τα πρώτα ελληνικά τυπογραφεία στις σπουδαιότερες πόλεις της Δύσης όπως η Βενετία και η Βιέννη.
Το πρώτο κεφάλαιο της μελέτης της Κουρμαντζή είναι αφιερωμένο στις παροικίες των πεφωτισμένων γιαννιωτών εμπόρων και λογίων που συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση του νεοελληνικού διαφωτισμού. Οι γιαννιώτες έμποροι ήρθαν σε επαφή με τις Επιστήμες και τον Ορθολογισμό της Δύσης όταν η νέα δομή οικονομίας με την άνθηση του εμπορίου τούς επέτρεψε να δημιουργήσουν εστίες σε πολλές πόλεις της Ευρώπης όπως η Βενετία, το Λιβόρνο, η Τεργέστη, το Βουκουρέστι, το Ιάσιο, η Μόσχα, η Οδησσός, η Βιέννη κ.ά. Σε αυτές τις πόλεις διαμορφώνονται οι νέες αντιλήψεις του νεότερου ελληνισμού και προετοιμάζεται η ελληνική Επανάσταση.
Η συγγραφέας παραθέτει σημαντικά στοιχεία που αφορούν την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας από τους Έλληνες που ζούσαν στη Ρωσία και αλλού. Στο βιβλίο γίνεται λεπτομερής καταγραφή των εμπορικών σχέσεων των ελληνικών γιαννιώτικων οικογενειών, των πόλεων δράσης τους στην Ευρώπη, μέσα από τα επίσημα αρχεία των χωρών, και πώς αυτές συνέβαλαν στον αγώνα της ανεξαρτησίας. Επίσης δίνεται έμφαση στη συμβολή των εύπορων Γιαννιωτών στη δημιουργία και χρηματοδότηση σχολείων, με τις ευεργεσίες, στα οποία δίδαξαν λόγιοι όπως ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο Αθανάσιος Ψαλίδας κ.ά.
Το δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου είναι αφιερωμένο στον εκπαιδευτικό και λόγιο Αθανάσιο Ψαλίδα. Η συγγραφέας προσεγγίζει το κριτικό πνεύμα του Ψαλίδα μέσα από τα έργα του «Αληθής Ευδαιμονία», «Καλοκινήματα» και «Έρωτος Αποτελέσματα» τα οποία συγκρίνει με έργα όπως «Ο Ανώνυμος του 1789», «η Ελληνική Νομαρχία» και «ο Ρωσσαγγλογάλλος», έργα που η Κουρμαντζή ισχυρίζεται, μέσα από την τεκμηριωμένη, αναλυτική σύγκρισή τους, πως γράφτηκαν από τον Ψαλίδα. «Ο Ψαλίδας, γράφει η Κουρμαντζή, χρησιμοποιεί κάποιες θρησκευτικές αρχές ως προκάλυψη της φιλοσοφικής του σκέψης και τις απονεκρώνει αποκόπτοντάς τες από το περιεχόμενό τους και τελικά τις απορρίπτει ολοκληρωτικά». Παράδειγμα η ιδέα του Θεού για την οποία καταλήγει ότι τα επιχειρήματα των Φιλοσόφων περί υπάρξεως του θεού δεν ισχύουν για τον ίδιο, γιατί τελικά «ο Νους δεν μπορεί να μας δείξει την ύπαρξη του Όντος έξω τούτου του Κόσμου, εφόσον αυτό δεν είναι δυνατόν να υποπίπτει στις αισθήσεις μας». Ο Ψαλίδας αρνείται, επίσης, τις θεωρίες των φυσικών φιλοσόφων για την Ειμαρμένη και την Ελευθερία και συνδέει την Ελευθερία με την ανθρώπινη βούληση.
Η Κουρμαντζή υποστηρίζει ότι αρκετές θέσεις που συναντάμε στα έργα του Ψαλίδα εντοπίζονται και στην «Ελληνική Νομαρχία» αλλά και στον «Ρωσσαγγλογάλλο». Για τον λόγο αυτό προβαίνει σε αντιπαραβολή της «Ελληνικής Νομαρχίας» με έργα του Ψαλίδα συγκρίνοντας έννοιες κοινωνικές, πολιτικές, φιλοσοφικές και ιστορικές που περιέχονται σε αυτά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η έννοια της Ελευθερίας που στην «Αληθή Ευδαιμονία» είναι μια από τις προϋποθέσεις της «ανθρώπινης ευδαιμονίας». Η ίδια θέση υπάρχει στην «Ελληνική Νομαρχία»: «ιδού λοιπόν οπού απεδείχθη, αγκαλά και συντόμως πλην με σαφήνειαν και αλήθειαν, τι εστί ελευθερία, οπόσον είναι αναγκαία εις την ανθρώπινον ευδαιμονίαν…». Στον «Ρωσσαγγλογάλλο» υπάρχει η βασική θέση του Ψαλίδα ότι δεν πρέπει ο ελληνισμός να περιμένει την απελευθέρωσή του από τις Ξένες Δυνάμεις. Επίσης κοινό θέμα όλων των έργων είναι η προτροπή για Ελευθερία.
Το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου είναι αφιερωμένο στον σατιρικό ποιητή, φιλόσοφο, λόγιο και γλωσσολόγο Ιωάννη Βηλαρά, φίλο του Αθανάσιου Ψαλίδα. Η σατιρική ποίηση του Βηλαρά είναι όχημα κοινωνικής κριτικής. Στα έργα του «Λογιώτατος Ταξιδιώτης». «Λογιώτατος ή ο Κολοκυθούλης» και «Ρομέηκη γλόσα» παραθέτει τις απόψεις του για τον «φωτισμό» του Γένους ο οποίος πηγάζει από την καλλιέργεια των ιδεών μέσα από τις Τέχνες, τις Επιστήμες και τη Φιλοσοφία και όχι από την ίδια τη γλώσσα. Ο Βηλαράς είναι υπέρμαχος του δημοτικισμού της ομιλούμενης γλώσσας που εκφράζει την ελληνική πραγματικότητα. Το έργο του Βηλαρά θα δικαιωθεί από τον Σολωμό και τον Ψυχάρη.
Η Ελένη Κουρμαντζή- Παναγιωτάκου επιχείρησε τη μελέτη του «Γιαννιώτικου Διαφωτισμού» μετά από προτροπή του σπουδαίου συγγραφέα Δημήτρη Χατζή και τη συμπαράσταση του ποιητή και ακαδημαϊκού δάσκαλου Γιάννη Δάλλα. Στο επίμετρο του βιβλίου παρατίθεται, από τη συγγραφέα, πλούσια βιβλιογραφία.

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

«Ιδεολογικά ύποπτη» διηγήματα της Ελένης Γκίκα





γράφει η Διώνη Δημητριάδου*



                           εκδόσεις Καλέντη

[…]
Άνοιξη ήταν όταν τη βρήκε το κακό και είχε πάει για Πάσχα στα Άνω Λεχώνια. Παντού τριγύρω ανθισμένες κερασιές, τρελάθηκε από την ομορφιά, ναι, αφού το ξέρετε πως η Μεγάλη Ομορφιά δεν αντέχεται, τρελαίνει!
(Κάκτος σε σχήμα καμέλιας)

Μέσα σ’ ένα εσωτερικό τοπίο εκπληκτικής ομορφιάς, πλούσιο σε παραστάσεις και αποθηκευμένες εικόνες πολύτιμες, κινείται η γραφή της Ελένης Γκίκα, ομοίως όταν ο λόγος της προτιμά τον ποιητικό χώρο ή όταν επιλέγει την πεζή απόδοσή του. Έχω την εντύπωση πως όποιο δρόμο και αν ακολουθήσει, πάντα αυτός θα την οδηγεί σε γραφή που αφήνει ποιητικό το ίχνος της. Τα πεζά της -γιατί αυτή τη φορά μας προτείνει 23 κείμενα που τιτλοφορεί διηγήματα- εύκολα θα μπορούσαν να μετασχηματιστούν σε ποιητικό λόγο χωρίς να απολέσουν κανένα από τα χαρακτηριστικά τους. Και ίσως αυτό να συνιστά την ιδιαίτερη γοητεία που  αποπνέουν τα γραπτά της.
Ιστορίες, αφηγήσεις, σκέψεις αφηγημένες, κάτι από όλα αυτά ή μήπως όλα αυτά μαζί, σαν μία και μόνη ιστορία, που ξεπερνά τα τυποποιημένα των λογοτεχνικών μορφών; Μια προσωπική γραφή, γνώριμη και αναγνωρίσιμη μέσα σε πολλές, σαν κουβέντα οικεία από φίλη. Σ’ αυτή τη φωνή -αληθινή και γήινη- θα πρέπει να αναζητηθεί το νήμα που συνδέει τα κείμενα του βιβλίου. Με την πιο ρεαλιστική απόδοση της πραγματικότητας να συνδιαλέγεται αιφνιδίως με μια απογειωτική φράση ή εικόνα. Όπως άλλωστε συμβαίνει με την αληθινή ζωή, που περιγελά τη σταθερότητα των αισθήσεων με την υποψία μιας άλλης οπτικής.

Μέσα από τους τάφους ξεπρόβαλε ο σκίουρος. Υπάρχει, άλλωστε ζωή ακόμα και στον βράχο και στα πτώματα. Τα δέντρα σαλεύουν κι αφηγούνται ιστορίες. Μόνο η εκκλησία του Αγίου Πέτρου και του Αγίου Άλμπαν δεν ανοίγει σχεδόν πόρτα στους περίεργους. Είναι, υποστηρίζουν οι ειδικοί, η είσοδος επιτρεπτή μονάχα για τους μυημένους.
Σ’ εκείνο το καφέ παγκάκι ξημεροβραδιαζόμουν για μήνες σαν εξόριστη. Ώσπου οι τοίχοι έγιναν διάφανοι. Οι καφετί πέτρες, άσπρα πανιά και σύννεφα που παραμερίζουν. Κι από τους τάφους έφυγαν οι σκίουροι. Βγήκαν οι κόρες. Μ’ άσπρα μαλλιά και φεγγαρίσια μάτια. Και σιδερόφρακτοι ιππότες. Αθάνατοι. Μετά από το θυσιαστήριο.
Στο μεταξύ στο δάχτυλό μου η φεγγαρόπετρα που δάκρυζε έγινε κατακόκκινη.
Έβγαλε αίμα.

Διαβάζω και σημειώνω. Στο τέλος έχω ένα βιβλίο όλο υπογραμμίσεις και σχόλια. Σε άλλα σημεία συναντώ μια δική μου σκέψη, όπως εκεί που γράφει ότι η Μεγάλη Ομορφιά δεν αντέχεται, τρελαίνει! Έτσι δεν είναι; Άμα γνωρίσεις το απόλυτο της ύπαρξης, πόσο μπορείς να μείνεις ταπεινός και ψύχραιμος; Διάχυτος ερωτισμός; Ναι, άλλοτε ξεκάθαρος και άλλοτε υποκρυπτόμενος πίσω από αλληγορικό λόγο. Αλλού πάλι, σαν να περπατώ στη δική μου παλιά γειτονιά, στη σειρά των γνώριμων δρόμων: Αριστοτέλους, Πλατεία Βικτωρίας, 3ης Σεπτεμβρίου, Πιπίνου, Φυλής…
Κι εκείνες οι «Ανεπίδοτες επιστολές»; Μπερδεύονται τα γράμματα, όλο και κάτι θυμίζουν: Αγάπησα ό,τι δικό σου: Τα παιδιά σου, τ’ αμάξι σου, τους συγγενείς και τη γυναίκα σου. Τον δρόμο που περπατούσες, το σπίτι όπου γερνούσες.
Και στο διήγημα που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή Ιδεολογικά ύποπτη, αυτά τα πρόσωπα είναι μήπως γνωστά, με αυτά ή με άλλα ονόματα; Ο Γιώργος δεν άντεξε την Προδομένη Επανάσταση, νοικοκυρεύτηκε. Κι ο Θύμιος που ζει τη Διαρκή του, έγινε πια τόσο γραφικός, μέχρι εξευτελισμού στο τέλος. Προδομένη πορεία από τους άλλους ή από εμάς τους ίδιους; Ένα ερώτημα που ίσως καταλήγει ρητορικό.


Και σ’ εκείνο το εξαιρετικό «Δικό μας είναι μόνο αυτό που έχουμε χάσει» μάλλον βρίσκονται όλα τα προσωπικά φυλαγμένα: Ο Ρημαγμένος Απρίλης του Κανταρέ, με τη μνήμη να είναι κολλημένη σ’ εκείνη την ανελέητη μπέσα που φθάνει ως το αίμα. Κατόπιν η σοφία του Μπόρχες να σου θυμίζει ότι το κατάδικό σου πρέπει να το ψάξεις μέσα από την απώλεια. Πώς αλλιώς; Και η φράση του Καμύ να ισορροπεί σε παράλογο νήμα Δεν υπάρχει μοίρα που να μη νικιέται με την περιφρόνηση. Ίσως αυτό το τελευταίο να είναι το πιο αισιόδοξο μήνυμα που διασώζει μέσα στη δική της αφήγηση η συγγραφέας, συνδέοντας έτσι με τον καλύτερο τρόπο τον δικό της λογοτεχνικό κρίκο στην υπέροχη αλυσίδα της διανόησης.
Αυτό συμβαίνει με τα κείμενα της Ελένης Γκίκα. Καθώς διαβάζεις, σε πηγαίνουν και σε άλλα αναγνώσματα, που κατά ευτυχή συγκυρία -ή μήπως τίποτα δεν είναι τυχαίο;-  είναι κοινά. Διακειμενικότητα θα ήταν η σωστή λέξη, αλλά επειδή το κείμενο αυτό έχει πάρει πιο προσωπικό τόνο, ας πω απλώς ότι έχουν συναντηθεί οι αναγνώσεις μας, ίσως και οι μνήμες μας. Σκέφτομαι, ωστόσο, ότι αυτά τα είκοσι τρία αφηγήματα βρίσκουν έτσι καλύτερα τον τρόπο να ισορροπήσουν σε μια κοινή επιφάνεια, που δεν τη δημιουργεί μόνο η γραφή αλλά και η ανάγνωση, τα δύο αυτά απολύτως ταιριαστά. Ευτυχής συγκυρία η συνάντηση του συγγραφέα με τον αναγνώστη του.
Ακόμα και στις ιστορίες που δεν έχεις κάτι κοινό να ανακαλέσεις, όπως στην ολοζώντανη Ένα κοφάκι και δυο σβαρνάδες, συναντάς στην αφήγηση για τον Τρύγο στα Μεσόγεια μια δική σου θλίψη για όσα χάνονται ανεπιστρεπτί, και που μόνο με τη μνήμη τα διατηρείς για λίγο ακόμα δικά σου.
Η γραφή εναλλάσσει τα πρόσωπα και η αφηγήτρια πότε παίρνει πάνω της την ιστορία σε πρώτο πρόσωπο και πότε μοιάζει να καταγράφει αλλότρια πάθη. Όμως σε κάθε περίπτωση η ειλικρινής κατάθεση δείχνει ότι το πρόσωπο πίσω από τις λέξεις είναι ένα, όποιο αφηγηματικό προσωπείο και αν επιλέξει.
Αυτή τη γραφή είναι να μην την αγαπάς; Κι ας παρουσιάζεται με όποια φόρμα θέλει, κι ας παίζει με τα είδη του λόγου, κι ας τα μπερδεύει ακόμα και μέσα στην ίδια ιστορία. Η λογοτεχνία είναι ένα παιχνίδι, όμορφο, επινοητικό, αιφνιδιαστικό στις επιλογές του. Όπως άλλωστε και η πραγματική ζωή, της οποίας τα γυρίσματα αποτυπώνει.


Διώνη Δημητριάδου

Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά κατοικεί στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία και δίδαξε σε δημόσια λύκεια. Ασχολείται με τη συγγραφή και με την κριτική λογοτεχνίας. Βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Νοών». Συμμετείχε σε συλλογικές εκδόσεις (εκδόσεις Σιδέρης, Μικρές εκδόσεις, Διάνυσμα). Έχει στο διαδίκτυο το προσωπικό ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»